Να απλώνεις τα πόδια σου ως εκεί που φτάνει το σκέπασμα. Το νόημα αυτής της σοφής λαϊκής παροιμίας θα ήταν χρήσιμο, νομίζω, να απασχολήσει τον ηθοποιό, και πλέον σκηνοθέτη, Δημήτρη Μυλωνά. Γιατί, στη γνωστή κατεύθυνση της κατά βούλησιν διασκευής, πήρε ένα έργο που προϋποθέτει υλικοτεχνικές δυνατότητες κρατικής σκηνής και γερό θίασο, το Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί του Τομ Στόπαρντ, και το έφερε στα μέτρα του, και στα μέτρα της μικρής σκηνής του θεάτρου Επί Κολωνώ.

 

Το έργο πήρε τη μορφή μιας σκηνικής μουτζούρας, όπου όλοι έπαιζαν τα πάντα, οι τρεις πόλοι έγιναν ένας, η αριστοτεχνική δομή καταργήθηκε, η ανάδειξη της θεατρικότητας πήρε τη μορφή σύγχρονης μπαλαφάρας.

 

Ο Στόπαρντ (γεν. 1937) είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας που χρησιμοποιεί το θέατρο ως όχημα για να πραγματεύεται δύσκολες ιδέες (από την παρακαταθήκη της φιλοσοφίας έως τις «καυτές» θεωρίες των φυσικομαθηματικών και οικονομικών επιστημών του 20ού αι.) κι έχει βασανιστεί με τις εκφραστικές κι επικοινωνιακές δυνατότητες (και α-δυνατότητες) της γλώσσας. Το θέατρο είναι γι' αυτόν ένα κείμενο που ζωντανεύει στη σκηνή, δηλαδή «γλώσσα», αλλά κι ένας χώρος ιδανικός για στοχασμό: εδώ ο θεατής μπορεί να αντιμετωπίσει τα μείζονα (την ύπαρξη, το τυχαίο, το αναπόφευκτο) ως θέαμα που προκαλεί θαυμασμό και λύτρωση, όχι τρόμο.


Διόλου τυχαία, λοιπόν, στο Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί (ένα από τα πρώτα του έργα, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 1966, ανοίγοντάς του τον δρόμο για τις επιτυχίες και την αναγνώριση της συνέχειας), το θεατρικό φαινόμενο πρωταγωνιστεί. Ο Στόπαρντ παίρνει τον θεμέλιο λίθο, το πλέον επιδραστικό έργο του αγγλικού θεάτρου, τον Άμλετ του Σαίξπηρ, και κάνει την έκπληξη: δεν ασχολείται, όπως τόσοι άλλοι, με τον νεαρό πρίγκιπα της Δανίας και τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας αλλά με το δίδυμο Ρόζενκραντζ και Γκίλντενστερν και τους θεατρίνους, δηλαδή με δευτερεύοντα πρόσωπα, χωρίς υπόσταση και ατομική σκέψη και φωνή, που ακολουθούν διαταγές και απλώς διευκολύνουν την εξέλιξη της πλοκής του σαιξπηρικού πρωτοτύπου. Συναρμόζει και συνδέει τις διαδρομές των τριών πόλων (το έργο του Σαίξπηρ, το δίδυμο Γκιλ και Ρος και τους ηθοποιούς με επικεφαλής τον Παίκτη) με θαυμαστό τρόπο, περνώντας τις ιδέες του με την ελαφρότητα της υψηλής κωμωδίας που αποθεώνει το παιχνίδι, το παράλογο, το απίθανο και το τυχαίο.


«Ιntellectual acrobat» (κατά τον Μάικλ Μπίλινγκτον), αρχίζει το έργο του με μια σκηνή όπου ο Ρος και ο Γκιλ παίζουν κορόνα-γράμματα. Ογδόντα πέντε συνεχόμενες φορές έρχεται κορόνα. Ο Γκιλ προβληματίζεται για τον νόμο των πιθανοτήτων, κι αφού αναφερθεί σ' έναν βασικό νόμο της οικονομικής θεωρίας, τον νόμο της φθίνουσας απόδοσης, μεταφέροντας τη βεβαιότητά του ότι πλησιάζει η στιγμή που η τύχη του θ' αλλάξει, καταλήγει: «Βάσει του νόμου ή, καλύτερα, της τάσης ή, θα μπορούσαμε να πούμε, της πιθανότητας ή του μαθηματικά υπολογισμένου τυχαίου με οποιαδήποτε τιμή, ο μέσος όρος της ρίψης νομισμάτων παραμένει αδιατάρακτος, το οποίο μας διασφαλίζει ότι δεν θα στενοχωρηθεί ο υποφαινόμενος που χάνει πάρα πολλά, ούτε θα στενοχωρήσει τον αντίπαλό του που κερδίζει πολύ συχνά. Αυτό επιφέρει μια μορφή αρμονίας κι εμπιστοσύνης, συσχετισμού του τυχαίου και του τακτικού σ' ένα καθησυχαστικό όλον που αναγνωρίζουμε ως φύση».

 

Δεν είναι το μοναδικό σημείο όπου ο Στόπαρντ παίζει με επιστημονικές ιδέες και θεωρίες. Πιο κάτω, αναγνωρίζονται σκέψεις που παραπέμπουν στη θεωρία των παιγνίων, κύριο αντικείμενο της οποίας είναι η ανάλυση των αποφάσεων σε καταστάσεις (παιχνίδια) στρατηγικής αλληλεπίδρασης, σύγκρουσης και συνεργασίας. «Έκανε είκοσι επτά ερωτήσεις μέσα σε 10 λεπτά. Και απάντησε τρεις» λέει ο Ρος για τον Άμλετ στη σκηνή που οι δύο «μπεκετικοί» ήρωες εξετάζουν πώς θα μπορούσαν να επιτύχουν στην αποστολή τους και να ξεκλειδώσουν το μυστικό του. Οι ενέργειες του ενός «αντιπάλου» εξαρτώνται άμεσα από τη θέση (στρατηγική) που θα επιλέξει ο άλλος.

 

Στο εξαρθρωμένο πλαίσιο, τα κωμικά σημεία έμοιαζαν φτηνά και οι έντονα δραματικές στιγμές (εκεί, ας πούμε, που γίνεται λόγος για τον θάνατο – τα πλέον αδύναμα σημεία του έργου) περιττές και κουραστικές...

 

Αργότερα, όταν ο Γκιλ λέει «H μηχανή έχει μπει σε κίνηση, έχει τον δικό της ρυθμό στον οποίο είμαστε... καταδικασμένοι. Κάθε κίνηση υπαγορεύεται από την προηγούμενη – αυτή είναι η σημασία του συστήματος», μπαίνεις στον πειρασμό να διακρίνεις αναφορά του συγγραφέα στη θεωρία των συστημάτων και στην Κυβερνητική. Να σκεφτείς ότι ο Στόπαρντ αντιμετωπίζει το έργο του σαν ένα σύστημα, μία σύνθετη δομή από υποσυστήματα χαμηλότερης περιπλοκότητας, τα οποία λειτουργούν αυτόνομα, αλλά ταυτόχρονα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ώστε κάθε αλλαγή σε ένα απ' αυτά να προκαλεί μεταβολές, όχι πάντα προβλέψιμες, στα υπόλοιπα και στο περιβάλλον του συστήματος.


Κι όμως, όλες αυτές οι ιδέες που κινούν τη δραματουργία δεν βαραίνουν το αποτέλεσμα, γιατί πρώτα απ' όλα το Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί είναι ένα έργο για το ένστικτο της μίμησης και την ανάγκη του παιχνιδιού, για την παράδοση της θεατρικής γραφής και της υποκριτικής τέχνης (τον Σαίξπηρ, την αυτοσχεδιαστική κωμωδία, τον Μπέκετ, την υποκριτική του μεγάλων κωμικών του βωβού κινηματογράφου κ.ο.κ.), τη συντεχνία, τους όρους της αγοράς, τις μόδες. Ο Στόπαρντ αξιοποιεί αυτούσια αποσπάσματα από το σαιξπηρικό έργο και, εντάσσοντάς τα στο δικό του, τα παρατηρεί, τα σχολιάζει, τα αντιστρέφει, επεκτείνει την ιστορία, παίζει με την τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω. Στήνει μια αίθουσα κατόπτρων, όπου το πραγματικό και το είδωλο, η ζωή και το θέατρο, δεν ξεχωρίζουν. Το βλέμμα ορίζει και τα δύο: το θέατρο υπάρχει μέσα από το βλέμμα του κοινού, οι άνθρωποι υπάρχουν μέσα από το βλέμμα των άλλων ανθρώπων. Κι όπως οι άνθρωποι λένε ψέματα, έτσι λέει και το θέατρο: όταν, ας πούμε, ο ηθοποιός παριστάνει κάποιον που πεθαίνει. Ο θάνατος, λέει ο Στόπαρντ, μόνο ως απώλεια μπορεί να νοηθεί, όχι ως «παρουσία».


Πέρασε τίποτε απ' όλα αυτά στην παράσταση του Δ. Μυλωνά; Λυπάμαι, όχι. Το έργο πήρε τη μορφή μιας σκηνικής μουτζούρας, όπου όλοι έπαιζαν τα πάντα, οι τρεις πόλοι έγιναν ένας, η αριστοτεχνική δομή καταργήθηκε, η ανάδειξη της θεατρικότητας πήρε τη μορφή σύγχρονης μπαλαφάρας (συντέλεσε το γεγονός ότι ο ηθοποιός που ανέλαβε τον Παίκτη θύμιζε τον Τζίμη Πανούση). Στο εξαρθρωμένο πλαίσιο, τα κωμικά σημεία έμοιαζαν φτηνά και οι έντονα δραματικές στιγμές (εκεί, ας πούμε, που γίνεται λόγος για τον θάνατο – τα πλέον αδύναμα σημεία του έργου) περιττές και κουραστικές. Οι ηθοποιοί (Γιώργος Παπαπαύλου, Θοδωρής Σκυφτούλης, Άννα Ελεφάντη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης) προσπάθησαν και κοπίασαν, αλλά από το πενταμελές σύνολο μόνο ένας είχε τα προσόντα να σταθεί: ο Γεράσιμος Γεννατάς, ένας σπουδαίος ηθοποιός στην καλή του στιγμή, πολύτιμο όργανο μεγάλης ακρίβειας στα χέρια καλών σκηνοθετών.

 

«Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρνταπό την Ομάδα Εν Δράσει

Επί Κολωνώ Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, 210 5138067 Κυρ.-Τρ. 21:15, εισ.: € 15, € 10