Πάει καιρός, ή ίσως να μη μου έχει συμβεί και ποτέ, από τότε που έχω να δω τόσο ευαίσθητα δυσδιάστατα έργα στο πάτωμα της Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Ή, για να το πω αλλιώς, δεν θυμάμαι και πολλές εκθέσεις στη Ζουμπουλάκη ή, εν πάση περιπτώσει, και σε άλλες γκαλερί, όπου το πάτωμα να είναι πλήρως καλυμμένο, όπως στην περίπτωση της τελευταίας ατομικής έκθεσης του Νίκου Αλεξίου, και οι θεατές να πρέπει να πηγαίνουν γύρω γύρω από μια μικρή δίοδο που έχει αφεθεί ελεύθερη.

Κάτω από τον τίτλο «San Marco di Venezia», ο οποίος με απόλυτη αναφορικότητα και χωρίς κανέναν περιττό συμβολισμό αναφέρεται σε έναν από τους πιο συμβολικούς τόπους της Γης, ο Νίκος Αλεξίου παρουσιάζει το νέο έργο του, μια εγκατάσταση με μεγάλες εκτυπώσεις σε χαρτί, στις οποίες «αποτυπώνεται» από τον καλλιτέχνη η πλατεία και ο Ναός του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Για τον Νίκο η έρευνα άρχισε με την επίσκεψή του στη Βενετία, στην Μπιενάλε του 2007, για να παρουσιάσει το έργο «ΤΗΕ END», με θέμα το επιδαπέδιο ψηφιδωτό της Ιεράς Μονής Ιβήρων, το οποίο εκπροσώπησε την Ελλάδα. Το έργο στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη είναι η συνέχεια αυτού της Βενετίας, και ομολογώ ότι κατάφερε να μου δημιουργήσει την ίδια δυνατή συγκίνηση με το προηγούμενο, παρόλο που αναπτύσσεται μέσω μιας πολύ πιο οικονομικής γραφής από εκείνης του «THE END». Όλη η μελέτη γύρω από το ψηφιδωτό της πλατείας του Αγίου Μάρκου, έτσι όπως εκτείνεται μέσα και έξω από τον ναό, έχει εγκατασταθεί στην γκαλερί. Μαζί με τις εκτυπώσεις και διαφορετικά, προγενέστερα σχέδια, υπολείμματα χαρτιών, παλιών φωτογραφιών, μικρών βιβλίων περί γλυπτικής σχηματίζουν σε κλίμακα την πλατεία του Αγίου Μάρκου, και ακριβέστερα τον κόσμο του Νίκου Αλεξίου.

Πρόκειται για μια ιδιάζουσα δουλειά. Ο Νίκος Αλεξίου δουλεύει συνθέτοντας αφηρημένες φόρμες, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα σύμβολα ή συγκεκριμένα σημαινόμενα ώστε να ταυτιστεί κανείς. Δεν διαχειρίζεται ευρέως διαδεδομένα πάθη ή συναισθηματισμούς οι οποίοι εύκολα μαγνητίζουν τους θεατές. Και όμως, κάθε φορά που αντικρίζεις τον κόσμο του σου έρχεται να βάλεις τα κλάματα, ή τα βάζεις (στη δική μου περίπτωση). Είναι αυτή η πηγαία συγκίνηση που δημιουργούν όλα τα σπουδαία έργα τέχνης, η οποία δεν ξέρεις ούτε από πού σε βρίσκει ούτε από πού σε αφήνει. Είναι η ισορροπία στη φόρμα; Η ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει τα υλικά; Η πιο απρόσμενη σύνθεση που μοιάζει να προκύπτει φυσικά; Ή όλα μαζί που δημιουργούν ουσιαστικά ένα όνειρο, ένα πραγματικό θαύμα που μπορεί και διεισδύει αυτόβουλα και μαζί καθολικά στις ψυχές των θεατών, όπως γινόταν κάποτε στην ιστορία με τους καλλιτέχνες που είχαν άπειρο χρόνο και πειθαρχία να ασχοληθούν για όσο καιρό χρειάζεται με το παραμικρό χαρτάκι. Συνδυάζοντας όλη του τη γνώση και την ευαισθησία, ο Νίκος Αλεξίου επεκτείνει τον κόσμο του και έξω από το σπίτι-ατελιέ του (άλλη Γη της Επαγγελίας) και τον μοιράζεται με περισσότερους θεατές. Η αναπαράστασης μιας πόλης, μιας πλατείας, μέσα στην οποία ακόμη και στην πραγματικότητα είμαστε εκτός κλίμακας, εκτείνεται στα πόδια του θεατή... Εδώ η κλίμακα είναι πολύ μελετημένα αντεστραμμένη. Παρόλο που οι θεατές είναι γίγαντες και η πλατεία μικρή, η αίσθηση είναι ακριβώς η ίδια με αυτή που έχει κανείς όταν βρίσκεται στη μέση της πλατείας του Αγίου Μάρκου. Ακουμπισμένη σε μια γωνία κάνω μια βόλτα με το βλέμμα μου ανάμεσα στα κανάλια, στις γέφυρες-πασαρέλες για τη βροχή, στο πλακόστρωτο, και χάνω εντελώς επαφή! Στο δρόμο για το εστιατόριο μετά τα εγκαίνια σκέφτομαι αν τελικά δοκίμασα κάτι που έλεγε «πιες με» ή «φάε με» και άλλαξα αναπάντεχα μέγεθος.... Τη βόλτα στην πλατεία του Άγιου Μάρκου του Νίκου Αλεξίου θα τη θυμάμαι πάντα σαν ένα μυστήριο, σαν κάτι που δημιουργείται μεταξύ λίγων έργων τέχνης και θεατών και κάτω από το όνομα «αύρα» προσπάθησαν να ερμηνεύσουν πολλοί φιλόσοφοι, αλλά αυτό πάντα ξεγλιστρά από την απόλυτη ερμηνεία.