Δε θα σου μιλώ πια

 

Οι λέξεις μας ευτέλισαν τελικά.
Δε θα σου μιλώ πια,
δεν ξέρω καν αν θα σε κοιτάζω.
Οι λέξεις πόσο σε άλλαξαν
κι ούτε ξέρω ποιο χρώμα σου ταιριάζει.
Ούτε ξέρω αν μας έκανε καλό που γνωριστήκαμε δήθεν.
Δε θα σου μιλώ πια,
μα μη θυμώσεις.
Προτιμώ να βρω τι χρώμα σου ταιριάζει
κι ο θόρυβος δε με βοηθά.
Οι λέξεις ήταν πάντα δήθεν,
γιατί δήθεν ξέραμε τι να πούμε.

 

Το σχέδιο

 

Πίνω και πάλι στην υγειά της αιώνιας βλακείας,
της πιο βαριάς κι αναπόφευκτης μνείας,
ότι είμαι άνθρωπος, άρα κι απάνθρωπος.
Ενίοτε ήρωας, και κάπου υπάνθρωπος.
Κι ίσως εν τέλει ένας χαζός βατραχάνθρωπος,
που ψάχνει στο βυθό για θησαυρό μεγάλο,
ενώ η λήθη φωτεινό κάνει σινιάλο.
Και κολυμπώ μ' άλλους εφτά χαζούς αντάμα,
πέντε γυρεύουν για χρυσό και δυό για νάμα.

 

Είχαμε πει μια βραδυά στα σοβαρά κι αστεία
προτού χαθούμε οριστικά
μία μεγάλη να σκαρώσουμε ιστορία.
Τα πιο καλά μας ρούχα να φορέσουμε,
τάχα πως θέλουμε ν' αρέσουμε,
κι έτσι, οξυδερκείς, νέοι κι ωραίοι,
μυστήρια να δείχνουμε μοιραίοι.


Και μία νύχτα απ'αυτές τις λερωμένες
με διαφημίσεις για μπλέντερ και ματιές νυσταγμένες,
τότε που ο κόσμος το παιχνίδι θεωρεί χαμένο,
εμείς θα παίξουμε στο τζόγο ένα παλιό πεπρωμένο'
πως τάχα οι άνθρωποι σκοτώνουν ανθρώπους
γιατί να βγουν κερδισμένοι άλλους δε βρίσκουνε τρόπους.
Ήτανε σχέδιο λαμπρό και ευφυώς προσεγμένο,
δεν το προδίδω εδώ, το ΄χω γερά κλειδωμένο,
ούτε που πια θυμάμαι πού, γέμισε το μυαλό μου μαύρα φύκια,
και πλέω χρόνια τώρα μ' άλλους εφτά γελασμένους,
που σπρώχνουν βράχους ψάχνοντας για χρυσά φιρίκια.

 

Αγαπημένοι μου φτωχοί της γης μωρόσοφοι,
κάποτε λέγαμε πως ήμασταν φιλόσοφοι,
και μα την αμαρτία μου σκέφτομαι πια να σας σκοτώσω,
μήπως από χειρότερη ντροπή σας σώσω.
Μη σας ψαρέψει κάποια μέρα ένας ανίδεος ψαράς
και σας σερβίρει στα πιάτα μιας νέας γενιάς.

 

Κι όσο τσιμπά από τη σάρκα σας μερίδιο,
θα καταστρώσει -από τύχη- σχέδιο με το δικό μας ίδιο.