Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το αγαπημένο μου χρώμα ήταν το κόκκινο. Μου έδινε πάντοτε την εντύπωση ότι έχει τη δύναμη να ρουφάει τον κόσμο, να κάνει σκόνη εμάς τους ανθρώπους να μας αναγεννά και να μας παρασέρνει με πάθος, ένα αερικό που πρώτα έκλεβε τα μάτια μου και ύστερα με τύλιγε σαν δύοντας ήλιος. Κόκκινο δηλαδή φλόγα.


Στην κατασκήνωση που πήγαινα από τότε που ήμουν νιάνιαρο- αναμνήσεις που μυρίζουν πεύκο και κουκουνάρι σε συνδυασμό με έντονη γεύση σοκολατένιου κορμού και αταξίας- υπήρχαν δύο ζευγάρια κούνιες. Οι μπλε και οι κόκκινες. Μπορεί οι δεύτερες να ήταν πιο παλιές και πιο κοντά στο έδαφος, παρόλα αυτά υπήρξαν πάντα η πρώτη μου επιλογή. Συνήθιζα να κάθομαι με τις ώρες- τα πρώτα χρόνια με παγωτό στο χέρι και με τα πόδια της κολλητής μου σε πλήρη ευθυγράμμιση με τον μπλε ουρανό, με την δε τελευταία χρονιά να με βρίσκει ως επί το πλείστον μόνη, «μπαρουτοκαπνισμένη» και με σκέψεις που σηματοδοτούσαν το τέλος της αθωότητάς μου.

 

Φέτος η παρέα με έφερε στα παλιά λημέρια για ένα διήμερο. Πλέον όμως φέραμε όλες την ταυτότητα της φοιτήτριας. Ωστόσο, η πρώτη μου σκέψη μόλις πάτησα το πόδι μου στο λασπωμένο έδαφος και απέρριψα τη συμβατικότητα της τακτοποίησης, ήταν να τρέξω προς το καταφύγιό μου.

 

Φέρνω τα δάχτυλά μου στα χείλη μου και αφήνω ένα πικρό χαμόγελο. Ακόμα και αυτά έχουν αλλάξει. Το τέλος της αθωότητας.


Δυστυχώς το μόνο που υπήρχε στη θέση των άλλοτε κόκκινων κούνιων, ήταν ξεραμένα φύλλα και πευκοβελόνες. Ενστικτωδώς έφερα το χέρι μου στο στόμα και απαίτησα να ακούσω εξηγήσεις. Στο παιδιάστικο τρικ μου, η παρέα απάντησε με γέλια και νύξεις για νέες κούνιες, πιο ανθεκτικές, πιθανότατα μαύρες και πλαστικές.


Μέχρι την τελευταία μέρα δεν έπαψα να σκέφτομαι την απουσία αυτή του κόκκινου που με παρηγόρησε σε κάθε δύσκολη στιγμή. Μαζί με τις κούνιες συνειδητοποίησα ότι έλειπε επίσης η παραζάλη και οι φωνές των υπόλοιπων ομάδων την εποχή που ήμασταν μαθήτριες και φτάναμε τα εβδομήντα άτομα. Το πονηρό χαμόγελο να παρακούσουμε εντολές και να κάνουμε μπάνιο με κρύο νερό. Το να ανοίξουμε το κινητό ενώ ο τσιλιαδόρος κοιτάζει για το αν η ομαδάρχισσα παραμονεύει. Το να ζητήσουμε δεύτερο κομμάτι γλυκό χωρίς να μας καταλάβουν.


Πλέον όμως, είμαστε ελεύθερες να κάνουμε όλα τα παραπάνω γιατί η ενηλικίωση σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία. Δε χρειάζεται να λογοδοτήσουμε σε κανέναν, ούτε να υπακούσουμε σε κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα.


Και εμείς; Η παρέα μου; Είμαστε ίδιες με την εποχή που πηγαίναμε Τρίτη δημοτικού; Κάνω ένα γύρω τα μάτια μου ενώ οι υπόλοιπες τρώνε ανύποπτες το βραδινό τους. Όχι. Όλες έχουμε αλλάξει. Αλλά γυρνάμε ακόμα εδώ.


Φέρνω τα δάχτυλά μου στα χείλη μου και αφήνω ένα πικρό χαμόγελο. Ακόμα και αυτά έχουν αλλάξει. Το τέλος της αθωότητας.


Γι' αυτό και δε μου αξίζουν οι τρεις κόκκινες κούνιες.