ΣΗΜΕΡΑ 18 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ο Κυριάκος: Η αληθινή ιστορία ενός Έλληνα που σχεδόν καταστράφηκε επειδή αγάπησε μια Τουρκάλα

Ο Κυριάκος: Η αληθινή ιστορία ενός Έλληνα που σχεδόν καταστράφηκε επειδή αγάπησε μια Τουρκάλα Facebook Twitter
9

ΤΟΥ FARUK TUNCAY

Ο Κυριάκος στο τέλος της δεκαετίας του ‘80 ερχόταν μια φορά την εβδομάδα για ένα δίωρο μάθημα. Όταν δεν έπινε διάβαζε Τουρκικά κυρίως για να μαθαίνει φράσεις όπως «δεν μπορώ να σε ξεχάσω», «κατέστρεψα τη ζωή μου», «είμαι δυστυχισμένος» κ.ά. τέτοια. Συνήθως έκλαιγε γοερά ολόκληρη τη δεύτερη ώρα, δείχνοντάς μου ξανά και ξανά εκείνη την ξεθωριασμένη φωτογραφία όπου ποζάριζε καμαρωτός αγκαλιά με την παλιό του έρωτα, την τουρκάλα Εμπρού. Στο τέλος έφευγε με πεσμένους ώμους για το κοντινότερο μπαρ. 


Αν και δε ρωτώ ποτέ τους μαθητές μου για ποιο λόγο μαθαίνουν Τουρκικά και ποιο είναι το επώνυμό ή η καταγωγή τους, ο Κυριάκος, από την πρώτη στιγμή μου τα είπε όλα μόνος του. Με είχε βρει από την αγγελία που τότε εμφανιζόταν κάθε δεκαπέντε μέρες στο ΑΝΤΙ και κάθε Παρασκευή στο Ποντίκι. Τα πρώτα χρόνια της διδακτικής μου πορείας οι περισσότεροι μαθητές με έβρισκαν από αυτά τα δύο έντυπα όπως και από τον Σχολιαστή που τότε κυκλοφορούσε ακόμα. 


Ο Κυριάκος είχε σπουδάσει Νομική στη Γαλλία. Μοναχοπαίδι εύπορης οικογένειας της Μάνης, είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε μια ορδή γυναικών που τον φρόντιζαν με αγάπη και αφοσίωση. Έφυγε για το Παρίσι όπου γωνρίστηκε και έκανε παρέα με Έλληνες, κυρίως, και κάποιους Τούρκους φοιτητές. Όλοι τους παιδιά καλών οικογενειών με μεσογειακό ταμπεραμέντο, τακίμιασαν και γρήγορα έγιναν στενοί φίλοι. Ένα από τα κορίτσια των Τούρκων ήταν και η Εμπρού. Ο Κυριάκος, γρήγορα παραχώρησε τη γαρσονιέρα του σ’ έναν συμφοιτητή του που δυσκολευόταν να πληρώνει το νοίκι του, και μετακόμισε στο άνετο ιδιόκτητο σπίτι της Εμπρού που της το είχε αγοράσει ο βιομήχανος πατέρας της. 


Μοναχοκόρη κι εκείνη όπως κι αυτός, το πρώτο καλοκαίρι που πήγαν μαζί διακοπές στην Πόλη τον παρουσίασε κιόλας στην οικογένειά της. Πέρασαν αξέχαστα σ’ εκείνο το πρώτο ταξίδι• βόλτες στον Βόσπορο και στην Προποντίδα, γνωριμία με ανθρώπους, τόπους, μνημεία, έγιναν για τον Κυριάκο οι δρόμοι, η κουζίνα και η καθημερινότητα της Πόλης πράγματα οικεία. Πριν επιστρέψει στο Παρίσι πέρασε λίγο από τη Μάνη να δει τους δικούς του. Και του έγινε συνήθεια πια η διαδρομή Παρίσι, Πόλη, Μάνη και πίσω στο Παρίσι σε κάθε γιορτές και διακοπές. Στην Κωνσταντινούπολη τον Κυριάκο φιλοξενούσε η κοπέλα στο διαμέρισμά της που ήταν στην ίδια πολυκατοικία με αυτό της οικογένειάς της. Ο πατέρας και η μητέρα της τον συμπάθησαν πολύ και χαίρονταν που η κόρη τους αγαπούσε έναν αντάξιό της σύντροφο. Εξαιρετικοί φοιτητές, και με το που πήραν το πτυχίο τους, με άριστα και οι δύο, ο Κυριάκος έκανε πρόταση γάμου στην Εμπρού, ζητώντας, για τυπικούς λόγους, να μιλήσει και με την πατέρα της. Όταν ο άλλος άκουσε τη φράση «Ζητώ το χέρι της κόρης σας!» έσκασε από τα γέλια. «Εδώ την έχεις πάρει ολόκληρη και τώρα ζητάς το χέρι της; Αν κάπου το έχασες, να ψάξω να στο βρω!» του λέει. Ξαφνικά όμως σοβάρεψε και στο δείπνο -οι τέσσερίς τους, γονείς και τα δυο παιδιά- στο τραπέζι της βεράντας που μπροστά της απλωνόταν ολόκληρη η Πόλη και ο Βόσπορος ο πατέρας της μίλησε για το μέλλον. «Είμαι εξήντα χρονών. Δέκα χρόνια σκοπεύω να δουλέψω ακόμα. Σας προτείνω λοιπόν να μην ξεκινήσετε αμέσως τη δουλειά. Δόξα τω Θεώ, λεφτά έχουμε. Πηγαίνετε να δείτε λίγο τον κόσμο, ζήστε τα νιάτα σας, ταξιδέψτε, κι ελάτε μετά να δούμε τι θα γίνει. Αν προτιμάτε ν’ αναλάβετε το εργοστάσιο, θα σας το μεταβιβάσω. Αν έχετε σκοπό να εργαστείτε σε άλλον τομέα μπορούμε να πουλήσουμε τις μετοχές και να ξεκινήσετε ό,τι θέλετε, όπου θέλετε, εδώ, στην Ελλάδα ή κάπου αλλού. Αν πάλι προτιμάτε κάτι άλλο, είμαστε έτοιμοι να σας ακούσουμε. Εγώ κι η μητέρα σας αυτά προτείνουμε.» 


Την άλλη κιόλας μέρα ο Κυριάκος μπήκε στο αεροπλάνο για Αθήνα. Η κοπέλα δεν είχε πατήσει πόδι στη Μάνη, δεν ήξερε τίποτα για την οικογένεια του αγαπημένου της. Πολλές φορές βρέθηκαν σε ελληνικά νησιά τα καλοκαίρια αλλά ούτε ο Κυριάκος άνοιξε κουβέντα για τη Μάνη, ούτε η Εμπρού λησμόνησε την αστική της αγωγή που της επέβαλλε υπακοή στους κανόνες της διακριτικότητας. 


Πριν ακόμα φτάσει στο χωριό το νοικιασμένο αμάξι του Κυριάκου το μανιάτικο γλέντι για την αποφοίτηση του κανακάρη είχε στηθεί. Έφαγαν, ήπιαν, γιόρτασαν με την ψυχή τους και την άλλη μέρα ο Κυριάκος συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο για να ανακοινώσει στους δικούς του τα ευχάριστα με τον γάμο του. Όλοι, με το που το κατάλαβαν, χάρηκαν περισσότερο απ’ ό,τι με το πτυχίο. 


Έτσι, το άλλο απόγευμα, γιαγιά, θείοι, θείες, ξαδέρφες, μάνα και πατέρας κάθισαν γύρω γύρω στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού και περίμεναν ν’ ανοίξει το στόμα του ο Κυριάκος. Αυτός πάλι, έναν γλωσσοδέτη τον είχε, αφού ναι μεν ήταν σίγουρος πως θα τους πείσει πως η ευτυχία του εξαρτάται από τη συγκεκριμένη κοπέλα, γνώριζε όμως καλά και τις επαρχιώτικες προκαταλήψεις τους. ΄Ωσπου ξαφνικά, «στο κάτω κάτω της γραφής ας πουν ό,τι θέλουν. Την Εμπρού θα την πάρω ο κόσμος να χαλάσει!» σκέφτηκε και παίρνοντας βαθιά ανάσα το ξεκίνησε.


«Ξέρετε, στο Παρίσι όλα αυτά χρόνια ήμουν με μια κοπέλα.»
«Το καταλάβαμε, το καταλάβαμε» είπαν όλοι μαζί περιμένοντας με αγωνία τα υπόλοιπα. 
«Η κοπέλα δεν είναι απ΄τα μέρη μας» είπε χαμηλώνοντας ασυναίσθητα τη φωνή του. 
«Μωρέ, καλό κορίτσι να’ναι κι ας είναι κι Αθηναία!» είπε ο πατέρας του με μεγάλη άνεση.
Ψιλοκόμπιασε ο Κυριάκος μα δεν πτοήθηκε.
«Δεν είναι καν Ελληνίδα!»
«Γαλλίδα είναι;» ρώτησε η μάνα.
«Όχι» ήρθε κοφτή η απάντηση του Κυριάκου. Έτσι οι παρεβρισκόμενοι άρχισαν τις προβλέψεις. 
«Τότε είναι Ιταλίδα!» 
«Όχι!»
«Γερμανίδα μήπως;» 
«Ούτε!»


Τέλειωσαν οι ευρωπαϊκές χώρες, πέρασαν κι από τον παγκόσμιο χάρτη, ρωτώντας μήπως η υποψήφια νύφη είναι από την Αμερική, την Αυστραλία ή τον Καναδά, ώσπου κατέληξαν στα Βαλκάνια με λιγότερο ενθουσιασμό πλέον. Ρωτούσαν για Βουλγαρία, Ρουμανία και άλλες γείτονες χώρες κάθε φορά και πιο σκεφτικοί, ώσπου ο Κυριάκος ψιθύρισε πως η αγαπημένη του είναι από την Κωνσταντινούπολη. 


«Έ, καλά, αφού είναι Ρωμιά δικιά μας είναι, μωρέ!» αναπήδησε στην πολυθρόνα του ο πατέρας με πλατύ χαμόγελο. 
Με την τελευταία δύναμη που του είχε απομείνει ο Κυριάκος απάντησε πως δεν είναι Ρωμιά. Τότε η γιαγιά, σαν η καρέκλα να είχε ελατήριο και την πέταξε ψηλά, σηκώθηκε φουριόζα, πήγε στην κάμαρά της, και γύρισε με την καραμπίνα του παππού, κρεμασμένη δίπλα στο κρεβάτι από τότε που ο Κυριάκος θυμόταν τον εαυτό του και τώρα προτεταμένη προς τον εγγονό της. Πλησίασε, την ακούμπησε στο στήθος του και του είπε με κείνο τον κοφτό τρόπο που μιλούσε πάντα: «Αν τολμήσεις να πάρεις Τουρκάλα, δε θα ξαναπατήσεις το πόδι σου στη Μάνη. Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια! Πάρε τώρα τηλέφωνο την Τουρκάλα και πες της πως τελειώσατε. Αλλιώς σήκω και φύγε από δω!» Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους μέχρι να δουν τι θα κάνει ο Κυριάκος. Με βήματα βαριά ο δυστυχής πλησίασε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό της Εμπρού που περίμενε με χαρούμενη αναστάτωση να την πάρει να της πει τα ευχάριστα! Είχε φανταστεί, η καημένη, μια υπέροχη παραδοσιακή οικογένεια της επαρχίας σαν κι αυτές που έβλεπε στον κινηματογράφο με την τόσο διαφορετική νοοτροπία, βέβαια, απ’ αυτήν των αστών γονιών της, έτοιμη όμως να αποδεχτεί στο τέλος τα πάντα βάζοντας πάνω απ’ όλα το καλό του γιου.


Όταν ο Κυριάκος της ανακοίνωσε την απόφαση της οικογένειάς του συμπληρώνοντας αμήχανα πως δεν μπορεί να τους αψηφήσει, σίγουρα θα κάθησε για να μην πέσει από την ταραχή της έδειξε όμως πως της φάνηκε φυσιολογικό. Έκλεισαν το τηλέφωνο φιλικά και αλληλοευχήθηκαν τα καλύτερα για το μέλλον. 

Πλησίασε, ακούμπησε την καραμπίνα στο στήθος του και του είπε με κείνο τον κοφτό τρόπο που μιλούσε πάντα: «Αν τολμήσεις να πάρεις Τουρκάλα, δε θα ξαναπατήσεις το πόδι σου στη Μάνη. Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια! Πάρε τώρα τηλέφωνο την Τουρκάλα και πες της πως τελειώσατε. Αλλιώς σήκω και φύγε από δω!»


Η Εμπρού μετά από δυο χρόνια παντρεύτηκε κάποιον της σειράς της και έστελνε στον Κυριάκο επί χρόνια στα γενέθλιά του τις ευχές της με τη μοναδική ελληνική φράση που είχε μάθει• «χρόνια πολλά». Ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση και ασχολήθηκε παράλληλα με την ανατροφή των δυο παιδιών της. 


Παντρεύτηκε και ο Κυριάκος μια κοπέλα από τη Μάνη που επέλεξε η γιαγιά του. Καλό κορίτσι, γέννησε τρία παιδιά και τα μεγάλωνε αγόγγυστα. Εκτός από τις Τετάρτες που ο Κυριάκος ανέβαινε στην Αθήνα μόνο και μόνο για το μάθημα, όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδας τις περνούσε πίνοντας. Ξυπνούσε μετά τις 12 το μεσημέρι, έκανε ένα μπάνιο κι έψαχνε τη γιαγιά του. Μόλις την έβρισκε της έδινε ένα μπερντάχι ξύλο και μετά έδερνε τη μάνα του. Η γυναίκα του εργαζόταν την ώρα εκείνη και τα παιδιά τα έκρυβαν μόλις ξυπνούσε ο πατέρας τους. Μόνο δέρνοντας μάνα και γιαγιά ηρεμούσε λίγο ο Κυριάκος και μετά πήγαινε στο καφενείο όπου ξεκινούσε τα τσίπουρα. Το απόγευμα άλλαζε στέκι περνώντας στο μοναδικό καφέ-μπαρ του χωριού ώπου συνέχιζε με ουίσκι ως αργά το βράδυ που τον γυρνούσαν σπίτι σηκωτό ο καφετζής με το γιο του. Ευτυχώς όταν έπινε δε μιλούσε, δε φώναζε, δεν ενοχλούσε. Διάβαζε μόνο. Δεν ξέρω με τι μυαλό, μα διάβαζε• Τουρκικά κυρίως, έχοντας το αναγνωστικό και το τετράδιο στο ένα χέρι και στο άλλο το ποτήρι. Επίσης ξεφύλλιζε ξανά και ξανά κάτι παλιά βιβλία της νομικής που είχε φέρει από το Παρίσι και όλες τις παλιές εργασίες που είχαν κάνει μαζί με την Εμπρού τις τρυφερές ώρες διαβάσματος στο διαμέρισμά της. 


Προσπαθούσε να γεμίσει το τεράστιο κενό που είχε αφήσει μέσα του η Εμπρού, χαϊδεύοντας καθημερινά τα αντικείμενα της περασμένης ευτυχίας τους. Η σχέση του ειδικά με την τουρκική γλώσσα ήταν πραγματικά ερωτική. Χάιδευε τις λέξεις, γευόταν τους φθόγγους σαν να ήταν φαγώσιμοι, στην εκφορά των φθόγγων άκουγε τη φωνή εκείνης. Το μυαλό του βέβαια δεν συγκρατούσε τίποτα. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε, αποστήθιζε με μανία μα ύστερα από λίγο οι λέξεις, οι φράσεις, τα γραμματικά φαινόμενα γλιστρούσαν απ’ το μυαλό του και χάνονταν. Εκτός από έναν αθεράπευτο πόνο δεν του είχε απομείνει τίποτα. Όσο κι αν προσπάθησα να μοιραστώ αυτόν τον πόνο δεν τα κατάφερα. 


Μια μέρα δεν ήρθε στο κανονισμένο μάθημά μας κι από τότε δεν άκουσα τίποτα γι’ αυτόν ώσπου -θα ’χαν περάσει πέντε χρόνια- πήρα μια κάρτα από την πιο μακρινή πόλη της Τουρκίας. 


«Δεν μπορούσα να ζήσω άλλο σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, δάσκαλε κι αποφάσισα ν’ αντιγράψω το παράδειγμά σου. Απαρνήθηκα έθνος, ταυτότητα, οικογένεια, πατρίδα για να γλυτώσω από τον πόνο που με τρέλαινε. Δεν πίνω πια. Ήρθα εδώ, στο Καρς, γιατί μιλούσες πάντα τρυφερά για την γενέτειρά σου. Μιλάω πια καλά τα Τουρκικά και ζω με μια χαριτωμένη κοπέλα που εργάζεται στην ρεσεψιόν του μεγαλύτερου ξενοδεοχείου της πόλης. Εγώ δουλεύω σ’ έναν ξυλουργό και κάθε μέρα γίνομαι καλύτερος στην τέχνη αυτή που πάντα μου άρεσε, θυμάσαι. Τα δίδακτρα που σου χρωστούσα τα έδωσα σ’ έναν πρόσφυγα που μόλις είχε έρθει απ’ το Ιράκ και κυκλοφορούσε μ’ ένα ελαφρύ σακάκι χειμωνιάτικα. Φαντάζομαι πως κι εσύ το ίδιο θα έκανες. 
Σ’ ευχαριστώ για όλα και πρώτα απ’ όλα για την υπομονή σου.»


Στη θέση της υπογραφής, το όνομα Habip (Χαμπίμπ) που στα αραβικά σημαίνει «αγαπημένος».

Το αγαπημένο τραγούδι του:

 

Ο Faruk Tuncay είναι από την Τουρκία και ήρθε στην Ελλάδα το 1982 ως πολιτικός πρόσφυγας. Ίδρυσε στην Αθήνα το Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού όπου διδάσκει τουρκικά. Αρθρογραφεί επί χρόνια σε ελληνικά και τουρκικά έντυπα.

Η μαρτυρία αυτή γράφτηκε αρχικά στο fb του και αναδημοσιεύεται με την άδειά του.

 

Βιβλίο
9

ΣΗΜΕΡΑ 18 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Για τον Μανουέλ Βίλας, ο Δον Κιχώτης σήμερα θα ήταν γυναίκα

Βιβλίο / Για τον Μανουέλ Βίλας, ο Δον Κιχώτης σήμερα θα ήταν γυναίκα

Ο πολυβραβευμένος Ισπανός συγγραφέας μιλά στη LiFO με αφορμή το μυθιστόρημά του «Εμείς», που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, και εξηγεί γιατί ο άνευ όρων έρωτας είναι μια πράξη επαναστατική.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Αγγελική Βασιλάκου: «Τι μπορεί να σου δώσει ένα βιβλίο που δεν σου δίνει η τέχνη;»

Βιβλίο / Η Αγγελική Βασιλάκου μεταφράζει τους καλύτερους της Λατινικής Αμερικής

Μεταφράζει συγγραφείς όπως η Φερνάντα Μελτσόρ, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ και η Σέλβα Αλμάδα. Μιλά στη LifO για την αξία αυτών των συγγραφέων, που θα δούμε και από κοντά με αφορμή τη 18η διοργάνωση του Φεστιβάλ ΛΕΑ.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έπρεπε να κάνω εκπομπή»

Ποδόσφαιρο / «Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έκανα εκπομπή»

Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος, που συνέδεσε τη φωνή του με τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές στιγμές των τελευταίων δεκαετιών, θυμάται τους θρύλους που συνάντησε, τις απώλειες που τον άλλαξαν και εξηγεί γιατί το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να συγκινεί εκατομμύρια ανθρώπους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
H Κατερίνα Φράγκου είναι η πρώτη ατζέντισσα λογοτεχνίας στην Ελλάδα

The Book Lovers / Κατερίνα Φράγκου: Η πρώτη ατζέντισσα λογοτεχνίας στην Ελλάδα

H ιδρύτρια του Λογοτεχνικού Πρακτορείου Ίρις φέρνει τους Έλληνες συγγραφείς σε επαφή με τη διεθνή αγορά βιβλίου, εκπροσωπώντας ένα επάγγελμα που παραμένει αόρατο στο ευρύ κοινό, παρότι επηρεάζει τη διαμόρφωση του σύγχρονου λογοτεχνικού τοπίου.
M. HULOT
Έκτωρ Κακναβάτος: Ο τελευταίος των υπερρεαλιστών ποιητών

Βιβλίο / Έκτωρ Κακναβάτος: Ο τελευταίος των υπερρεαλιστών ποιητών

Η πρόσφατη έκδοση των θεωρητικών κειμένων του Κακναβάτου σε έναν τόμο με τον τίτλο «Ράτσα Υψικαμίνου» αποδεικνύει τη ζωντανή σκέψη και γλώσσα του σπουδαίου υπερρεαλιστή που αγάπησε ταυτόχρονα τις λέξεις και το Χάος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Λίγη ώρα με τη σαρωτική Μαρζάν Σατραπί στην Αθήνα

Βιβλίο / Μαρζάν Σατραπί (1969-2026): «Όταν πια ξέρεις πώς να ζήσεις, το κορμί σου δεν θέλει να ζήσει»

Η συγγραφέας και σκηνοθέτις του «Περσέπολις» που έφυγε σήμερα από τη ζωή πίστευε κάποτε ότι η δουλειά της θα αλλάξει τον κόσμο, κάτι που μετά το θεώρησε βλακώδες. Μια παλαιότερη, αλλά πάντα απολαυστική, συνέντευξη.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιατί η λογοτεχνία αγαπάει τόσο το ποδόσφαιρο

Βιβλίο / Πριν το Μουντιάλ, έχουμε πολλά να διαβάσουμε για το ποδόσφαιρο

Μετρώντας αντίστροφα για την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εξετάζουμε δυο στοχαστές, τον Εδουάρδο Γκαλεάνο και τον Σάιμον Κρίτσλεϊ, που έχουν καταπιαστεί με το ποδόσφαιρο και έχουν εντρυφήσει στη λογική του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Βιβλίο / Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Ο γιατρός και συγγραφέας, που τα βιβλία του είναι όλα μπεστ σέλερ, βρέθηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και συζήτησε με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου για το τραύμα και τη σύγχρονη ζωή, αλλά και για τη γενοκτονία στη Γάζα, που ο ίδιος, ως Εβραίος, θεωρεί ότι είναι χειρότερη από το Άουσβιτς.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ

σχόλια

6 σχόλια
Κάτι δεν πάει καλά με το συγκεκριμένο άρθρο, οι Τούρκοι είναι πολιτισμένοι, γενναιόδωροι. Οι Έλληνες είναι αγροίκοι μέθυσοι, που βγαίνουν με τα δικανα και βαράνε γιαγιάδες και μανάδες. Δεν ξέρω για την αλήθεια του άρθρου, το γράψε και Τούρκος....
Τυχερή η Εμπρού.Αντε, εντάξει οτι δεν αψήφησε την οικογένεια του, αλλα εκεί με το μπερντάκι ξύλο, τα έχασε.Τυχερή η Εμπρού, γλυτωσε απο έναν χέστη, βιαίο και μεθύστακα.
Ωραίο παραμύθι. Ο πατέρας της κοπέλας ήταν διατεθειμένος να δώσει στα παιδιά πλούτη αμύθητα αλλά ο Κυριάκος επέλεξε να μείνει στα κατσάβραχα λόγω της βάβως Σώμαινας.