«Αχ μωρή Στατήρω τι σου έφταιγε το γατάκι; Ξανάρχισες πάλι μωρή να τα μακελεύεις; Τι σου φταίξαν τα έρμα τα ζωντανά; Δεν απαντάς μωρή; Κάθεσαι πίσω από το παραθύρι και νομίζεις δε σε βλέπουμε παλιόγρια! Αϊ στο γεροδιάολο, παλαβιάρα! Δε ντρέπεσαι παλιόγρια! Μην ξεχάσεις την Κυριακή στην εκκλησία να κάνεις τους μεγαλόσταυρους μπας και συγχωρεθείς μωρή κάργια! Αϊ στο διάολο!» Πήρε ο Μαθιός το γατάκι του στραγγαλισμένο και ρημαγμένος πήγε να το θάψει στον κήπο, στον ομαδικό τάφο γατιών, δολοφονημένων από τη γριά γειτόνισσα.


Η Στατήρω ήταν κοντά ενενήντα χρονών. Τη σιχαινόταν ακόμα και ο χάρος για να την πάρει σιμά του. Έμενε μαζί με τον γιο της, παιδί με πρόβλημα νοητικής υστέρησης και σοβαρής ψυχικής διαταραχής. Μένανε στο κέντρο του νησιού, στην παλιά πόλη σε ένα μικρό παραδοσιακό σπίτι. Λένε ότι το παιδί το έκανε με συγγενή της γι' αυτό και βγήκε ζαβό. Για να καλύψουν τη ντροπή την πάντρεψαν με έναν γέρο που κατοικούσε σε αυτό το σπίτι. Τον γηροκόμησε και τον κληρονόμησε. Τι κληρονόμησε δηλαδή... πήρε το σπιτάκι αυτό για να κρύψει την πομπή της, το καθυστερημένο της και τη δυστυχία της. Με τον καιρό έγινε πολύ εχθρική με όλους, κυρίως με τους πιο αδύναμους, όπως τα ζώα. Τα έβαζε με τις γάτες, που γεννοβολούν κάθε τόσο. Τις ζήλευε; Ποιος ξέρει; Ταυτιζόταν καθώς τις άκουγε να νιαουρίζουν απευθύνοντας το ερωτικό τους κάλεσμα και έβλεπε τους αρσενικούς να τις πιάνουν με δύναμη και να τις γκαστρώνουν. Ένας θεός ξέρει τι συνάψεις έκανε στο μυαλό της. Τις εκδικούνταν γι΄αυτό που της είχε συμβεί; Σκυλιά δεν πείραζε, τα φοβόταν, όμως τα γατάκια τα έπιανε με τα χέρια της και τους γύρναγε το λαιμό, τα στραγγάλιζε , τα έπνιγε, όπως ίσως θα ήθελε να κάνει και στο παιδί της, αυτό το διάολο που της ρήμαξε τη ζωή, που όλο της φώναζε, που του έτρεχαν τα σάλια, που τη χτυπούσε, που τα έσπαγε όλα μέσα στο σπίτι και ήταν η ζωντανή ανάμνηση μιας ολέθριας σχέσης. «Οι βρωμιάρες οι γάτες», την άκουσα κάποτε να φωνάζει, όλο πάνε και γκαστρώνονται. «Να δεις τι θα πάθεις παλιοπουτάνα, που μου θέλεις και γαμήσια!» την άκουσα να το λέει μια φορά με μια φωνή που με παρέλυσε, μου πάγωσε το αίμα. Ό, τι της έλεγε δηλαδή κι ο πατέρας της, όταν του είπαν ότι η κόρη του ήταν γκαστρωμένη. Κάποτε ήταν νέα και όμορφη λένε οι παλιοί. Θυγατέρα αυστηρής οικογένειας, με κανόνες απαράβατους στο σπίτι. Εκκλησιασμοί, νηστείες, οικογενειακές συνήθειες και επισκέψεις. Όλα αυτά. Ερωτεύτηκε όμως και εκείνη και ήταν συγγενής της. Πού να τον βρει τον ξένο, αφού δεν πήγαινε και πουθενά. Εκείνος , θείος της, την έβλεπε νέα και λαχταριστή και άλλο που δεν ήθελε. Την σαγήνεψε, την χαϊδολόγησε, και την βάτευε κρυφά στα χωράφια, μέχρι που την άφησε έγκυο και μετά έκανε τον ανήξερο. Το ξύλο που έφαγε από τον πατέρα της θα το θυμάται πάντα. « Μη Θύμιο μου! Λυπήσου τη! Έχει και το παιδί!» τον εκλιπαρούσε η μάνα της. Εκείνος έβγαζε το ζωνάρι και χτύπαγε αλύπητα. « Τι να τη λυπηθώ τη βρώμα; Αυτή μας λυπήθηκε εμάς, που μας ξεφτίλισε στο νησί; Όλοι θα λένε να ο Θύμιος με την τσούλα την κόρη του; Θα τη σαπίσω στο ξύλο να μάθει να μην ξανακάνει τις πουτανιές της, ούτε αυτή ούτε το μούλικο που κουβαλά! Άντε στο διάολο κι εσύ, γιατί εσύ φταις για την τσούπρα σου!» Όλο το νησί άκουγε τις κραυγές της! Άλλοι την λυπόντουσαν και άλλοι έλεγαν από μέσα τους «καλά να πάθει το πουτανάκι!»Ανάλογα τι κουβάλαγε ο καθένας.


Η αλήθεια είναι ότι η Στατήρω έκτοτε δεν αγάπησε ξανά κανέναν. Ξεράθηκε το μέσα της. Νόμιζε όταν ήταν νέα ότι το παιδί της θα ήταν η σωτηρία της και τον ονόμασε Σωτήρη. Δεν είχε το νου να παρατηρήσει από την αρχή την συμπεριφορά του παιδιού. Δεν έκλαψε αμέσως με το που γεννήθηκε, δεν πήρε ανάσα και μετά το κοίταγμά του ήταν περίεργο όπως και το άγγιγμά του. Τα χεράκια του θαρρείς από μικρό που ήταν σε έσφιγγαν σαν μέγκενη.Το παιδί από σωτηρία έγινε η ισόβια καταδίκη της, ο θάνατός της. Καθυστέρηση, διαταραχή, βία. Δεν πήγε στο σχολείο, δεν είχε φίλους. Ήταν ένα μεγάλο κομμάτι κρέας, ένας μυς που από καιρό σε καιρό, σαν τον γάτο έπιανε και ακόμα και την ίδια του τη μάνα να τη βατέψει όπως ο πατέρας του στα χωράφια. Τι να κάνει κι η Στατήρω, έπρεπε να κρύψει την πομπή της και αυτή η πομπή την ακολουθούσε μέσα στα χρόνια.


Στη γειτονιά κυκλοφορούσαν πολλές γάτες. Κάποιοι τις τάιζαν γιατί τις θεωρούσαν προστασία για τα ποντίκια. Μόνο η Στατήρω σταθερά τις στραγγάλιζε. Χρόνια τώρα, έπιανε τα νεογέννητα στα χέρια και τους γυρνούσε το λαιμό. Άλλες φορές χτυπούσε με τη σκούπα τις μεγαλύτερες γάτες και τις άφηνε ανάπηρες, καταδικάζοντάς τες σε οδυνηρό, βασανιστικό θάνατο. Την έχω ακούσει να η φωνάζει « Πάρε κι αυτή παλιοβρώμα!» Δεν ήθελε να τις βλέπει μπροστά της. Την ενοχλούσε ο τρόπος που αυτές αποδέχονταν τη φύση τους. Στη δική της περίπτωση, ήταν καταδίκη, στη γάτα όμως, είτε ο αδελφός , είτε ο πατέρας, είτε οποιοσδήποτε ήταν μόνο μια άλλη γέννα, ένα άλλο γατί.


Αναρωτιέμαι πόσο πόνο και απόρριψη είχε εισπράξει αυτή η γυναίκα, πόση ματαίωση όταν η στερνή της ελπίδα, η πράξη ανατροπής, η συνεύρεσή της με έναν άνδρα, από τον οποίο είναι σίγουρο ότι περίμενε να τη σώσει, να την ταξιδέψει , να τη βάλει σε ένα δικό της παλάτι, φτάνοντας σε μια ευτυχή κατάληξη όπως αυτή που κάθε κοπέλα στην εποχή της ονειρευόταν και που θα ήταν και η ασφαλής διαφυγή από τον τυραννικό πατέρα και τις οικογενειακές νόρμες, είχε τελικά αυτή την άδοξη κατάληξη. Παρατημένη από τον εραστή, που την γλέντησε και ας ήταν συγγενής, διωγμένη από την οικογένειά της, σαν μαύρο πρόβατο, υποταγμένη δουλικά σε έναν γέρο σύζυγο, μήπως και ξεπλυθεί η αμαρτία, φορτωμένη με τον σταυρό ενός άρρωστου παιδιού, καθημερινή αδυσώπητη τιμωρία. Γιατί τόση συμπυκνωμένη δυστυχία; Άλλες γνωστές της παντρεύτηκαν , μεγάλωσαν τα παιδιά τους, έχουν και εγγόνια, ενώ αυτή μόνη, φαροφύλακας σε μια βραχονησίδα, μόνη της καταδικασμένη να υπηρετεί το κύημα της επονείδιστης πράξης της. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι πρόστυχες οι γάτες έχουν το μυαλό τους μόνο στην αναπαραγωγή. Εκείνη χρίστηκε τιμωρός, τιμωρός των γατιών , της κοινωνικής κατακραυγής, της ανευθυνότητας, της κακιάς της τύχης. Τα γατάκια την πλήρωναν, έτσι εκδικούνταν τον θεό , που την τιμώρησε, τον άντρα, που την ατίμασε, τον πατέρα, που την ξεπούλησε στο σκλαβοπάζαρο και το παιδί – τιμωρία, που την σταυρώνει καθημερινά.


Εκείνο το βράδυ ακούστηκαν φωνές από το σπίτι της Στατήρως. « Λυπήσου με τύραννε ! Μου έχεις φάει τη ζωή! Όχι πια!» Σαν αγρίμι ακούγονταν τα βογκητά του Σώτου, βάζοντας ρυθμό στις κραυγές απελπισίας της μάνας του. Όλοι άκουγαν άλλη μια φορά τις κραυγές της πίσω από τις πόρτες τους και τα παράθυρά τους, όμως κανείς δεν τόλμησε να προστρέξει. Δεν τους ήταν και πολύ συμπαθής, αλλά φοβόντουσαν κιόλας. Τις επόμενες μέρες καμία κίνηση δεν φάνηκε στο σπίτι. Σαν έχει πέσει πένθος. Μαυρίλα και απόλυτη σιωπή. Δεν άνοιξε κανένα παράθυρο, δεν βγήκε , ούτε μπήκε κανένας. Έγινε ένα σούσουρο στη γειτονιά και στην αγορά, όμως κανείς δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά. Μετά από μέρες κάποιος παρατήρησε ότι μερικά γατιά είχαν κόκκινες πατούσες και γλειφόντουσαν με απόλυτη προσήλωση και ηδονική ανταπόδοση. Έμπαιναν στο σπίτι από τον φεγγίτη του μπάνιου όπως οι κλέφτες στο σπίτι όταν ο ιδιοκτήτης του λείπει διακοπές. Τα κόκκινα πατουσάκια στο πρεβάζι κίνησαν υποψίες . Κανείς δεν τολμούσε να μπει από μόνος του στο σπίτι. Περίμεναν όλοι μια εξουσία, μια Αρχή να αναλάβει την ευθύνη, να κάνει τυχόν ανακρίσεις, γιατί ήταν πια σίγουροι ότι κάτι τραγικό είχε συντελεστεί.

 

Όταν μπήκανε στο σπίτι, από την αυλή ακόμα, μύριζε το στεγνό αίμα. Φτάνοντας στη σάλα, πράγματα πεταμένα και σπασμένες πορσελάνες. Ένδειξη πάλης. Προχωρώντας στο δωμάτιο κάτω, παντού, γάτες να γλείφονται. Δεν την είδαν μέρες να τις κυνηγήσει και αποφασισμένοι να λύσουν το μυστήριο την αναζήτησαν. Πάνω στο κρεβάτι ο Σώτος απαλλαγμένος από την κακή του μοίρα και η Σατήρω επιτέλους απελευθερωμένη από τη δυστυχία της. Εκείνη χτυπημένη πολύ και παραδομένη στις πληγές της, ενώ πρωτύτερα μπόρεσε να στραγγαλίσει τον γάτο που της ρήμαξε τη ζωή, το γιο, κακέκτυπο του απαίσιου πατέρα του. Μπλαβιασμένος εκείνος με τα μάτια εξογκωμένα και ένα ρυάκι αίμα να τρέχει από το στόμα του. Ίσως να μην ήταν το δικό του αλλά της Στατήρως, από τις δαγκωματιές που της είχε κάνει σε όλο το κορμί. Οι γάτες έκαναν πάρτι, παίρνοντας επιτέλους εκδίκηση για όλες τις άλλες που εκείνη είχε σκοτώσει. Κοινωνούσαν το αίμα των σατανάδων και χόρευαν στο κολαστήριό τους το χορό του θανάτου.