Σε ένα υπέροχο χιουμοριστικό skit στο BBC η Τρέισι Ούλμαν ενσαρκώνει μια ψυχολόγο που, κατά τη διάρκεια ενός group therapy, προσπαθεί να συμφιλιώσει τους συμμετέχοντες με μια μεγάλη αλήθεια: «Δεν σκέφτονται όλοι όπως εσείς», τους λέει. Χλωμιάζουν. «Πήγα στη δουλειά μου μετά το δημοψήφισμα για το Brexit και κάποιοι συνάδελφοί μου ήταν χαρούμενοι! Όλοι όμως στο timeline μου συμφωνούν μεταξύ τους!» λέει ένας κακομοίρης κλαίγοντας – και φυσικά όπως σε κάθε σπουδαίο αστείο, το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό: Είμαστε τόσο «κλεισμένοι» στην προσωπική μας βολή (που ενίοτε καθορίζεται από «ανοιχτόμυαλα» κριτήρια, έτσι για να μας χαϊδέψουμε λίγο παραπάνω) που οποιαδήποτε ακραία απόκλιση στιγματίζεται με τα πιο ακραία επίθετα. Κατά πόσο όμως αυτό συμβαδίζει με την πραγματικότητα;

 

Φυσικά ξεκινάω ένα κείμενο για τον Μάρκο Σεφερλή με αναφορά στην Τρέισι Ούλμαν, όπου, φαντάζομαι, το γευστικό αντίστοιχο θα ήταν αυτό ενός «βρόμικου», από τη μια, και ενός «αστεράτου» μπριάμ, από την άλλη. Μερικές φορές όμως (ίσως περισσότερες απ' όσες παραδεχόμαστε), θέλεις απλά να φας ένα «βρόμικο».

 

Η ταινία του Μάρκου Σεφερλή με τίτλο «Χαλβάη 5-0» βγήκε την περασμένη Πέμπτη στους κινηματογράφους. Τα νούμερα, την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, είναι ήδη υψηλά: Μοιάζει να έχει σημειώσει εισπράξεις που ξεπερνούν τα 30.000 εισιτήρια μέσα στις τέσσερις πρώτες ημέρες προβολής της. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ελληνικές φαρσοκωμωδίες, το γραφείο διανομής της προγραμμάτισε μια δημοσιογραφική προβολή από την οποία και απείχα. Είχα μια άλλη ιδέα: Να δω το «Χαλβάη 5-0» σε ένα γεμάτο σινεμά, παρέα με το κοινό του κωμικού. Θα μου πεις, δεν ήξερες τι να περιμένεις; Δεν έχεις παρακολουθήσει κλιπάκια στο ΥouTube; Ναι, έχω δει κάποια, μόνος στο σπίτι. Ήθελα να ζήσω τη συλλογική εμπειρία και, επίσης, ήθελα να δω με τα μάτια μου πώς στέκεται κινηματογραφικά ο Μάρκος Σεφερλής. Πείτε το συνδυαστική περιέργεια.

 

Επίσης, μεγαλώνοντας στα '80s, έτυχε να δω αρκετό Στάθη Ψάλτη στο σινεμά και θυμάμαι ακόμα πάρα πολύ έντονα τις αντιδράσεις του κόσμου έξω από την αίθουσα («τι σκουπίδια είναι αυτά») και μέσα στην αίθουσα, όπου έπεφταν σοβάδες και έτριζαν τα θεμέλια από τα γέλια. Και όχι, δεν έπαθα κάποια μόνιμη ζημιά (γνώμη μου, εντάξει).

 

Ούτε μία φορά δεν αισθάνθηκα την αίθουσα να τρίζει από τα γέλια. Ούτε μία φορά δεν ένιωσα τα θεμέλια να τρέμουν όπως στο «Ολύμπιον» και το «Παλλάς» στο Πασαλιμάνι, με ταινίες όπως το «Έλα να γυμνωθούμε ντάρλινγκ». Και υποτίθεται πως έχω έρθει στη φωλιά.

 

Έφτασα μεσημέρι Κυριακής στα Village του Ρέντη. Η ουρά για τα εισιτήρια, τεράστια, «προχωρούσε» όμως εξαιρετικά γρήγορα. Μπροστά μου ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας ξεφυλλίζει το πρόγραμμα: «Και αν γεμίσει ο Σεφερλής, τι θα δούμε» του κάνει εκείνη. «Κοίτα εδώ» της λέει. «Δραματική περιπέτεια! Τα αγαπημένα μας είδη σε μία ταινία!» (έχετε ακούσει πιο γλυκιά κουβέντα;).

 

Ένας άλλος, με την παρέα του: «Ρε σεις, αν τιγκάρει ο Σεφερλής να πάμε στον Τσιμιτσέλη; Κωμωδία δεν είναι;» μέχρι που του σκάει μούντζα σινεμασκόπ από κολλητό: «Να που είναι κωμωδία μαλάκα, δεν τους βλέπεις πώς είναι στην αφίσα;». Ήδη περνάω τέλεια.

 

«Μαμά, μαμά, δεν θα προλάβουμε» φωνάζει ένα αγοράκι πίσω μου με τη γυναίκα που το κρατά να φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά της Ελληνίδας μάνας – ένα βήμα πριν την απόγνωση. Τους παραχωρώ τη σειρά μου. «ΠΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ!» ακούγεται σε ολόκληρο τον όροφο και όλοι με κοιτάνε – αλλά ο μικρός έχει ήδη προσπεράσει άλλους δέκα.

 

Στην ουρά παίζουν όλα τα ντυσίματα του κόσμου, από επίσημα μέχρι casual, από καλαίσθητα μέχρι κιτς μνημεία, οι ενδυματολογικές «φυλές» έχουν εκλείψει δεκαετίες τώρα. Κάποιοι από 'δω μέσα θα μπορούσαν ανετότατα να είχαν πάει με τα ίδια ρούχα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

 

Με τα πολλά, φτάνω στο ταμείο. «Ένα για "Χαλβάη 5-0" λέω στην ευγενέστατη κοπέλα». Η απάντηση της με κομπλάρει: «Δεν σας το 'χα! Σας ακολουθώ στο Facebook». Αποτυγχάνω να αποτινάξω την κόμπλα μου σε αυτό το check δευτερολέπτων, χαμογελώ, λέω «συμβαίνουν κι αυτά» και πάω στην άλλη ουρά. Επιτέλους μπαίνουμε στην αίθουσα.

 

Ο Γιάννης Ζουγανέλης σε ρόλο ανθυπο-Q (αλά Τζέιμς Μποντ), το αυτοκίνητο από τους Dukes που σκάει ουρανοκατέβατο, ο Τζόκερ (στην αρχή της ταινίας), όλα ατάκτως ερριμμένα.
Ο Γιάννης Ζουγανέλης σε ρόλο ανθυπο-Q (αλά Τζέιμς Μποντ), το αυτοκίνητο από τους Dukes που σκάει ουρανοκατέβατο, ο Τζόκερ (στην αρχή της ταινίας), όλα ατάκτως ερριμμένα.

 

Ξεκινούν τα trailers. Ειλικρινά, όλα τα υπερηρωικά trailers μου φαίνονται ίδια. Σκάει και το trailer του «Call of the wild» με τον Χάρισον Φορντ και έναν CGI σκύλο. Σκέφτομαι «σοβαρά;». «Τελειώνετε!» ρίχνει μια φωνή ο δίπλα, αλλά έχει κι άλλα – αν και, παραδόξως, μόνο μία διαφήμιση. Και η ταινία ξεκινάει, κατευθείαν με τους τίτλους, χωρίς κάποια «εισαγωγική» σεκάνς, ας πούμε.

 

Το γέλιο στην αίθουσα «σκάει» με την πρώτη σκηνή και εδώ νομίζω είναι το πιο αυτοσαρκαστικό pun ολόκληρης της ταινίας: Ο Αστυνόμος Μπέκρας ξυπνάει, πέφτει από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας του, σκάει σε έναν σκουπιδοτενεκέ και ένα cut μας αποκαλύπτει πως, στο πλάι του, αναγράφεται: «ΣΕΝΑΡΙΟ: ΜΑΡΚΟΣ ΣΕΦΕΡΛΗΣ». Με πιάνουν τα χάχανα. Είναι σα να λέει στους επικριτές του: «Αφού σκουπίδι θα πείτε πως είναι η ταινία μου, ας το πω εγώ πρώτος, πριν από εσάς».

 

Δευτερόλεπτα πριν είχε προηγηθεί ένα πλάνο με μια αφίσα του «Naked Gun 3». «Όπα, να σου και η κινηματογραφική αναφορά. Ρε λες;» σκέφτομαι. Και κάπου εδώ τελείωσαν και οι εκπλήξεις για μένα.

 

Ο Μάρκος Σεφερλής δεν έχει καμία πρόθεση να προσφέρει κάτι περισσότερο απ' αυτό που περιμένει το ακροατήριο του. Η παραγωγή είναι φροντισμένη τεχνικά αλλά χωρίς χαρακτήρα, τα αστεία σχεδόν πάντα προβλεπόμενα αλλά σε ρυθμό μυδραλιοβόλου. Δεν θα έπρεπε να γίνονται εδώ παραλληλισμοί με τις ταινίες της ομάδας Ζ-Α-Ζ (υπεύθυνης για το «Τρελή απίθανη πτήση» ή τις «Τρελές Σφαίρες») αλλά περισσότερο με ταινίες τύπου «Meet the Spartans» όπου σημασία δεν έχει τόσο η ποιότητα αλλά η ποσότητα: Πες εκατό αστεία σε δέκα λεπτά και, δεν μπορεί, ένα θα πιάσει.

 

Ο Γιάννης Ζουγανέλης σε ρόλο ανθυπο-Q (αλά Τζέιμς Μποντ), το αυτοκίνητο από τους Dukes που σκάει ουρανοκατέβατο, ο Τζόκερ (στην αρχή της ταινίας), όλα ατάκτως ερριμμένα. Μέχρι που κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας μπάτλερ αλβανικής καταγωγής και τα παιδιά μέσα στην αίθουσα ξεκαρδίζονται με την υπερτονισμένη προφορά του.

 

Εδώ αρχίζω να ζορίζομαι. Σχεδόν αμέσως φέρνω στο νου μου τα –εντελώς αθώα– γέλια που έριχνα μικρός με τη βλάχικη προφορά του Μπαρμπαγιώργου στον Καραγκιόζη και κοιτάζω τα πιτσιρίκια δίπλα μου. Γελάνε πάλι, και ναι, είναι παιδιά (δηλαδή εξ ορισμού αθώα) αλλά οι εποχές δεν είναι το ίδιο αθώες πια. Εγώ έχω το πρόβλημα; Όχι. Οι επικριτές του Μάρκου Σεφερλή έχουν δίκιο: Το χιούμορ του Μάρκου Σεφερλή στοχοποιεί κυρίως συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, όχι επειδή το θέλει το κοινό του, αλλά επειδή αυτό είναι πιο εύκολο.

 

Θα μου πείτε, σε πιάνει ελιτισμός με το λαϊκό χιούμορ. Επαναλαμβάνω, με Ψάλτη μεγάλωσα. Και ο Στάθης Ψάλτης, όπως και ο Θανάσης Βέγγος πριν απ' αυτόν, ενσάρκωνε πάντα λαϊκά παιδιά της πιάτσας, συχνά, δε, βρισκόταν στο πλευρό των αδικημένων, όσο κι αν έκανε κι αυτός τις χοντράδες του. Εδώ, ένας α-ταξικός ήρωας [ο Μπέκ(ρ)ας] που μετατράπηκε σε κωμικό icon από τον Χάρρυ Κλυνν (για να θυμηθούμε το «Αλαλούμ») περιφέρεται σε μια αρένα προς τέρψιν ενός κοινού που έχει έρθει για να καταναλώσει ό,τι του πετάξει η ταινία, σε ένα long-play καλαμπούρι που δεν είναι ούτε ανατρεπτικό, ούτε καυστικό, ούτε αυθάδες, για να του δώσεις έστω αυτό το ελαφρυντικό.

 

Και, να πω και το χειρότερο απ' όλα; Ο Μάρκος Σεφερλής στέκεται όντως κινηματογραφικά, σαν παρουσία. Αναφέρομαι στο παίξιμο και το στήσιμό του: Ο ηθοποιός έχει πλήρη επίγνωση τού πώς πρέπει να προσαρμόσει τα εκφραστικά του μέσα για τις ανάγκες της μεγάλης οθόνης, και το έχει καταφέρει. Είναι δουλευταράς, αλλά εντέλει ανασφαλής για να εμπιστευτεί το ταλέντο του σε έναν σκηνοθέτη που θα τον βάλει σε μια τάξη, σε έναν σεναριογράφο που θα του γράψει αληθινά αστεία και όχι καλαμπούρια, σε μια παραγωγή που θα φροντίσει, ας πούμε, τα ειδικά εφέ (όλα τους επιπέδου Playstation).

 

Ο Μάρκος Σεφερλής δεν έχει καμία πρόθεση να προσφέρει κάτι περισσότερο απ' αυτό που περιμένει το ακροατήριο του.
Ο Μάρκος Σεφερλής δεν έχει καμία πρόθεση να προσφέρει κάτι περισσότερο απ' αυτό που περιμένει το ακροατήριο του.

 

Αλλά αυτές είναι γκρίνιες κριτικού, βάλτε τες στην άκρη. Το ζήτημα είναι αλλού: Ούτε μία φορά δεν αισθάνθηκα την αίθουσα να τρίζει από τα γέλια. Ούτε μία φορά δεν ένιωσα τα θεμέλια να τρέμουν όπως στο «Ολύμπιον» και το «Παλλάς» στο Πασαλιμάνι, με ταινίες όπως το «Έλα να γυμνωθούμε ντάρλινγκ». Και υποτίθεται πως έχω έρθει στη φωλιά.

 

Μάλιστα, άκουσα τουλάχιστον τρεις φορές τη φράση «έχει πολύ ακόμα;» επειδή, για κάποιο άγνωστο λόγο, η ταινία διαρκεί δυο γεμάτες ώρες, διάρκεια αδικαιολόγητη για κινηματογραφική κωμωδία. Και αναρωτιέσαι: Δεν υπήρχαν δίπλα στον Μάρκο Σεφερλή άνθρωποι σχετικοί με τον κινηματογράφο; Σίγουρα υπήρχαν – αλλά αυτή εδώ δεν είναι ταινία σκηνοθέτη. Είναι ταινία παραγωγού, του πρωταγωνιστή της δηλαδή, που την έκανε όπως ήθελε.

 

Η πιο συγκλονιστική αποκάλυψη λοιπόν ήταν αυτή για εμένα: Το κοινό δεν ξετρελάθηκε με την ταινία. Γελούσε συχνά, ναι, αλλά δεν συγχρονίστηκε ποτέ σε ένα μεγάλο χάχανο. Πότε γελούσαν κάποιοι στα δεξιά, πότε κάποιοι στα αριστερά, πότε κάποιοι πίσω μου, αλλά ουδέποτε μαζί. Και κάποια στιγμή κουράστηκαν – κάποιοι κανόνες έχουν λόγο ύπαρξης.

 

Πριν από την έξοδο της ταινίας ακουγόταν πως υπήρχε ενδεχόμενο συνταρακτικής εμπορικής επιτυχίας, που θα ξεπερνούσε ακόμα και τα νούμερα του «Safe Sex». Βάσει αυτού που εισέπραξα στην αίθουσα προχθές, δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Όσο για μένα, ήρθα –με μια δόση αλαζονείας– να δω ένα εξοργιστικό θέαμα πλάι σε εξωγήινους, θύμα κι εγώ της δικής μου «βολής», και είδα μια χλιαρή κωμωδία, με ένα καλοπροαίρετο κοινό που βγήκε για να διασκεδάσει και πήρε ό,τι είχαν να του δώσουν γιατί αυτή ήταν η ανάγκη του. Ε, νομίζω πως θα δεχόταν και κάτι καλύτερο. Κανείς δεν θέλει να τρέφεται μια ζωή με «βρόμικο».

 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας