ADVERTORIAL

 

Έχει μπει δύο φορές στη short-list για το βραβείo Booker, πολλοί τον συγκρίνουν με συγγραφείς όπως ο Χαρούκι Μουρακάμι, ο Τόμας Πίντσον και ο Άντονι Μπέρτζες: αυτά είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τον David Mitchell, τον συγγραφέα που έγινε ευρύτερα γνωστός το 2004 χάρη στο βιβλίο του «Ο άτλας του ουρανού», που θεωρήθηκε αριστούργημα, ένα από τα σύγχρονα κλασικά του 21ου αιώνα ‒ μάλιστα έγινε ευρύτερα γνωστός όταν αυτό μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τις αδελφές Γουατσόφσκι («Cloud Atlas»).

 

Ωστόσο αυτά τα διαπιστευτήρια, όσο ισχυρά κι αν είναι, μάλλον δεν του είναι απαραίτητα, καθώς το έργο του Mitchell, στο οποίο αναμειγνύονται διαφορετικά είδη, είναι μοναδικό ‒ ήδη χαρακτηρίζεται υβριδικό, πειραματικό, αλλά όχι απροσπέλαστο. Μέχρι σήμερα ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί με το ιστορικό μυθιστόρημα, το Βildungsroman και την επιστημονική φαντασία, ενώ οργανώνει το υλικό του δημιουργώντας διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στα οκτώ βιβλία του, με αποτέλεσμα να τα καθιστά τόμους ενός «υπερμυθιστορήματος». Οι ήρωες επανέρχονται από ιστορία σε ιστορία, έτσι ο Mitchell δίνει τη δυνατότητα στους αναγνώστες για μια ευρύτερη θέαση και σύνδεση του ιδιαίτερου σύμπαντός του ‒ αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως κάθε βιβλίο δεν διαβάζεται και αυτόνομα.

 

«Utopia Avenue»: Το νέο βιβλίο του David Mitchell

 

Το τελευταίο του έχει τίτλο «Utopia Avenue» και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη. Αφηγείται την ιστορία του πιο περίεργου βρετανικού συγκροτήματος, των Utopia Avenue, που ξεκίνησε από την ψυχεδελική σκηνή του Λονδίνου και, περνώντας από τα κλαμπ του Σόχο, έφτασε στην Αμερική, ακριβώς τη στιγμή που η αθωότητα των ’60s συναντούσε τον ρεαλισμό μιας σκληρής και σκοτεινής πραγματικότητας, όπου τα όνειρα, η τρέλα και η ορμή για ζωή συνυπήρχαν με τα ναρκωτικά, τον πόνο και τις ψευδαισθήσεις που διαλύονταν με αιφνίδιο τρόπο. Η πορεία των μελών του συγκροτήματος, τα προσωπικά τους διλήμματα, οι βαθιές φιλίες που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και ο τρόπος που όλα αυτά τα επηρέασαν οργανώνονται αφηγηματικά γύρω από τις λιγοστές κυκλοφορίες τους: τα μέρη του βιβλίου αντιστοιχούν στα άλμπουμ τους, τα κεφάλαια στα τραγούδια. Εδώ, εκτός από τις συνδέσεις με άλλα βιβλία του Mitchell («Τα Χίλια Φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ», «Τα Κοκάλινα Ρολόγια»), θα δούμε και ιερά τέρατα της μουσικής, όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο Λέναρντ Κόεν, η Τζάνις Τζόπλιν και ο Τζιν Κλαρκ, να κάνουν το πέρασμά τους.

 

Οι προσωπικότητες αυτές, βέβαια, είναι υπαρκτές, οι Utopia Avenue όχι, κι αυτό ήταν κάτι που δυσκόλεψε τον Mitchell. «Υπάρχει το στοιχείο του αδύνατου ήδη από το ξεκίνημα του εγχειρήματος. Τα μυθιστορήματα φυσικά δεν έχουν μικρόφωνα, έτσι έπρεπε να βρω έναν τρόπο να τραβήξω την προσοχή των αναγνωστών, ενώ έγραφα για ένα συγκρότημα που δεν υπήρξε ποτέ», δήλωσε σε συνέντευξή του. Γι’ αυτό ξεκίνησε να διαβάζει βιογραφίες και απομνημονεύματα μουσικών, έκανε μαθήματα κιθάρας και πιάνου, ώστε να καταλαβαίνει τους ειδικούς όρους, μίλησε με μουσικούς για να μάθει πράγματα που μόνο εκείνοι ξέρουν και καταλαβαίνουν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η δυσκολία που αντιμετώπισε ήταν διπλή: δεν έπρεπε μόνο το μυθιστόρημα να είναι αυθεντικό· εξίσου αυθεντικοί έπρεπε να δείχνουν και οι μουσικοί.  

 

Και πείστηκε ότι τα κατάφερε όταν ο εκδότης του τον ενημέρωσε πως κάποιοι κριτικοί που διάβασαν το βιβλίο τον ρωτούσαν αν το συγκρότημα υπήρξε στην πραγματικότητα. Σε αυτό συμφωνούν έντυπα που μιλούν για την ιδιοφυή γραφή του, χαρακτηρίζοντάς τον έναν «από τους πιο ηλεκτρικά φορτισμένους εν ζωή συγγραφείς» («The Boston Globe»), και συγγραφείς όπως ο Tony Parsons, που έκανε λόγο για «ένα επικό ερωτικό γράμμα στην καλύτερη μουσική που φτιάχτηκε ποτέ». Το γεγονός ότι το «Utopia Avenue» περιλαμβανόταν στη λίστα με τις καλύτερες κυκλοφορίες του καλοκαιριού του 2020 σύμφωνα με το «Time» και στις καλοκαιρινές προτάσεις της «Guardian», σε συνδυασμό με το ότι αναμένεται να κυκλοφορήσει σε τουλάχιστον δεκαέξι χώρες, επιβεβαιώνει την αξία του.

 

 

Ένα βιβλίο που, όπως και το «High Fidelity» του Νικ Χόρνμπι, αποτίει φόρο τιμής στη μουσική, στην ουσία της και σε όσα θα συνεχίσει να προσφέρει σε εκείνους που την αγαπούν.

 

Οδηγός Βιβλίου