Τί μου είπε το δίπλα σπίτι εκείνο το βράδυ

 

Συνομιλίες που δεν θα ακούσετε ποτέ, από κάποιους που σας ξέρουν πολύ καλά, κάπου εδώ κοντά...

 

Το δίπλα σπίτι εκείνο το βράδυ δε μου είπε τίποτα. Μου τα είπε όλα μετά. Συγκεκριμένα μετά από τρείς μήνες. Η Αλίκη είχε φύγει. Ήταν οριστικό και τελεσίδικο. Του είπε «Σε εγκαταλείπω... Είσαι άγαρμπος, χωρίς τρόπους ! Δεν με καταλαβαίνεις ! Δεν επικοινωνούμε ! Φεύγω !».  Αυτά του είπε, έκλεισε την πόρτα και έφυγε. Βέβαια αυτά δεν τα είπε στο σπίτι, τα είπε στον άντρα της, ο οποίος μάλλον συμπαθητικός και άκακος φαινόταν.

 

Μόλις έκλεισε η πόρτα, το σπίτι αμέσως κατάλαβε ότι ερχόντουσαν δύσκολες ημέρες... Το ένστικτό του επαληθεύτηκε γρήγορα. Ο άντρας, ο Θρασύβουλος δηλαδή, δεν ήξερε να καθαρίζει !!! Στην αρχή κάπως τα πράγματα ήταν υποφερτά αλλά όπως πέρναγαν οι ημέρες το σπίτι άρχισε να μυρίζει «Κάτι μυρίζει άσχημα... Σα να έρχεται από εμένα... Έρχεται σίγουρα από εμένα ! Θεέ μου, βρωμάω !!! Θέλω αναμφισβήτητα μπάνιο !!!». Σκέφτηκε ότι σε λίγο θα τελείωναν τα καθαρά πιάτα και ο Θρασύβουλος θα τα έπλενε. Σκέφτηκε ότι σε λίγο θα τελείωναν τα καθαρά ρούχα και ο Θρασύβουλος θα έβαζε πλυντήριο. Σκέφτηκε ότι η σκόνη θα φέρει αλλεργία στον Θρασύβουλο και θα πιάσει το ξεσκονόπανο. Σκέφτηκε, σκέφτηκε, σκέφτηκε και τί δε σκέφτηκε. Αλλά καμία σκέψη δεν έκανε τον Θρασύβουλο να σηκωθεί από τον καναπέ. «Καλέ σήκω να καθαρίσεις ! Σήκω να κάνεις κανα φαϊ να μοσχοβολήσει το σπίτι ! Σήκω θα μας φάνε τα ακάρια ! ΣΗΚΩΩΩΩΩΩ !!!».

 

Ο Θρασύβουλος ήταν από πάντα λίγο μαλθακός αλλά τώρα ήταν Ο ΜΑΛΘΑΚΟΣ, τόσο μαλθακός που φώναξε γιατρό στο σπίτι. Ο γιατρός είπε «Κατάθλιψη ! Έχεις κατάθλιψη ! Σε άφησε κάποιο αγαπημένο σου πρόσωπο και είναι ανθρώπινο να δυσκολεύεσαι να το ξεπεράσεις ! Πρέπει να ξεκινήσεις να βγαίνεις !!!».

 

«Ώστε ήταν άρρωστος !» σκέφτηκε το σπίτι. «Και πότε θα περάσει αυτή η κατάθλιψη ; Μέχρι να του περάσει του Θρασύβουλου η κατάθλιψη, θα πάθω εγώ κατάθλιψη !»

 

Ο Θρασύβουλος κάθε πρωί πήγαινε από το κρεββάτι στον καναπέ, από τον καναπέ στην κουζίνα, από την κουζίνα στον καναπέ και ξανά στο κρεββάτι.

«Ζώ με ένα ζόμπι !!!» μου είπε απεγνωσμένα το σπίτι εκείνη την ημέρα, τρείς μήνες μετά από εκείνο το βράδυ. «Χρειάζομαι βοήθεια σου λέω ! Θα τρελαθώ από τη βρώμα !!! Θέλω κάτι να σηκώσει το Θρασύβουλο απο την καθιστή θέση και να τον κάνει να πάει προς την πόρτα και να βγεί έξω. Να πάει να πάρει απορρυπαντικά, να γυρίσει και να με καθαρίσει ! Αργοπεθαίνω σου λέω !!!»

 

Εγώ δεν είχα τέτοια προβλήματα. Ήμουν τρισευτυχισμένο. Η Καίτη δεν είχε φύγει και όχι μόνο δεν είχε φύγει αλλά είχε υστερία με την καθαριότητα. Με καθάριζε μανιωδώς. Καμιά φορά μου έσπαγε βέβαια λίγο τα νεύρα γιατί με έτριβε με επιμονή για ώρες και δε με άφηνε σε ησυχία. Αλλά καλύτερα αυτό παρά αυτό που έπαθε το δίπλα σπίτι.

 

Το σχέδιο ήταν να γνωριστεί η Καίτη με τον Θρασύβουλο και με την πρώτη ευκαιρία να τον οδηγήσει στο πιο κοντινό Σούπερ Μάρκετ για μια εκπαιδευτική ξενάγηση στην αίθουσα με τα απορρυπαντικά ! Πως θα γινόταν όμως αυτό ; Τα δύο σπίτια συνεδρίαζαν κάθε απόγευμα στις 17.00 για να βρούν λύση. Το πρωί θα γινόταν η πρώτη απόπειρα.

 

Κάθε πρωί η Καίτη, κάθε πρωί όμως, έβαζε μπουγάδα. Που τα έβρισκε τα βρώμικα ρούχα, ήταν άξιο απορίας αλλά καθημέρινά έβαζε την μπουγάδα της σα να πραγματοποιούσε ιεροτελεστία βγαλμένη από τα βάθη των αιώνων. Η ιδέα μου ήταν να φυσήξω τα ρούχα ώστε κάποιο να φύγει και να πέσει στο μπαλκόνι του Θρασύβουλου, ο οποίος ευτυχώς είχε αρχίσει να ανοίγει τα παντζούρια το πρωί. Έπρεπε όμως πρώτα να πείσω τα μανταλάκια να χαλαρώσουν λίγο και να μη σφίγγουν τόσο πολύ σα λυσσασμένα τη μπουγάδα. «Έχουμε υποχρέωση να κάνουμε το καθήκον μας !» είπαν με μία φωνή «Δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε, θα γίνει έξαλλη η Καίτη !». «Βρε καλά μου, βρε χρυσά μου, είναι για καλό σκοπό ! Το δίπλα σπίτι υποφέρει από τη βρώμα, ο γείτονας έχει κατάθλιψη ! Δεν θέλετε να βοηθήσετε το συνάθρωπό σας ;».  Η απάντηση ήταν απόλυτη «ΟΧΙ!». «Καλέ μίλα και εσύ !» είπα στο δίπλα σπίτι. Τα μανταλάκια είχαν λυσσάξει «ΟΧΙ! ΟΧΙ ! ΌΧΙ !». Από τα νεύρα μου ξεφύσηξα δυνατά, έριξα την απλώστρα κάτω και έγιναν όλα τα ρούχα ξανά έτοιμα για πλύσιμο !

Ακολούθησαν πολλές απόπειρες αλλά όλες αποτυχημένες. Τι έκρυψα τη ζάχαρη στην Καίτη την ώρα που ετοίμαζε μηλόπιττα, μπας και πάει να ζητήσει από τον γείτονα. Τι έβαλα το σπίτι του Θρασύβουλου να φυσήξει μπας και έρθει η μπόχα στη μύτη της Καιτούλας και πάει να διαμαρτυρηθεί. Και τί δεν έκανα. Αποτέλεσμα μηδέν.

Η Καίτη εκείνο το βράδυ είχε πιεί 2 λίτρα πράσινο τσάι. Θα της έκανε λέει καλό στη δίαιτα. Τη νύχτα βέβαια με τόσο τσάι της ήρθε έντονη η ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Άναψε το φως και μισοκοιμισμένη όπως ήταν προχωρούσε προς το μπάνιο. Κάτι της φάνηκε πως είδε. Άνοιξε τα μάτια της καλύτερα... Η Καιτούλα δε φοβόταν τίποτα άλλο περισσότερο στη ζωή της από τα ποντίκια, και εκεί, μόλις μισό μέτρο μακριά της, ήταν ένα γκρί σαστισμένο γιγάντιο ποντίκι ! Το τί έγινε δε λέγεται. Η Καίτη άρχισε χοροπηδάει και να ουρλιάζει σαν ηρωίδα ταινίας τρόμου !!!

 

Ο Θρασύβουλος έβλεπε όνειρο. Ήταν λέει στην παραλία, κοιμόταν και μια γυναίκα άρχισε να ουρλιάζει γιατί την δάγκωσε ένα καβούρι. Το ουρλιαχτό δε σταμάταγε. Ήταν όλο και πιο έντονο, όλο και πιο πραγματικό. Κάποιος ούρλιαζε από δίπλα. Ξύπνησε απότομα, άνοιξε το φώς τρομαγμένος, η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί την κατάθλιψή του. Πάνω στον πανικό του πήγε και άνοιξε την πόρτα. Χτύπησε την πόρτα του δίπλα σπιτιού. Η Καιτούλα άνοιξε συνεχίζοντας το ουρλιαχτό και του έδειξε την κρυψώνα του θεριού. Ο Θρασύβουλος μπήκε και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, να σώσει την Καιτούλα. Όταν μετά κάθισαν ήρεμοι, η Καιτούλα είδε τα κακά χάλια του Θρασύβουλου, τον ρώτησε και αυτός της είπε την ιστορία του. Ήπιαν μαζί τσάι και πήγαν να κοιμηθούν.

 

Το επόμενο πρωί ο Θρασύβουλος άρχισε να καθαρίζει.