Ήταν γύρω στις 4 το ξημέρωμα. Την είδα καθισμένη σε ένα πεζούλι στην Πανεπιστημίου. Σα να΄χαν σπάσει όλα της τα κόκκαλα, ένα κουφάρι σωριασμένο. Τα μάτια της πότιζαν με καυτά δάκρυα το ψυχρό πεζοδρόμιο. Την πλησίασα και την ρώτησα αν είναι καλά. Έγνεψε αρνητικά.

 

-Χρειάζεσαι κάτι;

 

Έγνεψε αρνητικά ξανά.

 

Κάθισα μαζί της. Το βλέμμα της όμως κοίταγε στο κενό. Κοίταγε αλλά δεν έβλεπε ό,τι έβλεπες και συ. Αν εστίαζες βαθιά στα μάτια της, ξεχώριζες εικόνες, σκηνές ολόκληρες μάλλον. Χέρια πάλευαν λυσσασμένα στον αέρα. Τα μάτια της κόκκινα όπως ήταν,έσταζαν αίμα. Ποιος αιμορραγούσε; Πότε; Ποιος; Ήταν εκείνη; Ήταν άλλος; Ήταν τα μάτια της ή η ψυχή της που σκιζόταν;

 

Ξάφνου παίρνει μισή ανάσα, ίσα ίσα για να προλάβει ν'αρθρώσει.

 

-Τι είναι πραγματικότητα;

 

Την κοιτάω απορημένη και συνεχίζει.

 

-Δε μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα. Tα βλέπω όλα και μοιάζουν αληθινά, τ' αγγίζω...το ίδιο. Τα αισθάνομαι αληθινά. Και μετά καταρρέουν όλα. Σαν καθρέφτης που σπάει σε κομμάτια τόσο μικρά που θρυμματίζονται και γίνονται σκόνη.

 

-Θες να μου πεις τι συνέβη;

 

-Δε με εμπιστεύομαι πια. Ό,τι βλέπω, ό,τι νιώθω είναι ψεύτικο. Καμιά φορά τσιμπιέμαι μήπως ονειρεύομαι αλλά όχι. Είναι αλήθεια! Μα ποια αλήθεια είναι;

 

Δεν απάντησα, δεν ήξερα τι ν'απαντήσω αλλά πονούσα μαζί της. Πώς να μην πονέσω άλλωστε; Ο πόνος δεν είχε ριζώσει απλά μέσα της, την περικύκλωνε σαν πελώριο, φορτωμένο, μαύρο σύννεφο. Αν ήσουν από κάτω, βρεχόσουν και συ. Να μάθω το λόγο; Γιατί; Μήπως έχει σημασία; Τι θέλω; Να την κρίνω; Να τη βοηθήσω; Μου είπε εκείνη ό,τι είχε ανάγκη να μου πει. Κράταγε ένα τσιγάρο στο χέρι, σβηστό.

 

Άπλωσα τα πόδια μου, ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο πλάι της. Έστριψα κι εγώ ένα τσιγάρο και μας άναψα και τα δύο. Ρούφηξε τον καπνό τόσο δυνατά σα να ήταν η πρώτη της ανάσα μετά από βουτιά στη θάλασσα. Σαν τα πνευμόνια της να το λαχταρούσαν ώρα.

 

Αβίαστα, έπιασα το χέρι της και το κράτησα σφιχτά. Πλημμυρισμένα τα μάτια της χαμογέλασαν, τα χείλη της πάλι, μια λεπτή γραμμή που χάλασε για λίγο την ευθεία της. Μείναμε εκεί αμίλητες καπνίζοντας και χαζεύοντας τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν.

 

Όταν τελείωσε το τσιγάρο της, σήκωσε το χέρι μου, το ακούμπησε στο μάγουλό της και το φίλησε.

 

Ήταν το "ευχαριστώ" της, τόσο ειλικρινές, τόσο ζεστό.

 

Το άφησε απαλά πάνω στα πόδια μου, σηκώθηκε στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα σα να συγκέντρωνε ό,τι δύναμη της έχει απομείνει και έφυγε.