Ο Βασίλης Ζούλιας εξομολογήθηκε ότι από οχτώ χρονών είχε αρχίσει να κάνει απόπειρες αυτοκτονίας, ενώ υπογράμμισε πως όποιος αντιμετωπίζει ανάλογες καταστάσεις θα πρέπει να ζητήσει βοήθεια από ειδικούς.  

 

Ο σχεδιαστής μίλησε για το πόσο δυστυχισμένος ένιωθε από νεαρή ηλικία, για τη μάχη του με τα ναρκωτικά, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως το 1986 σταμάτησε να γελά.  

 

«Ήμουν δυστυχισμένο παιδί, δυστυχισμένος άνθρωπος», είπε στην εκπομπή «Στούντιο 4» της ΕΡΤ, απαντώντας για το πώς ήταν στα 20 χρόνια του. «Είμαι μία εθισμένη προσωπικότητα, οπότε μέχρι να μπω στην ανάρρωση που έγινε στα 29 μου, ήμουν ένας άνθρωπος που μισούσε τον εαυτό του, στην κυριολεξία», εξομολογήθηκε. 

 

«Εγώ έχω καταλήξει ότι γεννήθηκα με αυτή την προδιάθεση και μετά βοήθησαν και οι συντεταγμένες», συμπλήρωσε και σημείωσε ότι η δυστυχία ξεκίνησε πολύ πριν από τα 20 χρόνια του. 

 

«Η εθισμένη προσωπικότητα γενικά αισθάνεται μία δυσκολία να αντιμετωπίσει τη ζωή. Δεν αντέχει, πονάει. Δεν εξηγείται ο πόνος, μας πονάει η πραγματικότητα», εξήγησε. 

 

«Όταν ήρθαν τα ναρκωτικά, ήρθαν σαν βάλσαμο μπορώ να πω, καταλάγιασε ο πόνος. Αυτό είναι το επικίνδυνο. Αλλά κατά κάποιο τρόπο σώθηκα γιατί είχα κάνει τόσες απόπειρες κι όταν πλέον ήπια, λέω βρήκα το φάρμακο δεν χρειάζεται να πονάω», δήλωσε. «Είχα κάνει και πριν, απόπειρες από 8 χρονών», εξομολογήθηκε. 

 

«Το 1986 σταμάτησα να γελάω, στα 23. Τότε που άρχισε η πολύ σοβαρή χρήση των ναρκωτικών, εμένα κράτησε 6 χρόνια όλο αυτό», επεσήμανε. Ερωτηθείς αν ζήτησε βοήθεια, απάντησε: «Μιλάμε για την Ελλάδα του ’80, δεν υπήρχε τίποτα εδώ. Η ομάδα που βρήκα το 1992 υπήρχε από το 1987 με 2-3 άτομα. Σήμερα υπάρχουν 150 τέτοιες ομάδες την εβδομάδα». 

 

Επίσης, συνέχισε, τότε ήταν πολύ διαφορετική η νομοθεσία περί ναρκωτικών. «Εξ ου και η ιστορία που με έπιασαν, πήδηξα στο κενό και ήρθε ο εισαγγελέας στο νοσοκομείο και μου ζήτησε συγγνώμη», είπε αναφερόμενος στη σύλληψή του για αγορά μικροποσότητας ναρκωτικών. 

 

«Δεν μπήκα φυλακή επειδή πήδηξα στο κενό, από το δικαστήριο. Ο αστυνομικός μου έλυσε τις χειροπέδες, να χαιρετίσω τη μητέρα μου, έφυγα, δεν μπόρεσε να με κρατήσει κανείς», περιέγραψε και πρόσθεσε ότι ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να εξηγήσει το περιστατικό. 

 

«Σε όλες οι απόπειρες έλεγες “θα πιω τα χάπια θα με βρουν, θα κόψω τις φλέβες μου θα με βρουν” αλλά το πήδημα ήταν κάπως διαφορετικό. Ήταν και απόπειρες προσοχής. Όταν ένα παιδάκι πίνει χλωρίνη οχτώ χρονών είναι “προσέξτε με”», πρόσθεσε. 

 

Ο Βασίλης Ζούλιας εξήγησε ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο μιλά για αυτά τα βιώματά του είναι προκειμένου να πει σε όσους αντιμετωπίζουν ανάλογα ζητήματα ότι πρέπει να ζητήσουν βοήθεια από ειδικούς. 

 

«Αυτό που λένε “αν δεν το κάνω μόνος μου δεν γίνεται, αυτό ξεχάστε το, δεν υπάρχει”. Και οι γονείς να ζητήσουν βοήθεια πρώτοι από ειδικούς για να ξέρουν πώς να φερθούν στο παιδί», τόνισε.