«...Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάννης, κι εκεί, μέσα στον απότομο και συνάμα εκκωφαντικό κρότο, άρχισαν όλα...Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας...».

 

«...Κι εγώ, επίσης, ένιωσα έτοιμος να ζήσω απ’ την αρχή. Θαρρείς και τούτη η τρομερή οργή με είχε εξαγνίσει απ’ το κακό, με είχε αδειάσει από ελπίδα, μπροστά σε τούτη τη νύχτα τη φορτωμένη με σημάδια κι αστερισμούς άνοιγα την αγκαλιά μου για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Έτσι καθώς τον ένιωθα τόσο όμοιό μου, τόσο αδελφικό επιτέλους, αισθάνθηκα ότι ήμουν και είμαι ακόμα ευτυχισμένος. Για να συντελεστούν όλα, για να νιώσω λιγότερο μόνος, ένα μου μένει να ευχηθώ, να έρθουν πολλοί θεατές τη μέρα της εκτέλεσής μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους...».[1]  

 

            Πριν από περίπου δυόμισι μήνες, μια μέρα σαν τις άλλες, η ρουτίνα των ανθρώπων που ζουν στις Βρυξέλλες, των Βέλγων, των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς, των Ευρωκρατών και των expatriates από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης διακόπηκε βάναυσα. Μπαίνοντας στο κτίριο της δουλειάς στις εννιά το πρωί, μου ζήτησαν να περάσω την τσάντα μου από τον έλεγχο ασφαλείας και όταν ρώτησα γιατί “καταλαβαίνετε, μετά από όσα έγιναν” μου απάντησαν οι υπάλληλοι. Χωρίς να έχω αντιληφθεί το γιατί μπήκα στο χώρο και μέχρι να βγω από το ασανσέρ ένας συνάδελφος τρομαγμένος μου ανακοίνωσε ότι μόλις έγινε και δεύτερη επίθεση στο μετρό από το οποίο είχε πριν λίγο κατέβει.

            Πριν προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε, τα κινητά σταμάτησαν να λειτουργούν, όσοι βρισκόμασταν μέσα δε μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε το χώρο και όσοι άργησαν λίγο και έμειναν απ’ έξω δε μπορούσαν να μπουν. Απεγνωσμένα μηνύματα από φίλους και συγγενείς στο ίντερνετ, παγωμένα βλέμματα που διασταυρώνονταν για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μπορούν να κρύψουν την ανησυχία. Η προσπάθεια να συνεχίσεις να εκτελείς τα καθήκοντά σου φυσιολογικά, κοροϊδεύοντας τον εαυτό σου ότι δεν έγινε τίποτα, και κάποια μετέωρα αστεία. Το ίδιο βράδυ στις γύρω πλατείες κάποιες παρέες πίνουν τη μπύρα τους, μερικοί ποδηλάτες με φωσφοριζέ κολάν περνάνε βιαστικά. Σαν από τότε που σήμανε πρώτη φορά αποκλεισμός στο τέλος του 2015 να συνήθισε γρήγορα η πόλη το συναγερμό και πια να μην πτοείται.

            Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η ζωή ξαναβρήκε τη ρουτίνα της. Οι ζημιές επισκευάστηκαν, οι εκδηλώσεις ενάντια στη βία και το μίσος ολοκληρώθηκαν και ο κόσμος έπαψε να μιλά για ό,τι συνέβη, σαν το κακό να ξορκίστηκε οριστικά. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως όλα άλλαξαν. Στον εξωτερικό κόσμο, δε μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει τις συχνές περιπολίες των σωμάτων ασφαλείας σε χώρους διασκέδασης και αναψυχής, σε πάρκα, καφετέριες, λαϊκές αγορές, λεωφόρους. Την παρέλαση οπλισμένων στρατιωτών για χάριν ασφαλείας. Την έμμεση βία που έρχεται να βάλει ένα ακόμα λιθαράκι φόβου στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ένα φόβο που θα έλεγε κανείς ότι καλλιεργείται σιγά σιγά, πληγώνοντας την ήσυχη λίμνη της αστικής ευημερίας, όπου «οι άλλοι» είναι πάντα μακριά από μας, που ο πόνος τους δε μας αγγίζει και που πίσω από τα τείχη μας ξέρουμε να περνάμε καλά.

             Πέρα όμως από την ανασφάλεια του να ζεις σε έναν κόσμο διαρκούς alert που όλα σου θυμίζουν ότι πρέπει να προσέχεις γιατί ξαφνικά όλα μπορεί να ανατραπούν, un état d’urgence, όπως αποκαλούν το θεσμικό πλαίσιο για τα νέα μέτρα που πήρε και η Γαλλία μετά τις επιθέσεις και συνεχίζει να τα διατηρεί, επανέρχεται και ο φόβος του «ξένου», του διαφορετικού από μας. Έναν ξένο, που αν καταφέρεις να τον προσδιορίσεις επαρκώς, με κριτήρια εμφανισιακά, γλωσσικά, θρησκευτικά, μπορείς πλέον να αισθάνεσαι ασφαλής.

            Από τότε που έγιναν οι επιθέσεις, κάποιοι προσπάθησαν να αναλύσουν τους λόγους που βρίσκονται πίσω από την ανάγκη ορισμένων συμπολιτών μας να πεθάνουν και να πάρουν μαζί τους και άλλους, τους οποίους όμως δε στοχεύουν προσωπικά. Έτσι λοιπόν, κάποιοι μιλούν για τον πόλεμο των πολιτισμών που ήρθε, όπου οι μουσουλμάνοι τώρα εκδικούνται τους αποικιοκράτες Ευρωπαίους για τις πολιτικές επέμβασής τους σε τρίτες χώρες από τις οποίες έχουν επωφεληθεί μέγιστα και συνεχίσουν να επωφελούνται. Κάποιοι κατηγορούν τους πρόσφυγες που έρχονται στην Ευρώπη για να μολύνουν τον δυτικό πολιτισμό, γιατί μας μισούν και θέλουν να μας καταστρέψουν εκ των έσω. Αυτοί υποστηρίζουν το κλείσιμο των συνόρων, την ενίσχυση των εξονυχιστικών ελέγχων ταυτοτήτων και την επιστροφή σε απολυταρχικές μορφές διακυβέρνησης με σαφή περιστολή των ατομικών ελευθεριών. Κάποιοι πάλι παραδίδονται στο φόβο και ζητούν από το κράτος να τους δώσει μια ψευδαίσθηση προστασίας με κάθε τίμημα.

            Όλες οι παραπάνω απόψεις αγνοούν παρά ταύτα μια πραγματικότητα που ζώντας κάποιος στις Βρυξέλλες για ένα διάστημα θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί. Η πολυπολιτισμικότητα που εκφράζεται μέσα από φεστιβάλ και εκθέσεις τέχνης είναι η επιφάνεια, όπως η εικόνα ενός ζευγαριού που πηγαίνει χέρι-χέρι σε σπίτια φίλων, κρύβοντας το πόσο δεν έχει ουσιαστική επαφή και τους εκάστοτε εραστές. Στην πόλη αυτή, η κάθε εθνοτική ομάδα τείνει να ζει στα δικά της χωρικά ύδατα, δίχως να αποζητά ή να πετυχαίνει την επαφή με τις υπόλοιπες. Η αίσθηση του ανήκειν σε μια ολοκληρωμένη κοινωνία φαίνεται να απουσιάζει και στον αντίποδα αυτής βρίσκεται η απλή «ανεκτικότητα», «la tolérance» προς κάθε τι το διαφορετικό.

Μετανάστες δεύτερης γενιάς όμως μιλούν για γειτονιές γκέτο, για νέα παιδιά που είναι ευάλωτα στις συμμορίες, για την εγκληματικότητα που τους βάζει σε έναν αέναο κύκλο παραβατικότητας-φυλάκισης-αποκλεισμού-παραβατικότητας, για την έλλειψη ευκαιριών που βιώνουν κάποιες ομάδες. Για όλους αυτούς τους ανθρώπους που μεγαλώνουν χωρίς σαφή ταυτότητα, ίσως το τυφλό έγκλημα να δίνει ένα λόγο ύπαρξης. Την αίσθηση ότι για μία και μόνη φορά, στα μάτια κάποιων, των οργανωμένων τρομοκρατών που ενεργούν βάσει των δικών τους συμφερόντων ή ενός θεού που τους παρατηρεί από ψηλά, υπήρξαν σημαντικοί. Ακόμα και αν αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά.

            Κάθε κοινωνία μπορεί να αποφασίσει αν θα οικοδομήσει ένα βασίλειο φόβου ή ένα βασίλειο αγάπης. Αν θα αυτοακρωτηριαστεί στην προσπάθειά της να αμυνθεί απέναντι στον εχθρό που δημιούργησε ή αν θα ανοίξει τα μάτια και με περισσό κουράγιο θα παραδεχθεί ότι κάτι δεν πήγε καλά.  



[1] Αλμπέρ Καμύ, «Ο ξένος», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.