6 Νοεμβρίου 2005

Μαρκέλλα Δελή", ακούστηκε το όνομά της, αντηχώντας στο εύρος της αίθουσας μέσω του μικροφώνου. Στη χροιά της φωνής που ακούστηκε θα μπορούσε κανείς να διακρίνει την προσποιητή ευγένεια, παράλληλα με την υπόνοια της απροθυμίας ντυμένη με τη μορφή της τυπικότητας εκείνου που απλώς εκτελεί εντολές.

 

Η μεγάλη αίθουσα ήταν γεμάτη από κόσμο. Στα πρόσωπα των παρευρισκομένων ήταν ζωγραφισμένη η αγανάκτηση, λόγω της πολυκοσμίας και της χρονοτριβής, μαζί με μια περιέργεια, εκείνη που συνήθως ακολουθεί την εκφώνηση ενός ονόματος και όλοι αναμένουν να το αντικρύσουν.

 

Στον μεγάλο χώρο επικρατούσε αναστάτωση που σταδιακά άρχισε να φθίνει με το άκουσμα του ονόματος της Μαρκέλλας. Οι ψίθυροι, έντονοι αρχικά, άρχισαν σταδιακά να ελαττώνουν και μερικά κεφάλια άρχισαν να γυρνούν σε αναζήτηση του προσώπου που καλούνταν να σηκωθεί. Οι ομιλίες που λιγόστευαν συνοδευόταν από τον ήχο της καταρρακτώδους βροχής που πλημμύριζε τους δρόμους, έπεφτε ορμητικά στις διάφορες επιφάνειες, προκαλώντας μικρές εκτοξεύσεις των σταγόνων, και χτυπούσε τώρα μανιωδώς τα μεγάλα παράθυρα της αίθουσας. Οι ψιχάλες κινούνταν νωχελικά πάνω στα τζάμια και κατηφορίζοντας ένωναν την υγρή σάρκα τους με κάποιες άλλες, που μέχρι πρότινος κινούνταν παράλληλα πάνω στο τζάμι, σε μια καταδικασμένη διαδρομή με δυσοίωνο τέλος.

 

Τα μάτια της ήταν στραμμένα στο παράθυρο που βρισκόταν δίπλα στη θέση της και το βλέμμα της χάιδευε τη διαδρομή των σταγόνων πάνω στο γυαλί. Με την άκρη του δακτύλου της άγγιξε το παράθυρο, διαγράφοντας την πορεία του νερού και ένιωσε πως το κρύο της διαφανής επιφάνειας έφτανε βαθειά μέσα στην ψυχή της. Αργό και διεκδικητικό.

 

"Μαρκέλλα Δελή" επανέλαβε ο εκφωνητής με έναν τόνο αδημονίας αυτή τη φορά, μιας και κανένα πρόσωπο δεν είχε κάνει την εμφάνιση του μετά το πρώτο κάλεσμα.

 

Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν μέσα στις ψηλοτάκουνες γόβες της και τα δάχτυλα των χεριών της, ακουμπισμένα στη μαύρη στενή της φούστα, λύγιζαν σπασμωδικά. Καθώς εκείνη παρατηρούσε έντρομη τα άκρα της να κινούνται αυθαίρετα, αισθάνθηκε το χέρι εκείνου στη μέση της και όλο της το κορμί ανατρίχιασε στο άγγιγμά του. Σπρώχνοντάς την απαλά από τη μέση την παρακινούσε να σηκωθεί από την θέση της και να προχωρήσει. Γύρισε και τον κοίταξε με τον φόβο ζωγραφισμένο στο όμορφο πρόσωπό της και το τρομαγμένο βλέμμα της συνάντησε το δικό του, προτρεπτικό και συνάμα τόσο γοητευτικό.

 

"Φοβάμαι" ψέλλισε.


"Δεν σου πάει ο φόβος, μικρή" της ψιθύρισε στο αυτί και εκείνη έκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας να ζαλίζεται από την ανάσα του πάνω της.

 

Σταδιακά εγκατέλειψε την ασφάλεια της θέσης της και άρχισε να βαδίζει με αργά βήματα μέσα στην μεγάλη, κατάμεστη αίθουσα, ευχαριστώντας παράλληλα την τύχη της καθώς ένιωσε τα πόδια της να βουλιάζουν σε ένα παχύ χαλί, γεγονός που σήμαινε πως τα τακούνια της δεν χτυπούσαν σε γυμνό πάτωμα προσελκύοντας ακόμη περισσότερα βλέμματα. Ενστικτωδώς έβαλε τις παλάμες στους μηρούς της πάνω από την κοντή της φούστα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προστατευτεί από τα βλέμματα του κόσμου, μερικά εκ των οποίων τα ένιωθε να καρφώνονται πάνω της και να βεβαιωθεί ταυτοχρόνως πως η φούστα της δεν θα ανέβαινε παραπάνω απ'ο,τι εκείνη έπρεπε ή καλύτερα παραπάνω απ'ό,τι εκείνη επέτρεπε.

 

Φθάνοντας στο κέντρο της αίθουσας ήρθε αντιμέτωπη και επίσημα πλέον με τον κόσμο, που στα μάτια της φάνταζε σαν ένα μεγάλο αρπακτικό γεράκι που κοιτούσε τη λεία του δευτερόλεπτα πριν της επιτεθεί. Μέσα στο ετερόκλητο πλήθος έψαξε με το βλέμμα της εκείνον. Από την τωρινή της οπτική γωνία τον είδε να κάθεται στην άκρη της αίθουσας, δίπλα της προτού εκείνη σηκωθεί. Παρατήρησε πως φορούσε πάλι τα γυαλιά της μυωπίας του, εκείνα που αγκάλιαζαν τα μεγάλα, καστανά του μάτια. Του πήγαιναν, του το είχε πει. Πότε ήταν, αλήθεια; Μερικούς μήνες αφότου είχαν γνωριστεί, θυμήθηκε κοιτάζοντάς τον βαθειά μέσα στα μάτια, ενώ συνέχιζε να στέκεται όρθια μπροστά στον κόσμο δίχως να μιλάει.

* * *

Ήταν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, κάπου στα τέλη Νοεμβρίου. Έβρεχε και τότε και στο μεγάλο σκοτεινό σαλόνι αντηχούσε σε κάθε γωνιά ο ήχος της βροχής που έμοιαζε να ακολουθεί με απόλυτη αρμονία τον ήχο των δεικτών του ρολογιού, που έδειχναν 7 η ώρα. Ένα μελαγχολικό απόγευμα, που το τιμωρούσε ανελέητα η βροχή, σφραγίζοντας την θλίψη του. Εκείνος στεκόταν όρθιος μπροστά στο μεγάλο παράθυρο, κρατώντας μία κούπα καφέ, παρατηρώντας αμίλητος την βροχή να οργιάζει έξω. Εκείνη τον παρατηρούσε μέσα από το μισοσκόταδο, καθισμένη άνετα στον καναπέ, έχοντας τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά στο στήθος της, χαϊδεύοντας αργά τα μπράτσα της, πάνω από το μάλλινο πουλόβερ της. Έπειτα σηκώθηκε, πήγε κοντά του, ενώ το μακρύ της τζίν σκούπιζε το πάτωμα, στάθηκε δίπλα του μπροστά από το παράθυρο χωρίς να σταματήσει να αγκαλιάζει τα μπράτσα της και κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα την βροχή μέσα από το τζάμι, του είπε: "σου πάνε πολύ τα γυαλιά". Δεν της απάντησε, ούτε και γύρισε να την κοιτάξει. Συνέχισε ατάραχος να παρακολουθεί με το βλέμμα του την βροχή. Αρκέστηκε μονάχα να πιει μια γουλιά από τον καφέ του ,φέρνοντας την κούπα αργά κοντά στα χείλη του, και τότε έπεσε ένας κεραυνός που έκανε το τζάμι να τρίξει και το δικό της στήθος να ανασηκωθεί απότομα από τον ξαφνικό θόρυβο.

* * *

Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως για τόσα δευτερόλεπτα, όσο η σκέψη της ταξίδευε, ήταν εκτεθειμένη μπροστά στον κόσμο δίχως να κάνει τίποτα, πάρα μόνον να κοιτάει εκείνον. Με την αμηχανία έκδηλη στο πρόσωπο και τις κινήσεις της έβαλε στα γρήγορα μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της, έπειτα το μετάνιωσε και την επανέφερε στην αρχική της θέση, δίπλα στο μάγουλό της. Του έριξε μια τελευταία ματιά, έπειτα γύρισε μπροστά στον υπόλοιπο κόσμο που την περίμενε, τους κοίταξε θαρρετά προτού τους ρωτήσει δυνατά και αποφασιστικά : "γιατί ξυπνήσατε σήμερα το πρωί;" ισιώνοντας ταυτόχρονα την πλάτη της.

 

Δεν τόλμησε να τον κοιτάξει ξανά, ήταν σίγουρη πως εκείνος θα θύμωνε που αθέτησε τη συμφωνία τους και για άλλη μια φορά έκανε του κεφαλιού της. Κι έτσι δεν μπόρεσε να δει το αμυδρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του, λίγο πριν αφήσει τον νου του να τρέξει ενάμιση χρόνο πίσω, τότε που την πρωτογνώρισε...