— When we have sufficiently tortured ourselves for 2 tickets, please.

— Sorry? μου λέει γελώντας η κοπέλα στο ταμείο του Εθνικού θεάτρου.

— Sorry, I mean "When we have sufficiently tortured each other", 2 tickets, please.

 

Το ολίσθημά μου έκρυβε τα πολλαπλά βασανιστήρια που είχα περάσει αναζητώντας εισιτήρια της παράστασης. Δεν ήταν απλά δύσκολο να βρει κανείς εισιτήρια για το When We Have Sufficiently Tortured Each Other. Θα σας πω μόνο πως είναι η δεύτερη φορά που το Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου έκανε τη διανομή των εισιτηρίων μέσω ηλεκτρονικού κλήρου: η προηγούμενη ήταν για το Angels In America, μια παράσταση για το AIDS και την ομοφυλοφιλία στην Αμερική του '80. Και πώς να μην είναι τόσο δημοφιλή τα εισιτήρια μιας παράστασης που συνδυάζει και βουνό και θάλασσα, και avant-garde (Martin Crimp & Katie Mitchell) και Hollywood (Cate Blanchett). Περιττό να πω ότι είχα βάλει γνωστούς, φίλους και συνεργάτες να πάρουν μέρος στην κλήρωση για τα εισιτήρια. Τίποτα.

 

Και δεν ήταν μια παράσταση που θα μπορούσα να χάσω. Μάλιστα είχα φτάσει σε σημείο να μου λένε τι δώρο θέλω τα Χριστούγεννα και να απαντώ ένα εισιτήριο για την παράσταση. Ναι, τέτοια απελπισία. Βέβαια μιλάμε για παράσταση:

 

1) Με σενάριο Martin Crimp μετά από χρόνια σιωπής (7 για την ακρίβεια). Συμπτωματικά η τελευταία του παράσταση ήταν το 2012 και την είχα παρακολουθήσει κατά τύχη όντας φρέσκος στο Λονδίνο και συχνός επισκέπτης του Royal Court. Μιλάμε για τον θρυλικό Martin Crimp, τον οποίον λάτρεψα (εγώ κι ο κόσμος όλος) από το Attempts On Her Life, στο οποίο περιγράφει τις πολλαπλές ταυτότητες ενός ανθρώπου και το πώς γίνεται κάτι διαφορετικό ανάλογα με το σημείο αναφορά της, ανάλογα με το ποιος την περιγράφει. Ενός ανθρώπου που μεταμορφώνεται από σύζυγο-τρόπαιο ενός φασίστα, σε αυτοκίνητο διαφήμισης, σε πολεμίστρια εμπόλεμης ζώνης που προσπαθεί να περάσει τα σύνορα με το παιδί της που βρίσκεται μέσα σε δύο σακούλες.

 

Στην πρώτη σκηνή της παράστασης ακούμε μηνύματα στον τηλεφωνητή της, μηνύματα από εραστή της, μηνύματα από την οικογένειά της που της λέει ότι δεν μπορούν να τη στηρίξουν άλλο οικονομικά, μηνύματα από κάποιους που λένε ότι θα τη βιάσουν με ένα σπασμένο μπουκάλι. Και στο τέλος της σκηνής η μόνη επιβεβαίωση της ύπαρξής της είναι όταν ακούμε τον τηλεφωνητή να λέει "All messages deleted", όταν την αισθανόμαστε να πατάει το κουμπί για να σβήσει τα μηνύματα.

 

Σημειώνω ότι το συγκεκριμένο βιβλίο το είχα διαβάσει πριν από 4 χρόνια και δεν μου είχε κάνει καμία απολύτως εντύπωση, μάλιστα θυμάμαι ότι το είχα διαβάσει με το ζόρι! Το ξανάπιασα φέτος το καλοκαίρι τυχαία και το βρήκα από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ. Πως αλλάζουν οι άνθρωποι.

 

Μου είπαν ότι για την πρεμιέρα χθες, οι πρώτοι που κατάφεραν να πάρουν εισιτήρια είχαν έρθει στις 3. Α, μια χαρά, λέω, εγώ μπορώ να έρθω και νωρίτερα, και 12 το μεσημέρι. Όχι, μου απαντάει η κοπελίτσα στο τηλέφωνο, δεν καταλάβατε καλά. Αυτοί που πρόλαβαν να πάρουν εισιτήρια περίμεναν από τις 3 το πρωί (μου πέφτει το σαγόνι).

 

2) Σε σκηνοθεσία Katie Mitchell, που την έμαθα πριν από 2 χρόνια, όταν είχε ανεβάσει πρώτη φορά Sarah Kane στο Εθνικό του Λονδίνου, το Cleansed. Ομολογώ ότι πέρασα όλη την post-teenage φάση μου διαβάζοντας και quote-άροντας Sarah Kane ασταμάτητα, οπότε θα περίμενε κανείς ότι θα μου αρέσει έτσι κι αλλιώς η παράσταση. Έχω να πω ωστόσο ότι η σκηνοθεσία ήταν τόσο καλή που με το που ξεκίνησε, έκλαιγα ασταμάτητα σε σημείο που φοβήθηκα πως θα με διώξουν.

 

Για καλή μου τύχη γινόταν τέτοιος χαμός επί σκηνής (βλέπε ρεαλιστικότατοι ακρωτηριασμοί, ενέσεις σε μάτια, μια γυναίκα σε γυάλινο κουτί που όταν της έβαζες κέρμα σου έκανε στριπτίζ, ένα αγόρι που κρεμάστηκε live μπροστά σου από το σουτιέν του, λουλούδια να φυτρώνουν επί σκηνής) που κανείς δεν μου έδωσε σημασία. Πολύς κόσμος είχε λιποθυμήσει ή φύγει από την παράσταση. Εγώ έκλαιγα ακόμα και αφού είχε τελειώσει η παράσταση καθώς επέστρεφα σπίτι.

 

3) Στην οποία παίζει η Cate Blanchett, με την οποία έχω ένα περίεργο fangirl/ρουβίτσα moment που δεν είχα καν όταν ήμουν 16. Όλα ξεκίνησαν από την ταινία Carol που μέχρι σήμερα πρέπει να έχω δει καμιά 25αρια φορές. Εγώ που ποτέ δεν βλέπω ταινία δεύτερη φορά. Εξαιρώ φυσικά από το μέτρημα τις φορές που έχω δει την ταινία πηδώντας τα κομμάτια που μιλάνε άλλοι εκτός της Carol. Άλλοι βλέπουν Love Actually τα Χριστούγεννα, εγώ Carol. Μέχρι που έχω εφεύρει το Carol challenge: ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να χρησιμοποιήσεις σε συνομιλίες όσα περισσότερα τσιτάτα της Carol μπορείς σε μια μέρα. Προφανώς και δεν έχω χάσει ποτέ. Με τσιτάτα Carol έχω απαντήσει σε tinder συνομιλίες μέχρι και σε ερωτήσεις φοιτητών μου.

 

Βέβαια, Cate μου, ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει straight ηθοποιός να παίζει LGBT χαρακτήρα. Δεν είναι λίγο άδικο, βρε Cate, που κανείς LGBT ηθοποιός δεν έχει κερδίσει ποτέ κανέναν δημοφιλές βραβειάκι επειδή όλους τους ρόλους τους παίζουν straight; Κι ότι δεν φαίνεται να σου καίγεται καρφάκι, σύμφωνα πάντα με δηλώσεις σου; Τέλος πάντων.

 

Παρότι σε κάποιον μπορεί να φαίνονται «αρρωστημένες» οι σαδομαζοχιστικές καταστάσεις και πρακτικές που περιγράφονται, προφανώς και αυτοσκοπός δεν είναι η βία.
Παρότι σε κάποιον μπορεί να φαίνονται «αρρωστημένες» οι σαδομαζοχιστικές καταστάσεις και πρακτικές που περιγράφονται, προφανώς και αυτοσκοπός δεν είναι η βία.

 

Ίσως λοιπόν να καταλαβαίνετε καλύτερα τώρα τους λόγους για τους οποίους έκλαιγα με μαύρο δάκρυ που δεν μου έκατσε λαχνός για εισιτήριο. Σε εμένα και σε όσους απείλησα για να πάρουν μέρος στην ηλεκτρονική κλήρωση. Δεν απελπιστικά φυσικά και σκέφτηκα πως μπορώ να έρθω σε επαφή με τη μαύρη θεατρική αγορά. Για καλή μου τύχη (και για καλή τύχη της τσέπης μου) έμαθα ότι το Κρατικό διαθέτει κάθε μέρα εισιτήρια για να δεις την παράσταση εκείνη τη μέρα. Φυσικά μιλάμε για θέσεις restricted view βέβαια αλλά από το ολότελα δεν θα με πείραζε να βλέπω την Cate από μακριά, ακόμα και με κιάλια, ακόμα κι αν χρειαστεί να κρέμομαι από κανέναν εξώστη.

 

Τους πήρα λοιπόν τηλέφωνο για να μάθω περισσότερα. Μου είπαν ότι για την πρεμιέρα χθες, οι πρώτοι που κατάφεραν να πάρουν εισιτήρια είχαν έρθει στις 3. Α, μια χαρά, λέω, εγώ μπορώ να έρθω και νωρίτερα, και 12 το μεσημέρι. Όχι, μου απαντάει η κοπελίτσα στο τηλέφωνο, δεν καταλάβατε καλά. Αυτοί που πρόλαβαν να πάρουν εισιτήρια περίμεναν από τις 3 το πρωί (μου πέφτει το σαγόνι). Αυτοί που στήθηκαν στην ουρά κατά τις 7:30 με το ζόρι πρόλαβαν τα τελευταία (χαμός στο κεφάλι μου). Να τα ακούω τώρα όλα αυτά εγώ, που αν καμιά φορά κατά τύχη ξυπνήσω στις 9 το πρωί ξαναπέφτω να κοιμηθώ γιατί το θεωρώ μαύρο χάραμα.

 

Δεν πειράζει, λέω στον εαυτό μου, δεν είναι ότι δεν έχεις ξανακάνει ολονυχτία. Μια φορά που είχες χάσει το τελευταίο τρένο από Λονδίνο για Cambridge δεν είχες περάσει όλο το βράδυ σαν άστεγος μέσα στον St Pancras να ονειρεύεσαι από ποια πλατφόρμα έπαιρνε ο Harry Potter το τρένο για το Hogwarts; Το ζήτημα είναι πότε θα περάσεις αυτό τον Γολγοθά και πάλι, είναι θέμα χρόνου, σκεφτόμουν. Γιατί την παράσταση δεν θα την χάσεις.

 

Ταλαντεύομαι για το αν θέλω να πάω αύριο καθώς έχω ένα σημαντικό μίτινγκ με τους επιβλέποντες του διδακτορικού και δεν θέλω να τους πάω άυπνος, καθώς συμπεριφέρομαι σαν μεθυσμένος αν κοιμηθώ λιγότερο από 6,5 ώρες. Yolo, λέω, άσε μας με τους επιβλέποντες, ας σε δούνε και μια φορά λίγο εκτός εαυτού.

 

Βάζω ξυπνητήρι για τις 5:30 το πρωί λοιπόν, ώστε να προλάβω να στηθώ έξω από το Εθνικό στις 6:30 βαριά-βαριά. Πρέπει να ξύπνησα στις 5:30 αλλά αισθάνθηκα όπως αισθάνονται τα ζόμπι κι έτσι έκλεισα τα μάτια μου ελπίζοντας να παρέλθει αυτό που αισθανόμουν. Έβλεπα ένα περίεργο όνειρο, ήμασταν, σου λέει, στρατιές άνθρωποι που περιμέναμε να πάρουμε εισιτήρια για την παράσταση, όμως το όλο σκηνικό ήταν λίγο περίεργο γιατί δεν υπήρχε το Εθνικό θέατρο γύρω μας. Το μέρος έμοιαζε περισσότερο με τα μέρη που μας πήγαιναν ημερήσιες εκδρομές στο γυμνάσιο και αισθανόμουν λίγο σαν να έπαιζα σε μια περίεργη εκδοχή του Waiting for Godot. Συμπρωταγωνιστής μου ήταν ένα παιδί από το γυμνάσιο που τον κοροϊδεύανε κι αυτόν αδερφή καμιά φορά κι αυτός νευρίαζε και έλεγε ότι η μόνη αδερφή του σχολείου είμαι εγώ. Μετά από αυτό το όνειρο αποφασίζω συνειδητά να ξυπνήσω κι ότι καλύτερα να πεθάνω από το κρύο περιμένοντας για ένα εισιτήριο παρά να συνεχίσω να βλέπω τόσο fucked up όνειρα.

 

Κοιτάω το ρολόι και είχε πάει 6:30. Δεν προλαβαίνεις με την καμία σκέφτομαι, με του που θα πας θα είναι ήδη πολύ αργά. Θα ψοφήσεις από το κρύο έξω από το Εθνικό για το τίποτα. Ανοίγω το παράθυρο να δω πόσο κρύο έχει και είναι σχετικά καλά. Άντε, λέω, ντύσου γρήγορα. Καθώς είμαι στο Uber, διαβάζω ότι σε λίγες ώρες προβλέπεται χιόνι στο Λονδίνο. Τέλεια. Δεν μπορείς να κάνεις πίσω τώρα, μου λέω. Πάνε στήσου στη σειρά να κάνεις πρόβα κιόλας πώς θα είναι όταν θα γεράσεις και θα στήνεσαι έξω από το ΙΚΑ από το χάραμα.

 

Με το που φτάνω στη σειρά πρέπει να ήμουν ο 26ος που περίμενε. Θα ήμουν ο 25ος, αν δεν είχα μπερδέψει το πού αρχίζει με το πού τελειώνει η σειρά. Μέχρι να το καταλάβω κάποιος άλλος είχε γίνει 25ος. Όχι καλέ δεν ήταν προφανές: μάλιστα αυτός που μου έφαγε το 25 το καλό περίμενε και χθες στη σειρά όμως δεν κατάφερε να πάρει εισιτήρια (για αυτό και ήξερε πού να περιμένει). Οπότε χαλάλι του του ανθρώπου είπα.

 

Σκέφτομαι αν θα μείνω ή θα φύγω και μια Καναδή μου λέει ότι έχω πιθανότητες για εισιτήριο οπότε λέω να μείνω. Έλα που σε λίγο αρχίζει να βρέχει και να κάνει πολικό ψύχος. Η Καναδή να λέει ότι έχει ζήσει τα χειρότερα στη χώρα της αλλά τίποτα σαν το κρύο του Λονδίνου. Εγώ να προσπαθώ να ζεστάνω τα χέρια μου μέσα από τα γάντια, να αρχίζω να κουνιέμαι πέρα δώθε σαν εκκρεμές. Όλοι οι άλλοι να είναι χαλαροί και cool κι εγώ να έχω γίνει περισσότερο μπλε από στρουμφάκι.

 

Προσπαθώ να μην σκέφτομαι το κρύο και λέω να προσπαθήσω να γράψω στο μυαλό μου ένα ποίημα για το Λονδίνο που ξημερώνει ή για τους ανθρώπους που τρέχουν σαν τις χαζές μπροστά από τον Τάμεση στις 7 η ώρα το πρωί ή να αρχίσω να σκέφτομαι τι στο διάολο θα κάνω επιτέλους με τη ζωή μου, αλλά τίποτα. Ήμουν σε μια πολύ περίεργη κατάσταση που δεν με ανησυχούσε τίποτα και δεν με ενδιέφερε τίποτα. Ήμουν σε θέση να αποδεχτώ οποιαδήποτε μοίρα. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι ενώ υπό κανονικές συνθήκες θα τρόμαζα με τον τρόπο που αντιδρώ, δεν μου συνέβη ούτε αυτό.

 

Ευτυχώς η ώρα πέρασε σχετικά γρήγορα και ήταν ήδη 9:30. Μέχρι τότε όχι μόνο είχα απομνημονεύσει όλους τους ανθρώπους που περίμεναν στη σειρά αλλά αισθανόμουν μάλιστα ότι γνωριζόμασταν εδώ και καιρό. Η απάντηση στην αποξένωση του Λονδίνου είναι να στήνεσαι έξω από το Εθνικό για εισιτήρια, σκέφτηκα και γελούσα. Πριν μας βάλουν μέσα πέρασα κι άλλα βασανιστήρια.

 

Συγκεκριμένα άρχισαν να μας ρωτάνε για ποια παράσταση περιμένουμε και πόσα εισιτήρια θέλουμε. Όταν ήρθε η σειρά μου, μου είπαν ότι ενδεχομένως να μην υπάρχουν διαθέσιμα για εμένα. Τώρα είχε φτάσει η σειρά μου και ακούω αυτόν τον 25ο να του λένε ότι υπάρχουν μόνο 2 εισιτήρια διαθέσιμα. Για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω το πήρα πολύ ψύχραιμα, παρότι τόση ώρα στην αναμονή στο κρύο είχα γίνει παγοκολόνα που έλιωνε από τη ζέστη του Εθνικού. Τελικά, δεν κατάλαβα ποτέ πώς, υπήρχαν εισιτήρια και πήρα δύο. Θαύμα, αναφώνησα.

 

Όμως τα βασανιστήρια δεν τελείωσαν όταν πήρα τα εισιτήρια στο χέρι. Με το που τα πήρα, κάθε πέντε λεπτά έλεγχα αν είναι ακόμα στη θέση τους. Ούτε το Τζόκερ να είχα κερδίσει τέτοια παράνοια. Θα κατηγορήσω την αϋπνία ομολογουμένως. Δεδομένου ότι η θέση μου ήταν αρκετά μακριά από τη σκηνή, σκέφτηκα να αγοράσω αυτά τα περίεργα κιάλια με την αλυσιδίτσα που βλέπεις καμιά φορά να κρατάνε περίεργοι κύριοι και κυρίες. Δεν ήξερα καν πώς τα λένε ούτε στα ελληνικά ούτε και στα αγγλικά. Με τα πολλά κατάφερα επιτέλους να βρω το μοναδικό μαγαζί που τα πουλάει στο Λονδίνο (opera glasses τα λένε τελικά) και το οποίο ευτυχώς ήταν κοντά στο πανεπιστήμιό μου.

 

Δεδομένου ότι η θέση μου ήταν αρκετά μακριά από τη σκηνή, σκέφτηκα να αγοράσω αυτά τα περίεργα κιάλια με την αλυσιδίτσα που βλέπεις καμιά φορά να κρατάνε περίεργοι κύριοι και κυρίες.
Δεδομένου ότι η θέση μου ήταν αρκετά μακριά από τη σκηνή, σκέφτηκα να αγοράσω αυτά τα περίεργα κιάλια με την αλυσιδίτσα που βλέπεις καμιά φορά να κρατάνε περίεργοι κύριοι και κυρίες.

 

Η παράσταση

Με το που μπήκα στο φουαγιέ του θεάτρου, άρχισα αμέσως να αναγνωρίζω κόσμο. Σαν να κατέβαινα μια βόλτα στο γειτονικό καφέ και έβλεπα ανθρώπους που ξέρω από 5 χρονών. Σαν να μην ήμουν σε μια αχανή πόλη όπου ήμουν ευτυχής, αν μια φορά τον μήνα συναντήσω τυχαία στον δρόμο κάποιον γνωστό. Κι έτσι αισθάνθηκα για πρώτη φορά κάπως πιο οικείο το Λονδίνο, ίσως για μία μέρα θα μπορούσα να το αποκαλέσω «σπίτι μου». Με τους περισσότερος χαιρετηθήκαμε. Μοιάζαμε όλοι πολύ διαφορετικοί από τους περίεργους μποέμ εαυτούς μας που τουρτούριζαν το πρωί έτσι όπως «στέκονται σε μια ουρά/έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ' έναν υπάλληλο/κι εκλιπαρούν»... για ένα ψευτοεισιτήριο.

 

Μόλις πέρασε από μπροστά μου εκείνος ο συνομήλικός μου με τον αριθμό 22 που μας είχε βάλει να του κρατάμε τη σειρά ενώ αυτός είχε πάει να πάρει καφέ (και καλά). Επέστρεψε μετά από μια ώρα με το μαγουλάκι ροδοκόκκινο και τσουρουφλιστό, λέγοντας μας ότι δήθεν χάθηκε ενώ όλοι είχαμε καταλάβει ότι ήταν απλά κάπου ζεστά πίνοντας τον καφέ του, αποφεύγοντας το κρύο. Αυτόν ομολογώ δεν τον χαιρέτησα. Τώρα περνάει από μπροστά μου αυτός που ήταν ακριβώς πριν από εμένα στη σειρά και που είχα φοβηθεί ότι θα πάρει τα τελευταία εισιτήρια.

 

Κατά γενική ομολογία η παράσταση ήταν από αυτές που θα σου άρεσαν περισσότερο αν είχες διαβάσει από πριν το σενάριο. Μελετώντας το έργο τώρα, καταλαβαίνω πόσο ιδιοφυές είναι. Οι δυναμικές που αναπτύσσονταν μεταξύ των χαρακτήρων ήταν εξαιρετικά πολύπλοκες (θα ξηγηθώ γιατί, keep reading) διάλογοι που μάλιστα συνοδεύονταν κι από δυσνόητους μονολόγους. Συνεπώς πολλοί θεατές αισθάνθηκαν ότι κάτι τους ξέφευγε.

 

Ομολογώ ότι κι εγώ αισθάνθηκα το ίδιο, ιδίως επειδή εστίαζα περισσότερο στο πώς έπαιζαν οι ηθοποιοί παρά στη ροή της παράστασης. Ήμουν καρφωμένος με το κιάλι στην Cate, προσπαθώντας να μη χάσω ούτε την παραμικρή σύσπαση του προσώπου της. Και νομίζω δεν ήμουν ο μόνος. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνθηκα πως η παράσταση είχε στηθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ένας νοητός προβολέας να φωτίζει την Cate. Και ίσως και η παράσταση να στήθηκε ώστε τίποτα να μην ανταγωνίζεται αυτόν τον προβολέα της Cate. Κι αυτό για τους εξής λόγους.

 

Δεν μπορούσε κανείς να μην επικεντρωθεί στο πώς η Cate μεταμορφώνονταν με κάθε λέξη που έλεγε σε κάτι άλλο: από θύμα σε θύτη, από γατούλα σε μπρουτάλ, από σκλάβα σε αφέντισσα, από ειρωνική σε αυτοκαταστροφική, από συντετριμμένη σε προκλητική, από ωραιοπαθής κυρία σε ένα φρικαρισμένο πρόσωπο γεμάτο αίματα. Με όρους GNTM η Cate είναι σίγουρα κορίτσι που τσαλακώνεται.

 

Πρώτα από όλα, όπως είπα, ήταν δύσκολο σε πρώτη ανάγνωση να σε συνεπάρει το κείμενο αυτό καθαυτό. Από την άλλη τα σκηνικά δεν είχαν τίποτα απολύτως το εντυπωσιακό, τίποτα που θύμιζε τη μαγεία του Cleansed. Όλη η παράσταση λάμβανε χώρα στο ίδιο σκηνικό: ένα γκαράζ/εσωτερικός χώρος με ένα αυτοκίνητο. Όπως αναμενόταν, δεδομένης της σκηνοθέτριας, υπήρχαν πολλές στιγμές βίας, αίματα να βάφουν σχεδόν κάθε ρούχο που φορούσαν οι ηθοποιοί. Αλλά και πάλι, ούτε αυτά σε αποσπούσαν από την Cate.

 

Φυσικά και λιποθύμησε κόσμος δεδομένης της συνεχόμενης βίας επί σκηνής, λιγότερος συγκριτικά με το Cleansed, αλλά και πάλι. Δεν μπορούσε κανείς να μην επικεντρωθεί στο πώς η Cate μεταμορφώνονταν με κάθε λέξη που έλεγε σε κάτι άλλο: από θύμα σε θύτη, από γατούλα σε μπρουτάλ, από σκλάβα σε αφέντισσα, από ειρωνική σε αυτοκαταστροφική, από συντετριμμένη σε προκλητική, από ωραιοπαθής κυρία σε ένα φρικαρισμένο πρόσωπο γεμάτο αίματα. Με όρους GNTM η Cate είναι σίγουρα κορίτσι που τσαλακώνεται.

 

Ας επικεντρωθούμε όμως στο κυρίως πιάτο. Η παράσταση εμπνεύστηκε από το μυθιστόρημα Pamela του Samuel Richardson που ήταν μεγάλο σουξεδάκι της εποχής (μιλάμε για το 1790). Η ιστορία έχει ως εξής: πλούσιος γαιοκτήμονας αρχίζει να την πέφτει στο άκυρο σε υπηρέτριά του μετά τον θάνατο της μητέρας του. Μετά από πολλές ανήθικες προτάσεις και απόπειρες να τη βιάσει καταλήγει να την παντρευτεί επειδή αυτή κατάφερε και έμεινε «αγνή» και «ενάρετη».

 

Διαλύοντας οποιαδήποτε απόπειρα διδακτισμού (στον 21ο αιώνα είμαστε άλλωστε) ο Crimp ξαναγράφει την ιστορία ως μια S&M σχέση μεταξύ ενός στερεοτυπικά πλούσιου και μεγάλου σε ηλικία άντρα και μιας στερεοτυπικά φτωχής πλην όμορφης γυναίκας. Σπεύδω να τονίσω ότι η όλη παράσταση είναι μια κριτική στους έμφυλους ρόλους, οπότε μόνο κάποιος εντελώς ανίδεος θα μπορούσε να την κατηγορήσει ότι διαιωνίζει τέτοια στερεότυπα (όπως έκαναν κάποιες αγγλικές φυλλάδες, τονίζοντας ότι στην παράσταση φαίνεται το κωλαράκι της Cate ενώ ο άντρας κρατάει την ... «αξιοπρέπειά του»).

 

Μέσα από ένα ιδιοφυές συνεχές switching μεταξύ αφέντη και σκλάβου (σε πολλά σημεία ο άντρας γίνεται η γυναίκα φορώντας διχτυωτό καλσόν και η γυναίκα γίνεται ο άνδρας φορώντας σακάκια και φαρδιά παντελόνια, ενώ στην τελική σκηνή η γυναίκα φοράει strap-on και είναι έτοιμη να διεισδύσει στον άντρα, καθώς πέφτει η αυλαία) ο Crimp καταδικάζει την πατριαρχεία από όπου κι αν προέρχεται. Την πατριαρχεία με την έννοια της εξουσίας και των όσων εμείς ως σύγχρονη κοινωνία της επιτρέπουμε να κάνει.

 

Πάνω από όλα η παράσταση αρνείται απλουστευμένες ερμηνείες πολύπλοκων φαινομένων και ανόητες γενικεύσεις που χρησιμοποιούν ανθρώπους που δεν έχουν τη διάθεση να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει. Οτιδήποτε θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.
Πάνω από όλα η παράσταση αρνείται απλουστευμένες ερμηνείες πολύπλοκων φαινομένων και ανόητες γενικεύσεις που χρησιμοποιούν ανθρώπους που δεν έχουν τη διάθεση να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει. Οτιδήποτε θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.

 

Η παράσταση ξεκινά με τον άντρα (Stephen Dillane) να λέει στη γυναίκα (Cate Blanchett) ότι εκείνη είναι ένα παιδί κι αυτός ο άντρας, ότι αυτός έχει όλη την εξουσία κι αυτή καμία. Ότι πάντα θα είναι έτσι. Ότι αν ήταν αλλιώς αυτή θα τον είχε εγκαταλείψει ήδη. Σε επόμενες σκηνές θα δούμε τον άντρα να εξευτελίζει τη γυναίκα βάζοντάς την να συρθεί στο πάτωμα, διαβάζοντας τις κρυφές της σημειώσεις.

 

Αργότερα θα τη βάλει να γράψει επιδεικτικά όσα αυτός της υπαγορεύει στο ίδιο σημειωματάριο που σημειώνει τις σκέψεις της, προσβάλλοντας κάτι περισσότερο από τον προσωπικό της χώρο, αλλά την ίδια της την ανεξαρτησία και το δικαίωμά της να έχει γνώμη.

 

Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά θα φαίνονταν περισσότερο σοκαριστικά, αν δεν είχαμε δει το τέλος της πρώτης σκηνής: η γυναίκα ζητάει από τον άντρα να τη χαρακώσει στο πρόσωπο με νυστέρι, κάτι που εκείνος το κάνει. Μερικά λεπτά πιο πριν εκείνη του είχε πει «χτύπα με, θα προτιμούσα να με βιάσουν παρά να βαριέμαι». Σε λίγο βλέπουμε τον άντρα να ράβει την πληγή που της έκανε. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τους λόγους για τους οποίους η γυναίκα εξακολουθεί να μένει με την άντρα, αφήνοντας να υπονοηθεί ότι εξουσιάζεται από ένα σύνδρομο Στοκχόλμης.

 

Παρότι σε κάποιον μπορεί να φαίνονται «αρρωστημένες» οι σαδομαζοχιστικές καταστάσεις και πρακτικές που περιγράφονται, προφανώς και αυτοσκοπός δεν είναι η βία. Θυμάμαι αντίστοιχα ότι όταν η ίδια σκηνοθέτις ανέβασε το Cleansed της Sarah Kane, δύο χρόνια πριν στο Εθνικό, το BBC το χαρακτήρισε ανόητα ως «μια παράσταση για τον σαδομαζοχισμό». Όσοι μπήκαν στον κόπο ποτέ να διαβάσουν Sarah Kane έχουν καταλάβει ότι το Cleansed, αν θέλουμε να είμαστε όσο απλουστευτικοί όσο ένας τίτλος εφημερίδας, είναι μια παράσταση που μιλάει για τον έρωτα και τα βασανιστήρια στα οποία υπόκεινται οι άνθρωποι που αγαπούν πολύ.

 

Στο When We Have Sufficiently Tortured Each Other σκοπός είναι να αναγνωριστούν δυσλειτουργικές δυναμικές σε συμπεριφορές που υπάρχουν παντού τριγύρω μας: γυναίκες που κακοποιούνται από συζύγους τους αλλά έχουν τόσο συνηθίσει τη βία, ανθρώπους που προτιμούν τη βία από τη βαρεμάρα ίσως επειδή δεν μπορούν να αισθανθούν τίποτα άλλο, συζύγους που δεν νοιάζονται για τίποτα και για κανέναν εκτός από την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών.

 

Η τελευταία τρομακτικά σκοτεινή πτυχή της ανθρώπινης φύσης εκδηλώνεται όταν ο άντρας περιγράφει στη γυναίκα όσα νομίζει ότι εκείνη θέλει από αυτόν με μια τρομερή επιφανειακότατα: προφανώς το κάνει για να την κερδίσει κι όχι επειδή νοιάζεται για αυτήν. Μάλιστα, αργότερα, της λέει ξεκάθαρα πως έκανε ό,τι ακριβώς του ζήτησε εκείνη, όχι επειδή το ζήτησε αυτή αλλά επειδή το ήθελε αυτός και όλο αυτό ήταν απλά μια ευχάριστη σύμπτωση.

 

Αυτή η εγωιστικότατη φύση του άντρα –ο οποίος μάλιστα δεν κάνει καμία απόπειρα να την αποκρύψει– εκδηλώνεται και στις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους. Παρότι τους φέρεται καλά ώστε να πάρει αυτό που θέλει, κατά βάθος τους βλέπει ως παιδιά ενός κατώτερου θεού. Όπως λέει χαρακτηριστικά «επειδή μιλάω μαζί σου δεν σημαίνει ότι σε καταλαβαίνω και ασπάζομαι τα επιχειρήματά σου· μιλάω ακόμα και σε αυτόν που μου γυαλίζει τα παπούτσια». Η συγκεκριμένη φράση με πόνεσε, καθώς με έκανε να σκεφτώ όλες εκείνες τις φορές που αισθάνεσαι μια σύνδεση με τους ανθρώπους με τους οποίους επικοινωνείς, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορείς να ξέρεις τι ισχύει από την πλευρά τους. Με έκανε να σκεφτώ ότι οποιοσδήποτε έχει εξουσία επάνω σου μπορεί να σε βλέπει ως υποδεέστερο και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό.

 

Εξακολουθώντας να ασκεί εξουσία, σε επόμενη σκηνή ο άντρας λέει σε μια υπέρβαρη κοπέλα «ξέρεις γιατί είσαι χοντρή; επειδή είσαι φτωχή». Κάτι που μου θύμισε έντονα την ξεδιαντροπιά της εξουσίας: Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει κανένας απολύτως έλεγχος στα τρόφιμα από το κράτος. Με αποτέλεσμα οι φτωχοί άνθρωποι να έχουν πρόσβαση μόνο σε κακής ποιότητας τυποποιημένα τρόφιμα ενώ τα φρέσκα και υγιεινά είναι πανάκριβα. Το αποτέλεσμα; Πολλοί φτωχοί άνθρωποι στην Αμερική να είναι υπέρβαροι και η ίδια η πολιτεία να τους ντροπιάζει για κάτι το οποίο η ίδια τους έκανε να είναι, διαδίδοντας ότι το να είσαι υπέρβαρος είναι πρόβλημα υγείας.

 

Όλα αυτά με έκαναν να σκεφτώ πως είναι μια μορφή εξουσίας να λες στους ανθρώπους πώς πρέπει να είναι (αδύνατος, γυμνασμένος, όχι αδερφή κ.λπ.). Στην παράσταση στοχοποιούνται και άλλες μορφές εξουσίας. Η εξουσία της ομορφιάς, για παράδειγμα, η εξουσία που ασκεί η γυναίκα ούσα όμορφη και αδύνατη, καταδεικνύεται στον διάλογό της με την υπέρβαρη κοπέλα: όταν η κοπέλα σχεδόν κάνει μονόλογο και η γυναίκα πουδράρεται και μακιγιάρεται ασκώντας την εξουσία της με μια άκρως περιφρονητική στάση. Αντίστοιχα, στη σχέση της με τον άντρα, δεν είναι λίγες οι φορές που η γυναίκα χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά ούσα προκλητική, σε σημείο ακόμα του να βάλει το χέρι του άντρα στο πωπουδάκι της.

 

Πάνω από όλα η παράσταση αρνείται απλουστευμένες ερμηνείες πολύπλοκων φαινομένων και ανόητες γενικεύσεις που χρησιμοποιούν ανθρώπους που δεν έχουν τη διάθεση να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει. Οτιδήποτε θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Είμαστε πολύ περισσότερα από τα σώματά μας, το φύλο και της σεξουαλικότητά μας. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θέλουν κάτι πολύ συγκεκριμένο από εμάς, που θα θέλουν έναν συγκεκριμένο «τύπο» ανθρώπου από εμάς. Που δείχνει συνεπώς ότι δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για εμάς αλλά για τα θέλω τους.

 

Μία από τις αγαπημένες μου φράσεις της γυναίκας προς τον άνδρα είναι «καμία ιστορία για τη διείσδυση του σώματός μου δεν μπορεί να ορίσει τι είμαι», ως απάντηση στην εμμονή του άντρα με το σώμα της. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα προσπαθήσουν να μας απλουστεύσουν και να συνεπώς μας υποβιβάσουν. Κι εμείς δεν θα πρέπει να τους το επιτρέψουμε ποτέ. Ό,τι εξουσία κι αν ασκούν πάνω μας.