Ψωμί, τυρί gouda, blue cheese, noodles του ενός ευρώ, limoncello και προφυλακτικά. «Κοίτα κάτι άνθρωποι που γαμάνε», σκέφτηκε η Ράνια Δεδούση σηκώνοντας το βλέμμα της από την οθόνη του ταμείου για να τσεκάρει τον άντρα μπροστά από το γκισέ. Κοντός, χοντρός, φαλακρός και απ' ότι φαίνεται, μπατίρης. «Το limoncello τον μάρανε. Για όλους έχει ο Θεός», αναλογίστηκε.

 

Δεν περνούσε αλλιώς η μέρα στον Σκλαβενίτη στη Δουκίσσης Πλακεντίας. Μάντευε τι ήταν ο κάθε πελάτης από τα πράγματα που έφερνε στο ταμείο και μετά σήκωνε τα μάτια να δει αν είχε πέσει μέσα. Με τον καιρό βελτιωνόταν. 

 

Καθαρή Δευτέρα σε δυο μέρες και όλοι αγοράζανε σαρακοστιανά και κινέζικους χαρταετούς. Δυο συνταξιούχοι της ήρθαν από το πρωί εξαγριωμένοι επειδή το κατεψυγμένο χταπόδι εξαντλήθηκε από τις 10 η ώρα. Ήταν προσφορά βλέπεις, 6,99 ευρώ το κιλό. Θα έβαζες στοίχημα αν δεν ήξερες ότι η ζωή τους εξαρτιέται από αυτό το χταπόδι. Κατά κάποιον τρόπο όντως εξαρτιόταν, από κάπου πρέπει να πιαστεί ο άνθρωπος.

 

Άλλοι πελάτες αγενείς, άλλοι τυπικοί, άλλοι ευγενέστατοι, άλλοι απελπισμένοι να αλλάξουν δυο κουβέντες πριν ξαναχωθούν στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Σκασίλα της κατά βάθος. Και πολλά πιτσιρίκια μασκαρεμένα να ουρλιάζουν γύρω από τους γονείς τους και να τους τραβολογάνε από δω κι από κει. Darth Vader για τα αγοράκια και Βασίλισσα των Πάγων για τα κορίτσια ήταν το φετινό σουξέ. Θυμήθηκε το lycra αποκριάτικο καλσόν που της είχε φέρει αλλεργία πριν τρία χρόνια όταν είχε ντυθεί νοσοκόμα για να καυλώσει τον Κωνσταντίνο- Ορφέα. Μαλάκας με περικεφαλαία αποδείχθηκε. Τι περίμενες με τέτοιο όνομα;

 

Ένας πιτσιρικάς ντυμένος ναυτάκι της ζήτησε να χορέψουν. Ήταν κάπως ντροπαλός κι αυτό της άρεσε. Και νοστιμούλης. Δέχθηκε. Άρχισαν να περιστρέφονται με φιγούρες στο ξύλινο πάτωμα και να κοιτάζονται στα μάτια.

 

Ο ήλιος άρχισε να πέφτει και να φέρνει πορτοκαλοκίτρινο φως από την τεράστια τζαμαρία του σούπερ μάρκετ. Αυτό σήμαινε ότι το ωράριο της τελείωνε σε μισή ώρα και θα ερχόταν η part time για την απογευματινή βάρδια μέχρι τις 8. Έβγαλε την ποδιά της, παρέδωσε ταμείο και έτριψε λίγο τις γάμπες της να ξεμουδιάσουν. Είχε ωραία πόδια, λεπτά και όσο πρέπει γυμνασμένα που δεν φαίνονταν από το ταμείο. Τα αναδείκνυε συνήθως με κάποιο χοντρό πλεκτό καλσόν. Ότι υπονοείται είναι πάντα πιο ελκυστικό απ' ότι φαίνεται. Η Ράνια ήταν είκοσι οχτώ. Και όμορφη. 1,72 δηλαδή ψηλή για Ελληνίδα, λεπτή, μελαχρινή με άσπρο δέρμα και έξυπνο βλέμμα.

 

Μπήκε στο 15ετίας Toyota Yaris της και οδήγησε την εικοσάλεπτη διαδρομή μέχρι το σπίτι της στον Γέρακα. «Προικώον» της, της το αγόρασε ο πατέρας της με ένα μαγαζί με υφάσματα που είχε στην Αγίου Μάρκου. Με την κρίση το πήρε ο διάολος και η Ράνια που σκόπευε να κληρονομήσει την επιχείρηση αναγκάστηκε να δουλεύει στο σούπερ μάρκετ. Σκέφτηκε να φύγει στο εξωτερικό αλλά φοβήθηκε που δεν είχε σπουδές. Λυπήθηκε και τον πατέρα της μην τον αφήσει σύξυλο στα γεράματα, μοναχοπαίδι γαρ. Την μάνα της την θέρισε ο καρκίνος με την αρχή της κρίσης.

 

Έκανε ένα μπάνιο κι έπεσε ξερή για ύπνο. Την ξύπνησε το ραδιόφωνο- ξυπνητήρι μετά από δυόμιση ώρες που έπαιζε το «Δε ζητάω πολλά» του Μαραβέγια. Ντύθηκε αρλεκίνος, μακιγιαρίστηκε και έφυγε για ένα μαγαζί στου Ζωγράφου να χορέψει latin. Mε το που μπήκε στο μαγαζί παρήγγειλε ένα διπλό daquiri και άρχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής. Εκεί μέσα δεν ήταν η Ράνια του σούπερ μάρκετ με τον κατώτατο μισθό τα γιαούρτια και τα κατεψυγμένα χταπόδια, ήταν αυτό που πάντα ήταν. Μια όμορφη, δυναμική, κομψή γαζέλα που την πήδηξε η κρίση.

 

Ένας πιτσιρικάς ντυμένος ναυτάκι της ζήτησε να χορέψουν. Ήταν κάπως ντροπαλός κι αυτό της άρεσε. Και νοστιμούλης. Δέχθηκε. Άρχισαν να περιστρέφονται με φιγούρες στο ξύλινο πάτωμα και να κοιτάζονται στα μάτια. Ο πιτσιρικάς πήρε θάρρος και άρχισε να κατεβάζει την παλάμη του από τη μέση της προς τα οπίσθια της. Τον επανέφερε με τρόπο στην τάξη. Απόψε, δε θα έκανε σε κανέναν το χατίρι.