Για να λειτουργήσει σήμερα μια παράσταση του Λεωφορείον ο Πόθος η ηθοποιός που ερμηνεύει την Μπλανς πρέπει να συνδυάζει το τέρας και το θύμα.
Για να λειτουργήσει σήμερα μια παράσταση του Λεωφορείον ο Πόθος η ηθοποιός που ερμηνεύει την Μπλανς πρέπει να συνδυάζει το τέρας και το θύμα.

 

Αν εξαιρέσεις τον Γυάλινο Κόσμο που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μαυρίκιος στο θέατρο Εμπρός το 1998, δεν είδα άλλη παράσταση έργου του Τενεσί Ουίλιαμς στην οποία η σκηνοθεσία να απαντούσε επαρκώς στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δραματουργίας του. Η παράσταση του Λεωφορείον ο Πόθος στο Σύγχρονο Θέατρο προστίθεται στις περιπτώσεις που επιβεβαιώνουν ότι οι σημερινοί σκηνοθέτες σαν να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν τα σύνθετα και αντιθετικά στοιχεία των έργων του.

 

Αρκεί να διαβάσεις τον πρόλογο της Σκηνής 1 του Λεωφορείον ο Πόθος για να αντιληφθείς ότι δεν φτάνει ο ρεαλισμός για να αντιμετωπίσεις αυτό το έργο – πρέπει να έχεις έτοιμη πρόταση για την ποιητικότητα που φέρει. Τα δύο στοιχεία είναι ισοδύναμα και η εξίσωση τόσο δύσκολη, ώστε συνήθως ή το ένα επικρατεί ή το άλλο – και τότε η ουσία του έργου ακυρώνεται. Δείτε την Μπλανς Ντιμπουά. Δεν είναι απλώς μια ξεπεσμένη αριστοκράτισσα (υπάρχουν πολλές τέτοιες στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία) – είναι προσωποποιημένη η εξαίρεση που, αδυνατώντας να προσαρμοστεί και να ενταχθεί, γίνεται ενοχλητική παραφωνία. Η Μπλανς δεν αντέχεται, κανείς δεν θα ήθελε να τη φιλοξενεί, πόσο μάλλον να μένει μαζί της. Είναι απροσάρμοστη, γι' αυτό και περιθωριοποιείται και τελικά αποκλείεται από τον κόσμο των «κανονικών». Αν κρίναμε το φαινόμενο ψυχρά, θα λέγαμε ότι, ναι, έτσι συμβαίνει, ο Δαρβίνος έχει δείξει πως μόνο όποιος προσαρμόζεται επιβιώνει. Η «αριστερή» Mary McCarthy έγραψε αμέσως μετά την πρεμιέρα του έργου στη Νέα Υόρκη τον Μάρτιο του 1948 τα εξής για την ηρωίδα: «[...] νευρασθενική, λεπτεπίλεπτη, συλλέκτρια φτηνιάρικων στολιδιών και στίχων από παλιά δημοφιλή τραγούδια, γεμάτη φόβο και ανησυχία και αμηχανία, με μεγάλη αγάπη στον θαυμασμό και υπερβολική αγωνία να τον αποκτήσει, ένα εκλεπτυσμένο κλοτσοσκούφι, η αιώνια, ψυχρή γεροντοκόρη [...] η γυναίκα που αναπόφευκτα έρχεται και στρογγυλοκάθεται και γεννά τον οίκτο με την ίδια της την κενότητα, γιατί τίποτα δεν μπορεί να της συμβεί, αφού η ζωή της δεν είναι παρά μια φθηνή ιστορία από περιοδικό που την αφηγείται στον εαυτό της ονειροπολώντας».

 

Για να λειτουργήσει σήμερα μια παράσταση του Λεωφορείον ο Πόθος η ηθοποιός που ερμηνεύει την Μπλανς πρέπει να συνδυάζει το τέρας και το θύμα.

 

Η βιτριολική κριτική της McCarthy έχει να κάνει προφανώς με μια διάσταση της δραματουργίας του Ουίλιαμς που δεν μπορεί να αγνοηθεί: τα πρόσωπά του δεν έχουν ιστορική και πολιτική συνείδηση. Είναι άνθρωποι βαθιά πληγωμένοι κάποτε στο παρελθόν, καθηλωμένοι στο τραύμα τους, που δεν εξελίσσονται ούτε αλλάζουν, απορροφημένοι από το δράμα του ξεπεσμού τους, μιας κάποιας αναπόδραστης καταστροφής. Η συνείδηση της επιλογής που δίνει στο άτομο τραγικό μέγεθος (γιατί μπορεί να αποβεί μοιραία) δεν υπάρχει.

 

Για να λειτουργήσει σήμερα μια παράσταση του Λεωφορείον ο Πόθος η ηθοποιός που ερμηνεύει την Μπλανς πρέπει να συνδυάζει το τέρας και το θύμα. Η Μπλανς είναι φαντασμένη και μυθομανής, πίνει, δεν έχει πρόβλημα να πάει με πολύ μικρότερους άνδρες, εκτός που, όπως η ίδια ομολογεί, είχε πολλές και διάφορες «συναισθηματικές περιπέτειες». Επιπλέον, αντιμετωπίζει την αδελφή της ως υπηρέτρια, περιφρονεί τον Κοβάλσκι (τον οποίο άλλη στιγμή φλερτάρει, στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού γοητείας που παίζει σχεδόν μηχανικά πια), απεχθάνεται το περιβάλλον στο οποίο ζουν και δεν σέβεται τον τρόπο ζωής τους, χειραγωγεί τον αφελή Μιτς. Το βαριά τραυματισμένο Εγώ της είναι τόσο διογκωμένο, που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους άλλους, δεν τους βλέπει, δεν τους κατανοεί.

 

Αρκεί να διαβάσεις τον πρόλογο της Σκηνής 1 του Λεωφορείον ο Πόθος για να αντιληφθείς ότι δεν φτάνει ο ρεαλισμός για να αντιμετωπίσεις αυτό το έργο – πρέπει να έχεις έτοιμη πρόταση για την ποιητικότητα που φέρει.
Αρκεί να διαβάσεις τον πρόλογο της Σκηνής 1 του Λεωφορείον ο Πόθος για να αντιληφθείς ότι δεν φτάνει ο ρεαλισμός για να αντιμετωπίσεις αυτό το έργο – πρέπει να έχεις έτοιμη πρόταση για την ποιητικότητα που φέρει.

 

Στην πιο ενδιαφέρουσα κριτική προσέγγιση για το Λεωφορείον ο Πόθος που έχω διαβάσει τελευταία, ο Ντάνιελ Μέντελσον (Περιμένοντας τους βαρβάρους, εκδ. Πατάκη 2016) επισημαίνει ότι αν δούμε την Μπλανς απλουστευτικά, σαν ηρωίδα της ποιητικότητας, αγνοούμε τη σαρκική πλευρά της, το γεγονός ότι από πολλές απόψεις δεν είναι το αντίθετο του Κοβάλσκι αλλά το θηλυκό αντίστοιχό του. Ο πόθος μόνο ακυρώνει την ήττα και τον θάνατο (οι συμβολισμοί των ονομάτων και των τοπωνυμίων του έργου μόνο τυχαίοι δεν είναι) και ο ερωτισμός πρέπει να είναι διάχυτος στη σκηνική ατμόσφαιρα της παράστασής του. Γιατί ο πόθος, η ανεπίτρεπτη επιθυμία και η απαγορευμένη ικανοποίησή της υπήρξαν ο όλεθρος της Μπλανς.

 

«Χωρίς τη μετουσιωτική δύναμη του σεξ – τη δύναμη που σε πολλά θεατρικά του Ουίλιαμς μπορεί να μεταμορφώσει το κοινότοπο σε υψηλό, μια δύναμη που, όπως και τόσα άλλα στο έργο του συγγραφέα, όπως και η ίδια η Μπλανς, είναι ταυτόχρονα κάτι ποταπό και αστραφτερό– το έργο κατάντησε όντως αυτό ακριβώς που έλεγε η McCarthy» γράφει ο Μέντελσον στο «New York Review of Books» για την παράσταση στο Μπρόντγουεϊ, με πρωταγωνίστρια την ακατάλληλη ως προς το ταμπεραμέντο και την εμφάνιση Νατάσα Ρίτσαρντσον (2005).

 

 

  

Στην ταπεινή Αθήνα και στο Λεωφορείον ο Πόθος που σκηνοθέτησε η Ελένη Σκότη τα ζητήματα που θέτει ο Μέντελσον είναι όλα παρόντα. Πρώτα απ' όλα, το ρεαλιστικό σκηνικό (το εσωτερικό ενός διαμερίσματος με δύο δωμάτια) ήταν πάνω σε εξέδρα που δεν επέτρεπε την κατά τα άλλα επιδιωκόμενη μεταφορά των θεατών στον κόσμο του έργου. Αυτό ήδη σημαίνει μια αμφίθυμη διάθεση ως προς τις επιδιώξεις της σκηνοθεσίας: θα δούμε μια «φέτα ζωής», επιτρέποντας στην ψευδαίσθηση να μας παρασύρει, ή ένα «θέαμα» ως προς το οποίο θα σταθούμε κριτικά; Αλλά έστω ότι το παιχνίδι κρίνεται από τις ερμηνείες των ηθοποιών. Οι πρωταγωνιστές, η Κόρα Καρβούνη ως Μπλανς, ο Γιάννης Τσορτέκης στον ρόλο του Κοβάλσκι, η Ηλιάνα Μαυρομάτη στον ρόλο της Στέλλας, είναι καλοί ηθοποιοί. Ωστόσο, μόνο η Μαυρομάτη είχε τη φυσικότητα και το λύσιμο που απαιτεί ο ρόλος. Η Καρβούνη, εκτός του ότι μετέφερε δύναμη και αυτοπεποίθηση ξένη προς την ανισόρροπη φιλαρέσκεια της Μπλανς, δεν ήταν συγκεντρωμένη και η προσοχή της ξέφευγε κάθε τόσο προς την πλατεία (τουλάχιστον στην παράσταση που εγώ παρακολούθησα). Ο Γιάννης Τσορτέκης σαν να έπαιζε μόνος του, κάπως παγιδευμένος στο όριο που υπήρξε για τον ρόλο του Πολωνού μετανάστατη η ερμηνεία και η εμφάνιση του Μάρλον Μπράντο – νομίζω ότι είναι εποχή πια να ελευθερωθούμε από την εικόνα του Μπράντο με το άσπρο φανελάκι και τα μυώδη μπράτσα.

 

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Γιώργος Δάμπασης, Αθηνά Αλεξοπούλου, Μιχαήλ Γιαννικάκης, Γιώργος Γερωνυμάκης, Γιάννης Δαμάλας, Χριστίνα Δημητριάδη, Βαγγέλης Κουντουριώτης) συμπλήρωναν τον στημένο, ψεύτικο κόσμο της παράστασης. Σφραγίδα μιας απόπειρας που, παρά τις ευγενείς προσπάθειες της σκηνοθέτιδας, έμεινε στην επιφάνεια είναι η τελική σκηνή. Στο φινάλε του έργου η Στέλλα κλαίει και οδύρεται και ο Στάνλεϊ γονατίζει δίπλα της, της λέει γλυκόλογα και, όπως γράφει η σκηνική οδηγία, «τα δάκτυλά του βρίσκουνε το άνοιγμα της μπλούζας της» – η απώλεια, η οδύνη και ο πόθος την ίδια στιγμή. Στην παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο η Στέλλα χαμογελά κουνώντας το μωρό της και ο Κοβάλσκι συνεχίζει να παίζει χαρτιά με τους φίλους του. Άλλο πράγμα.

 

Η κριτική δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO