
Βρίσκω τον Μισέλ Ουελμπέκ πάντοτε απολαυστικό, αλλά στο «Ο χάρτης και η επικράτεια» θεωρώ πως βρίσκεται στο απόγειό του. Και τι δεν υπάρχει μέσα σε αυτό το πραγματικά ζουμερό μυθιστόρημα: ο κόσμος της τέχνης, ο κόσμος του χρήματος ‒το χρήμα είναι κάτι που πάντα ενδιαφέρει τον Ουελμπέκ‒, ένας από τους πιο συμπαθείς χαρακτήρες που έχει πλάσει ποτέ ο Γάλλος συγγραφέας και, φυσικά, ο ίδιος ο Ουελμπέκ ως ήρωας του βιβλίου του, όπου περιγράφεται με αδυσώπητη ειρωνεία προτού δολοφονηθεί βάναυσα. Αλλά και οι μετασχηματισμοί της γαλλικής επαρχίας, ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει κανείς να γίνει διάσημος, ένα σωρό παρεκτροπές και στοχασμοί γύρω από θέματα αναπάντεχα και ίσως εκ πρώτης όψεως αδιάφορα, που όμως γίνονται συναρπαστικά όταν γράφει γι’ αυτά ο Ουελμπέκ.
Όπως πάντα, το μέλλον που περιγράφει, προϊόν προσεκτικής παρατήρησης και ανάλυσης, προκαλεί μια αίσθηση αμηχανίας και άγχους, ακριβώς επειδή θυμίζει περισσότερο επεισόδιο του «Black Mirror» παρά κατασκευασμένη φαντασία. Η δυτική Ευρώπη βιώνει οικονομικές κρίσεις, η Ελβετία έχει θησαυρίσει (κι άλλο) έχοντας το μονοπώλιο της ευθανασίας, η κερδοσκοπία ακόμα και στον κλάδο της τέχνης έχει γίνει ακόμα πιο έντονη, πιο άναρχη και πιο φρενήρης. Ο Ουελμπέκ γράφει βιβλία για πραγματικά ενήλικες αναγνώστες, γι’ αυτό και έχει κατηγορηθεί τόσο συχνά ως μηδενιστής και απαισιόδοξος. Μέσα στα χρόνια που πέρασαν από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο (2010), η υπενθύμιση ότι δεν πρέπει να μπερδεύουμε τον χάρτη, δηλαδή τη δική μας αναπαράσταση του κόσμου, με την επικράτεια, δηλαδή με την πραγματικότητα του κόσμου αυτού, έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα, ένα βιολετί αλάτι αναβλύζει από τη Νεκρά Θάλασσα και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς. Ο ευρωπαϊκός Νότος έχει καταβυθιστεί, και η «Υπερχείλιση» θέτει νέες προτεραιότητες. Μια κοινοπραξία «των 75», με άδηλη ταυτότητα και έδρα το παραθαλάσσιο Παρίσι, αναλαμβάνει την εξόρυξη της συγκεκριμένης ουσίας, που είναι παραισθησιογόνα. Όμως η επονομαζόμενη «Αποικία», τα σύγχρονα Σόδομα, είναι πιο πανούργα από τα βιβλικά Σόδομα. «Βρισκόμαστε στην ανατολή μιας νέας εποχής, όπου οι νόμοι της προηγούμενης δεν ισχύουν, και οι συσχετισμοί μεταξύ των αντιμαχόμενων μεταβάλλονται», σχολιάζει μια φωνή: «Ο πόνος διαπότισε την κρίση μας σαν αλκοόλ, και τη θόλωσε».
Γύρω από αυτόν τον πυρήνα, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου έχτισε ένα αλληγορικό μυθιστόρημα, πολυφωνικό, με εμβληματικούς χαρακτήρες, όπου αλλάζει διαρκώς η οπτική γωνία από την οποία γίνεται κατανοητή η πραγματικότητα, και όλα ‒πολιτικοί θεσμοί, ανθρώπινο σώμα, γνώση, καλλιτεχνική έκφραση κ.ά.‒ βρίσκονται σε κίνδυνο. Είναι το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ», που διαβάστηκε σαν έργο προφητικό για την παγκόσμια οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση, και έθετε ένα ζητούμενο: ποια είναι η στάση μας απέναντι στα πράγματα. Τιμήθηκε το 2008 με το Βραβείο Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα, και μεταφράστηκε στα γαλλικά, στα αγγλικά και στα βουλγαρικά. Η βρετανική «Guardian» το αναγνώρισε ως ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα «φαντασίας» και πλέον, έπειτα και από την τριλογία «Ο Δράκος της Πρέσπας» («Η κοιλάδα της λάσπης», «Κεχριμπαρένια έρημος», «Η μνήμη του πάγου»), η συγγραφέας έχει εδραιωθεί στο είδος «πολιτική φαντασία» ‒ προσδιορισμός ακριβέστερος για τα έργα της από τη λογοτεχνία του φανταστικού.
Τα «Χρόνια» είναι ένα αριστοτεχνικό βύθισμα στον χρόνο και στη μνήμη. Ένα εκπληκτικό βαλς ανάμεσα στο συλλογικό και στο ατομικό, στην Ιστορία και στο προσωπικό βίωμα. Εικόνες που ζωντανεύουν μέσα από λέξεις και αισθήσεις συνθέτουν με τρόπο σαγηνευτικό, παραστατικό, συγκλονιστικό, όπως μόνον οι μεγάλοι δημιουργοί ξέρουν, μια τοιχογραφία εποχής όπου το παρελθόν είναι εσαεί παρόν. Η Aνί Ερνό το διαφυλάττει από τη λήθη και την απώλεια. Οι φράσεις της φέρουν ανεξίτηλη την πατίνα του χρόνου. Με γλώσσα μινιμαλιστική και μαγική συνάμα, χωρίς λογοτεχνικές ακροβασίες και φιοριτούρες, η βραβευμένη με Νόμπελ συγγραφέας στήνει με μαεστρία το σκηνικό της αφήγησης και το φωτίζει με μια γλυκιά μελαγχολία, συνεπαίρνοντας τον αναγνώστη και προσφέροντάς του μια ανείπωτη απόλαυση, αυτήν της μεγάλης λογοτεχνίας. Στα «Χρόνια», τα πάντα αποκτούν μια διάσταση τελετουργίας. Η Ερνό καταγράφει με τρόπο μεγαλειώδη ό,τι την περιβάλλει. Η μουντή κωμόπολη, τα οικογενειακά γεύματα τις Κυριακές και σχόλες, το ταπεινό καφεπαντοπωλείο των γονιών, η ζωή μες στα ερείπια του πολέμου, η μύηση στον κόσμο των μεγάλων συγγραφέων, η εφηβεία όπου το κορίτσι ανακαλύπτει με λαχτάρα και ντροπή το κορμί του, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τα φοιτητικά χρόνια και η σεξουαλική απελευθέρωση, η ταπείνωση της Ινδοκίνας, το τραύμα της Αλγερίας, η εξέγερση του Μάη του ’68, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η σαγήνη της αριστεράς, ο γάμος, η μητρότητα, ο χωρισμός, οι εραστές, η αγάπη για τις τέχνες και τα γράμματα, η πολιτική στράτευση, η γυναικεία χειραφέτηση, συνθέτουν το βιβλίο μιας ολόκληρης ζωής· της δικής της (αλλά και της δικής μας). Εξήντα χρόνια Ιστορίας, εξήντα χρόνια που άλλαξαν τον κόσμο. Είναι το πορτρέτο μιας σημαδιακής γενιάς, φιλοτεχνημένο με εικόνες, αισθήματα, πρόσωπα, τόπους. Και βέβαια, ο τίτλος, ένας φόρος τιμής στη Βιρτζίνια Γουλφ και στο ομότιτλο έργο της.
Συνήθως στα λογοτεχνικά έργα η σκηνή της μνήμης στήνεται στα γρήγορα, από τους ήρωες ή τους αφηγητές, με σκαλωσιές και υποστυλώματα, στο κουφάρι του κυρίως οικοδομήματος, και ξηλώνεται εξίσου γρήγορα με την αφήγηση ενός ή περισσότερων μνημονικών επεισοδίων και την «επάνοδο» στον κορμό, στον πυρήνα της κεντρικής αφήγησης. Τι γίνεται όμως όταν τέτοια μνημονικά επεισόδια, που ανακαλούνται τυχαία από τον αφηγητή, πυροδοτούν μια αφηγηματική έξαρση συναισθημάτων, στοχαστικότητας, ειρωνείας, λεπταίσθητων παρατηρήσεων γύρω από την πολιτική, την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη λογοτεχνική μίμηση (pastiches), τη μουσική, τη ζωγραφική, την αυταπάτη (του έρωτα), την ομοφυλοφιλία, τη ζήλια, τη νόσο, τον θάνατο, τον πολιτισμό, τα φύλα, την οικογένεια, τις τάξεις, την ανυπόφορη γοητεία της αριστοκρατίας που συρρικνώνεται ιστορικά στον πιθηκισμό των τρόπων της από τους αστούς καθώς, με φθόνο και πείνα, χαρακτηριστικά εξίσου ακόρεστα με τη φιλοδοξία τους, πιάνουν πόστα στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας, για να αποτελέσουν, αυτά και πολλά περισσότερα, το κεντρικό θέμα του σημαντικότερου μυθιστορήματος του 20ού αιώνα (μαζί με τον «Οδυσσέα» του Τζόις), το οποίο εκτείνεται σε επτά τόμους και τρεις χιλιάδες σελίδες; Το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι, πρώτα από όλα, η θεαματικότερη και εκτενέστερη απόπειρα δυναμικής σύλληψης του ανθρώπινου βιώματος, εμπλουτίζοντας ή ολοκληρώνοντας την παροντική διάσταση (του βιώματος) με τις σκόρπιες εντυπώσεις του παρελθόντος που ξεπηδούν μέσα μας, μέσω επεισοδίων αθέλητης μνήμης (mémoire involontaire), όπως το βούτηγμα ενός μπισκότου στο τσάι, το δέσιμο ενός κουμπιού στα μποτίνια ή οι ανισόπεδες πλάκες στην αυλή των Γκερμάντ. Οι σκόρπιες αυτές εντυπώσεις, συχνά ενταφιασμένες στα αζήτητα της μνήμης, αντιμετωπίζονται ως διαζευκτικές, εναλλακτικές ερμηνείες και όψεις του βιώματος αρθρώνονται, παίρνουν μορφή, μετουσιώνονται σε στυλ, δηλαδή στον απαράμιλλο τρόπο που τελικά παρουσιάζεται ο κόσμος στα μάτια του Προυστ. Κι ο τρόπος αυτός, από τον πρώτο τόμο του «Αναζητώντας τον χαμένο Χρόνο», τυπωμένος μετά βασάνων και κόπων, με έξοδα του συγγραφέα, το 1913, μέχρι και τον τελευταίο, το 1927, έδειξε τις απατηλές όσο και συναρπαστικές δυνατότητες «ανάκτησης» του χαμένου χρόνου και άλλαξε δραστικά τον τρόπο που βλέπουμε τη λογοτεχνία και τον κόσμο (της).
Ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ‒κατά κόσμον Λουί Φερντινάν Ντετούς, γιατρός, βετεράνος και ανάπηρος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εντελώς άγνωστος στα γαλλικά γράμματα‒ παραδίδει το 1932 στον Gallimard ένα χειρόγραφο επτακοσίων σελίδων γραμμένο σε μια γλώσσα που κανείς δεν είχε ξανακούσει: αργκό, βλάσφημη, με υψηλή ποιητική ποιότητα. Αυτό το λαϊκό παριζιάνικο ιδίωμα αναδείκνυε μια βαθιά ανθρώπινη απόγνωση, ικανή να συντρίψει ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη. Ο Gallimard, όμως, το απέρριψε, με αποτέλεσμα ο Σελίν να βρει τελικά καταφύγιο στον Denoël, και η υπόλοιπη ιστορία είναι γνωστή: το βιβλίο γίνεται αμέσως μπεστ σέλερ με δεκάδες ανατυπώσεις μέσα σε δύο μήνες, εν μέσω αντιδράσεων που μέμφονται τον πρόδηλο αντισημιτισμό του. Ωστόσο, ο Σελίν δεν μπορεί να κρύψει τη πιο σκοτεινή όψη της ανθρώπινης φύσης· αυτό αντιλήφθηκαν από νωρίς όλα τα ανατρεπτικά κινήματα και κορυφαίοι συγγραφείς που έμειναν να θαυμάζουν αυτό το γοητευτικό ανοσιούργημα, το οποίο βγήκε από τα σπάργανα του αυθεντικού και ολοκληρωμένου Dasein. Ο Χένρι Μίλερ, που έτυχε να βρίσκεται στο Παρίσι εκείνες τις μέρες, λένε πως ξαναέγραψε ολόκληρο τον «Τροπικό του Καρκίνου» αφού το διάβασε. Χωρίς Σελίν, δύσκολα θα υπήρχαν οι Τροπικοί, ενδεχομένως και οι μπιτ αλλά και όλοι οι λογοτέχνες που δεν ήθελαν να χωρέσουν σε κανόνες και κινήματα. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο Σελίν είναι ο συγγραφέας άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας τον 20ό αιώνα.
Γιατί όμως το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», εκτός από τις συζητήσεις που προκάλεσε, εξακολουθεί να απασχολεί ακόμα, στην εμβληματική του μετάφραση από τη Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, δεκαπέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του από τις εκδόσεις της Εστίας, και μάλιστα σε μια μετα-μνημονιακή, μετα-πανδημική Ελλάδα; Γιατί ο Μπαρταμί, ο γιατρός-λιποτάκτης που δεν μπορεί να απεκδυθεί το ψυχολογικό βάρος του πόλεμου, της αποικιοκρατικής βαρβαρότητας, της απύθμενης μιζέριας και της μοναξιάς μας, μοιάζει ξαφνικά οικείος. Ο Σελίν δεν θέλει να εξωραΐσει τίποτα, ούτε να παρηγορήσει τον «υποκριτή αναγνώστη»-αδελφό του ‒ και δεν εξαιρεί ούτε τον εαυτό του. Δεν διστάζει να δείξει με τον πιο ωμό τρόπο ότι υπαίτιος της δυστυχίας του πολιτισμού είναι, κατά κύριο λόγο, ο ίδιος ο άνθρωπος. Μας βάζει μπροστά σ’ έναν καθρέφτη όπου το σκοτεινό είδωλο είμαστε εμείς, κι αυτό ακριβώς είναι που δεν συγχωρούμε εύκολα σε ένα βιβλίο: το ότι μας ξέρει καλύτερα απ' όσο μπορούμε να αντέξουμε. Η αλήθεια της νύχτας εξακολουθεί να είναι, άλλωστε, σε όλα τα επίπεδα, συντριπτική. Αλλά μέσα σε αυτό το σκοτάδι, ο Σελίν γίνεται μεταφυσικός, ακριβώς επειδή είναι ένας άνθρωπος που έχει εκπέσει ‒ στην πραγματικότητα, ο θρόνος τού ανήκει. Μέσα από τις σελίδες του αναγνωρίζεται μια πρωτόφαντη γλώσσα και μια μοναδική λογοτεχνία που πραγματικά δεν ξέρω αν έχει στηθεί ξανά ποτέ, τουλάχιστον μεταπολεμικά, από άλλον συγγραφέα. Αλλά, όπως γράφει και ο Σελίν στο βιβλίο, «έρχεται μια στιγμή που ’σαι ολομόναχος, όταν φτάνεις στην άκρη όλων όσα μπορούν να συμβούν. Είναι η άκρη του κόσμου», την οποία ελάχιστοι τόλμησαν να δουν. Πιθανόν κάποιους αιώνες πριν ο Δάντης, ο Ντοστογιέφσκι και στον κόσμο της ποίησης ο Σαίξπηρ.
Ξυπνάει στο μαύρο σκοτάδι. Δίπλα κοιμάται ακόμα ο γιος του. Μαζί σπρώχνουν ένα καρότσι με λιγοστές προμήθειες, που το πάνε και το πάνε μες στ’ αποκαΐδια της Αμερικής. Προχωρούν προς τον Νότο (ίσως εδώ να έχουμε την ιστορική υπόσχεση ενός αδιατάρακτου Νότου, μια υποσυνείδητη λογοτεχνική εμμονή του γιάνκη ΜακΚάρθι που μικρός μετακόμισε απ’ το Ρόουντ Άιλαντ στο Τενεσί). Δεν ξέρουν τι προκάλεσε την καταστροφή, γνωρίζουν μόνο όσα άφησε πίσω της: στάχτη, πείνα, ερείπια και ανθρώπους πέρα από κάθε όριο.
Όταν ο ΜακΚάρθι δημοσιεύει τον «Δρόμο», το 2006, η δυστοπία έχει ήδη επιστρέψει δυναμικά στην αμερικανική πεζογραφία (και ατζέντα). Ο κόσμος μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι αποτυχημένοι αιώνιοι πόλεμοι, η αγωνία της οικολογικής κρίσης και η διάχυτη αίσθηση μιας εύθραυστης κοινωνικής ειρήνης δίνουν στη μυθοπλασία της κατάρρευσης νέα υλικά – που είναι βέβαια και τα ίδια, τα παμπάλαια. Ο «Δρόμος» συνομιλεί μεν με την εποχή του, παραμένει όμως και βαθιά ιδιοσυγκρασιακός. Στο έργο του ΜακΚάρθι η βία είχε αποκτήσει σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις ήδη από τον «Ματωμένο μεσημβρινό», ενώ η αμερικανική ιστορία και η έννοια της απώλειας διαπνέουν την «Τριλογία των Συνόρων» και το «No country for old men». Ο «Δρόμος» μοιάζει με ύστερη αναλαμπή αυτής της διαδρομής, εντός του νεότοκου αιώνα: η ίδια θεοσκότεινη ματιά, στραμμένη τώρα πάνω σ’ έναν πατέρα που προσπαθεί να παραδώσει στον γιο του κάτι πιο ανθεκτικό από τούτο τον κόσμο, να του δείξει πώς να πορευτεί χωρίς να γίνει όμοιος με εκείνους που επιβιώνουν χάνοντας την ανθρωπιά τους.
Ο ένας χάνεται, ο άλλος συνεχίζει. Η «φλόγα» μεταλαμπαδεύεται, περνά απ’ τον έναν στον άλλον. Εκεί, στην καρδιά της πιο ακραίας ερήμωσης, ο ΜακΚάρθυ, με έναν τρόπο προς το τέλος και της δικής του φιλοσοφικής αναζήτησης, βρίσκει ίσως το ελάχιστο που χρειάζεται η ανθρώπινη ιδιότητα ώστε να παραμείνει τέτοια: μια υπερβατική πράξη στοργής.
O Τζορτζ Στάινερ εκτιμούσε βαθιά τον Μπαρτ, γνώριζε αρκετά το έργο του και έχει παραπέμψει κάμποσες φορές σε αυτό. Μην πάει ο νους σας στον Ρολάν, ο Στάινερ αναφέρεται στον Καρλ, τον γερμανόφωνο Ελβετό θεολόγο (1886-1968). Αυτού του Μπαρτ κυκλοφόρησε το 2015, από τις εκδόσεις του Άρτου Ζωής, το βιβλίο «Η προς Ρωμαίους επιστολή», έναν αιώνα σχεδόν μετά την πρώτη (1919) και τη ριζικά αναθεωρημένη δεύτερη έκδοσή του (1922). Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του μεγαλύτερου θεολόγου του 20ού αιώνα, αλλά και όλων των αιώνων, που μεταφράζεται στα ελληνικά, βιβλίο δύσκολο ασφαλώς, μα που σε κάθε σελίδα του, κυριολεκτικά σε κάθε σελίδα του, ξαφνιάζεσαι από την πνευματική και εκφραστική δύναμή του. Κάτι ασφαλώς σημαίνει για τη διανοητική ζωή του τόπου αυτή η καθυστέρηση και η αγνόηση. Ο Μπαρτ είναι ένα πνευματικό μέγεθος του περασμένου αιώνα ισοστάσιο του Χάιντεγκερ, του Βιτγκενστάιν, του Μαξ Βέμπερ, του Φρόιντ (ή όποιου άλλου αυτής της κλάσεως προτιμάτε). Το βιβλίο προκάλεσε κολοσσιαία συζήτηση και σήκωσε ισχυρές αντιδράσεις, μία εκ των οποίων και από τον δάσκαλό του, τον περιώνυμο Χάρνακ. Η «Προς Ρωμαίους επιστολή» γράφεται μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτελεί έκφραση της πνευματικής κρίσης που προκάλεσε σε όλη την Ευρώπη, η οποία για έναν χριστιανό μπορεί να συνοψιστεί στη συνείδηση ότι ετούτος ο κόσμος του φόνου δεν μπορεί να έχει σχέση με τον Θεό, ότι το χάσμα Θεού και κόσμου είναι αγεφύρωτο. Αυτή η κρίση διατρέχει όλο το βιβλίο του Μπαρτ, ο οποίος θα τονίσει, ίσως και θα υπερτονίσει, το χάσμα αυτό. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σημείο τομής μεταξύ του Θεού και του κόσμου. Υπάρχει: ο Ιησούς Χριστός, που κομίζει στον κόσμο της ιστορίας τον κόσμο του Πατρός και της Βασιλείας. Ο Χριστός, όμως, αγγίζει τον κόσμο όπως η εφαπτομένη τον κύκλο, δηλαδή τον αγγίζει μη αγγίζοντάς τον, και χάρη ακριβώς στο γεγονός ότι δεν τον αγγίζει πραγματικά, τον αγγίζει ως η οριοθέτησή του, ως καινή κτίση!
Το βιβλίο δεν συγκίνησε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Διάλεξα να γράψω γι’ αυτό, μολονότι είχα άμεση ανάμειξη στην έκδοσή του, γιατί έχω την πικρή βεβαιότητα ότι δεν θα πήγαινε σε αυτό το μυαλό κάποιου άλλου.
Το βιβλίο αυτό είναι, για να το πω με μια λέξη, συγκλονιστικό. Και αυτό είναι το απλό και πιο βασικό κριτήριο για κάθε μεγάλο μυθιστόρημα. Η Κωνσταντία Σωτηρίου, χρησιμοποιώντας μια ξεχωριστή, διεγερτική, τραγική γλώσσα, με απλότητα και ευθυβολία αφηγείται δύο συμπλεκόμενες ιστορίες: τα βάσανα των ανθρώπων που δούλευαν παλιότερα στα ορυχεία της Κύπρου και πέθαιναν από πνευμονοκονίαση, κυρίως των συζύγων τους, και τη δολοφονία Φιλιππινέζων γυναικών και δυο παιδιών που τους έπνιξαν σε μια λίμνη της Μεγαλονήσου. Η σύνθετη αφήγηση αναδύεται μέσα από τον μονόλογο μιας γυναίκας που έχασε τον άντρα της από τη σκόνη των ορυχείων και, πλέον, στα γηρατειά της, είναι κάπως αποκατεστημένη, έχει μια Φιλιππινέζα υπηρέτρια – η αβάσταχτη τραγικότητα της δικής της απώλειας και η παλιότερη φριχτή της φτώχεια, όμως, δεν την κάνουν να νιώθει με ανάλογη ευαισθησία για την αλλοδαπή που την υπηρετεί. Η αυθεντικότητα και η τραγικότητα του λόγου της γυναίκας, η αρχετυπική οδύνη, ο θρήνος και οι περιπέτειες που περνάει μετατρέπουν το αφήγημα σε ένα προϊστορικό μοιρολόι και σε μια παντοτινή ελεγεία της μάνας που απομένει μόνη, παλεύοντας σε έναν ανάλγητο κόσμο. Μέρος της αναλγησίας, όμως, παρά την οδύνη της, είναι και η ίδια, λόγω της συμπεριφοράς της απέναντι στην υπηρέτρια. Βέβαια, είναι και ο τρόπος που η Σωτηρίου ξετυλίγει την ιστορία, ο ρυθμός, η μαεστρία στη δομή των μοτίβων, οι μεταβάσεις και το μοντάζ, που κάνει το κείμενο ασθματικό, στα όρια της πνιγμονής, προσφέροντας, ταυτόχρονα, βαθιά αναγνωστική απόλαυση.
Μου είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατον, να διαλέξω ένα βιβλίο. Παραβιάζω, λοιπόν, τους κανόνες: θα πω ένα βιβλίο των τελευταίων είκοσι ενός χρόνων, που είναι το «2666» του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Αριστουργηματικό στη σύλληψη, ξεκινάει με τέσσερα πλήρη μυθιστορήματα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, αλλά μπορεί ο πρωταγωνιστής ενός να είναι πεμπταγωνιστής σε κάποιο από τα υπόλοιπα. Το πέμπτο βιβλίο με μαγικό τρόπο ενώνει τα τέσσερα προηγούμενα σε ένα. Με αυτό το αριστούργημα άρχισε ο 21ος αιώνας.
Το δεύτερο βιβλίο είναι το «Άουστερλιτς» του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, που ήταν και το τελευταίο του, γιατί σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα το 2001 ‒ ο Μπολάνιο πέθανε το 2003. Δύο από τις σπουδαιότερες φωνές στο κλείσιμο του 20ού αιώνα και στο άνοιγμα του 21ου.
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, με το 2666, που μάλιστα γνώριζε ότι θα είναι το κύκνειο άσμα του, θέλησε να παραδώσει αυτό που λέμε «μεγάλο μυθιστόρημα», με την έννοια του μυθιστορήματος-τοιχογραφίας, μιας τοιχογραφίας ωστόσο που δεν θα ήταν μια αντικειμενική απεικόνιση του όλου κόσμου, αλλά η υποκειμενική απεικόνιση του δικού του, καθώς και των ουσιωδέστερων στοιχείων του όλου κόσμου, όπως εκείνος τον αντιλαμβανόταν. Είναι ένα μυθιστόρημα-διαθήκη, κυριολεκτικά μάλιστα, καθώς τα πέντε μέρη του που συγκροτούν ένα σώμα 1.000 και πλέον σελίδων ήθελε να δημοσιευτούν χωριστά, ένα τον χρόνο, για να βοηθήσουν περισσότερο την οικογένειά του οικονομικά μετά τον θάνατό του, παραγγελία που ο διαχειριστής των δικαιωμάτων και ο εκδότης, με τη σύμφωνη γνώμη των κληρονόμων, απέρριψαν χάριν της ακεραιότητας του έργου. Καθώς το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε στις αρχές της νέας χιλιετίας, πήρε τον τίτλο 2666 πιθανότατα για να συμβολίσει την ισχύ του κακού στη νέα αυτή περίοδο της Ιστορίας που, όμως, έχει προαναγγελθεί από τα τέλη της προηγούμενης. Έτσι το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο μέρος διαδραματίζονται στην πόλη Σάντα Τερέζα, μετωνυμία της πόλης Χουάρες, πόλης-νεκροταφείου στο φοβερό σύνορο Μεξικού – ΗΠΑ, όπου την τελευταία δεκαετία της προηγούμενης χιλιετίας έγιναν εκατοντάδες δολοφονίες, κυρίως γυναικοκτονίες, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο αναφέρεται σε μια παλιότερη ρίζα του κακού, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο πολεμάει το κεντρικό πρόσωπο του έργου, ο εξαφανισμένος Γερμανός συγγραφέας Μπένο φον Αρτσιμπόλντι. Οι τέσσερις ‒μη Γερμανοί‒ πανεπιστημιακοί και απόλυτοι ειδικοί του έργου του που τον αναζητούν και φτάνουν μέχρι τη Σάντα Τερέζα συμβολίζουν ίσως τον χιμαιρικό Ευρωπαίο άνθρωπο που αναζητάει ακόμα αλήθειες μέσα σε ένα γενικευμένο χάος, χάνοντας ίσως μάλιστα τη μεγάλη εικόνα της αλήθειας. Το χάος ή η τρέλα της σύγχρονης ζωής απεικονίζεται στη σχετική χαλαρότητα της πλοκής και της σύνδεσης των μερών (αλλά και στα πολλά είδη γραφής), έτσι ώστε να τονιστεί καλύτερα το κοινό νήμα του κακού και της βίας. Η γραφή, όπως και η διαθήκη, όπως και η νέα χιλιετία, βρίθουν υποκειμενικοτήτων, το βάθος όμως, η ουσία, έχει αντικειμενικά χαρακτηριστικά και το χάος τακτοποιείται ως εκ θαύματος, άρα αριστουργηματικά.
Η αβάσταχτα μελαγχολική όσο και αμοράλ ζωή της Φρανσουάζ Σαγκάν με γοήτευε ανέκαθεν. Ούτε σπουδαία συγγραφέας υπήρξε, ούτε ωραία, ούτε φανατική καριερίστα, ούτε μανιακή για βραβεία Νόμπελ, κρατικά ή, έστω, ηλεκτρονικών μαραφετιών.
Στα 20 χρόνια της LiFO –εύχομαι να τα χιλιάσει– διάβασα πάνω από δυο φορές την εξαιρετική βιογραφία αυτής της μοιραίας Γαλλίδας, που λάτρευε τον Προυστ, τον Μιτεράν, την ασωτία με μεγαλοαστικούς όρους και τον έρωτα με κάθε ειλικρινή αμφιθυμία. Έζησε όπως ήθελε· ξεκίνησε καλημερίζοντας τη θλίψη και πέθανε μόνη, έχοντας επίγνωση των λαθών της.
Η βιογραφία της κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Η αφεντιά μου τη θεωρούσε πάντα μακρινή συγγένισσα ,ίσως γιατί αγαπούσε από τα νιάτα της τη Μελίνα και τον Ντασέν, γιατί έκανε γκάφες ολκής, γιατί ήταν εξυπνότερη του έργου της και γιατί, παρά την ελκυστική μετριότητά της, τα λιγοσέλιδα βιβλία της έγιναν ταινίες με μεγάλους σταρ στα μισά των ’50s και στα ’60s.
Στενή φίλη της κόρης του Αντρέ Μαλρό, συμμερίστηκε μαζί της την πρώιμη επιτυχία του πρώτου της μυθιστορήματος «Καλημέρα θλίψη», κατέγραψε τον μύθο της υπάκουης αστής Γαλλιδούλας, έβγαλε τρελά λεφτά, τσακίστηκε του θανατά με το σπορ αυτοκίνητό της, έπαιξε στο καζίνο και κέρδισε αγοράζοντας ένα υπέροχο σπίτι στην εξοχή, ερωτεύτηκε γυναίκες, ακατάλληλους άντρες και, φυσικά, την καταστροφή της.
Να, λοιπόν, μια συγγραφεύς που, αν και ξεχασμένη σήμερα, είναι από μόνη ηρωίδα καταραμένη ενός βιβλίου που δεν έγραψε η ίδια.
Ο κόσμος της βαρύτητας (επιστήμη, τεχνολογία, ύλη, πρόοδος) μας ταΐζει καλά και μας αφήνει νηστικούς. Γιατί όλα όσα ανήκουν στη βαρύτητα, μαζί κι εμείς, είναι προορισμένα να γίνουν το δείπνο της. Ο Γιάννης Ανδριανάτος στρώνει τραπέζι από την άλλη μεριά: ένα δείπνο που δεν σε τραβά προς τα κάτω, αλλά σε ρίχνει προς τα πάνω. «Ανώπτωση» το ονομάζει: να πέφτεις προς τον ουρανό.
Ξεχώρισα το βιβλίο γιατί κάνει κάτι που ελάχιστοι τολμούν σήμερα στην Ελλάδα: ενώνει την ποίηση με τον φιλοσοφικό στοχασμό χωρίς να γίνεται βαρύ ή δυσνόητο. Πιάνει το νήμα του ποιητικού στοχασμού από τους προσωκρατικούς και αντλώντας από τον Ηράκλειτο ως το Ζεν και από το Τάο ως τον Νίτσε, το φέρνει στο παρόν. Η γραφή του έχει την ταχύτητα της οθόνης, αλλά την αντίστροφη λειτουργία: δεν σε κάνει να προσπεράσεις· σε αναγκάζει να σταματήσεις.
«Δεν ξέρω, άρα υπάρχω». «Τα δάκρυα είναι ηλεκτρισμός αναξιοποίητος». «Τα χέρια απλώνουμε / να ζεσταθούμε γύρω από το μηδέν». Στίχοι αφοριστικοί, που πηγαίνουν κατευθείαν στο υπαρξιακό στομάχι.
Και επειδή δεν είναι βιβλίο κατάνυξης, έχει δόντια: «Πνευματικότητα είναι / να καυλώνεις όταν κοιτάς / τα μπούτια του Παρθενώνα». Έχει μαύρο χιούμορ, σάτιρα για το 1821 και τους «Καρκινικούς δείκτες», που κοιτούν τα δυσάρεστα χωρίς παρηγορητικό φίλτρο. Ακόμη και τα σχέδιά του μέσα στο βιβλίο δεν στολίζουν απλά το κείμενο: το συνεχίζουν με μάτια, σώματα και πτώσεις. Στο τέλος, το γλωσσάρι χαρίζει λέξεις που δεν υπήρχαν και τώρα σού λείπουν: ουρανότρυση, ψυχοδρομία, φωτόδοντα. Το διάλεξα γιατί δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Κλείνοντάς το δεν νιώθεις ότι έμαθες περισσότερα· νιώθεις ότι πείνασες σωστά και, για λίγο, χόρτασες.
Λίγα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών κατάφεραν να συγκινήσουν τόσο ευρύ και ετερόκλητο κοινό, σε παγκόσμιο επίπεδο, όσο η «Τετραλογία της Νάπολης», η οποία επιτελεί εδώ κάτι σπάνιο, που ταυτόχρονα λειτουργεί λυτρωτικά για τον αναγνώστη: μεταπλάθει την ιστορία δύο γυναικών σε έναν ύμνο για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, δίχως ίχνος εξιδανίκευσης. Ο δεσμός της Λενού και της Λίλας κυλά σαν ορμητικός ποταμός ανά τις δεκαετίες, ξεφεύγοντας από τα στενά όρια μιας απλής φιλίας για να γίνει πεδίο μάχης, όπου συγκρούονται και συνυπάρχουν η αγάπη με τον ανταγωνισμό, ο θαυμασμός με τον φθόνο, η αφοσίωση με τη ρήξη. Η ανελέητη ειλικρίνεια με την οποία η συγγραφέας αποτυπώνει αυτές τις αντιφάσεις, αποδομώντας κάθε στερεότυπο περί γυναικείας φιλίας, χαρίζει στις δύο ηρωίδες της μια σχεδόν ενοχλητική αληθοφάνεια που σε ταράζει.
Στις σχεδόν δύο χιλιάδες σελίδες της «Τετραλογίας» ξεδιπλώνεται σαν τοιχογραφία ολόκληρη η μεταπολεμική Ιταλία: η φτώχεια, η βία, οι ταξικές ρωγμές, τα πολιτικά ρεύματα, οι ραγδαίοι μετασχηματισμοί μιας κοινωνίας που σμιλεύει αμείλικτα τον εσωτερικό κόσμο όλων των προσώπων που παρελαύνουν στους τέσσερις τόμους. Η ίδια η Νάπολη, με τα σκοτεινά της στενοσόκακα και τις βίαιες γειτονιές της, αναδύεται ως ζωντανός πρωταγωνιστής: μια πόλη που καθορίζει, σχεδόν σαν πεπρωμένο, τους κατοίκους της και τις επιλογές τους.
Η Έλενα Φεράντε διερευνά την ταυτότητα, τη χειραφέτηση, τη μητρότητα, τη μνήμη και την προδοσία κάνοντας μια ωμή ψυχολογική ενδοσκόπηση, αρνούμενη κάθε εύκολη απλούστευση. Αυτή ακριβώς η πολυτάραχη δυναμική αποτυπώνεται και στην ίδια τη γλώσσα της, μια γλώσσα άμεση και ζωντανή. Η «Τετραλογία της Νάπολης» δεν είναι απλώς μια συναρπαστική αφηγηματική εμπειρία. Είναι πλέον ένα ορόσημο, ένα σημείο αναφοράς όχι μόνο για την ιταλική, αλλά και για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Πώς μπορείς να επιλέξεις ένα και μόνο βιβλίο ανάμεσα στα περίπου 200.000 που εκδόθηκαν και κυκλοφόρησαν στην εικοσαετία 2006-2026; Θα έλεγα πως δεν μπορείς. Αλλά επειδή πρέπει να το κάνω, δεν έχω άλλον τρόπο παρά να ανατρέξω στο αρχείο μου, το αρχείο ενός επαγγελματία αναγνώστη, και να παραδοθώ άνευ όρων στο αναγνωστικό μου κριτήριο, όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται αλαζονικό.
Επιλέγω λοιπόν το βιβλίο «Κάποιος μιλάει μόνος του κρατώντας ένα ποτήρι γάλα» του Ευθύμη Φιλίππου (εκδόσεις mnp). Εκδόθηκε στο τέλος του 2009. Έγραψα, τότε, με ενθουσιασμό για το βιβλίο ενός συγγραφέα που μου ήταν εντελώς άγνωστος. Ο χρόνος δικαίωσε την επιλογή μου, αλλά κυρίως δικαίωσε το συνολικό έργο του Φιλίππου (σενάρια, θεατρικά κ.λπ.).
Είχα γράψει: «Ο συγγραφέας, που, όπως μαθαίνουμε από το λιτό βιογραφικό του των 11 λέξεων, έχει γεννηθεί το 1977, δημιουργεί έναν πρωτότυπο διάλογο για τη δύναμη, την αδυναμία, τον σουρεαλισμό, την τραγικότητα, τον παραλογισμό, το nonsense της καθημερινής ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων. Ο διάλογος, που θα μπορούσε να ήταν και διάλογος με τον ίδιο μας τον εαυτό, χαρακτηρίζεται από τον ερωτηματικό λόγο, πράγμα που δίνει ρυθμό, φρεσκάδα και πολύ χιούμορ στο κείμενο. Δεν ξέρω ποιος είναι ο Ευθύμης Φιλίππου, με τι ασχολείται, ποιες είναι οι αναφορές του, αν έχει γράψει κάτι άλλο, αλλά πίσω από το κείμενό του αυτό βρίσκω τον Μπέκετ των μικρών έργων μα και την αδιάκοπη ροή ενός ιντερνετικού blog, όπου το πέρασμα από το ένα θέμα στο άλλο, από τη μια γλώσσα στην άλλη, μοιάζει απόλυτα φυσιολογικό. Υπάρχει στυλ, υπάρχει ύφος σε αυτό το κείμενο του Φιλίππου. Όπως υπάρχει και θεατρικότητα».
Κι εκεί που νομίζεις ότι θα μείνεις για πάντα προσκολλημένος στη νεανική ηλικία του Εγώ, ο Κλαύδιος ή του Αδριανού απομνημονεύματα, έρχεται ένα ιστορικό μυθιστόρημα του 21ου αιώνα και διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία. Η επιτυχία στο Γουλφ Χολ της Χίλαρι Μαντέλ δεν είναι καν η ιστορική περίοδος του 16ου αιώνα, όταν ο Ερρίκος Η΄ στέκεται απέναντι στον Πάπα και τους άλλους μονάρχες της Ευρώπης, θέλοντας να αποκτήσει διάδοχο από την Αν Μπολέιν. Δεν είναι καν τα δεκάδες ιστορικά γεγονότα με όλες τις διακλαδώσεις που αποδίδουν το πολλαπλό είδωλο της ανθρώπινης φύσης σαν σε καλειδοσκόπιο. Είναι οι χαρακτήρες που δεν περιφέρονται στις σελίδες σαν κομπάρσοι της Ιστορίας, αλλά αποκτούν σάρκα και αίμα, σκοτάδι και φως, χαμέρπεια και μεγαλείο. Και είναι, φυσικά, ο Τόμας Κρόμγουελ, ο γιος ενός αλκοολικού σιδερά, ο Πρώτος Γραμματέας, που ανεβαίνει τις σκάλες της ιεραρχίας και αφηγείται την ιστορία. Μαζί του και οι δεύτεροι ή τρίτοι αντιήρωες της αφήγησης: αν τους αφαιρέσεις, το οικοδόμημα πέφτει. Τίποτε δεν περισσεύει σ’ αυτή τη «λυκότρυπα» και τις συνέχειές της, τα Γεράκια (μτφρ. Εριφύλη Μαρωνίτη) και το Καθρέφτης και το φως (μτφρ. Καρολίνα Μέρμηγκα). Στην τριλογία της η Μαντέλ παίρνει την κατά τ’ άλλα σαπουνοπερατική αυλή του Ερρίκου Η΄ και της δίνει πνοή μέσα από λόγια και ψιθύρους. Ξεσκονίζει τα παλιοκαιρισμένα κοστούμια εποχής και ξεχαρβαλώνει τους στομφώδεις μονολόγους, με πρωταγωνιστή έναν σύγχρονό μας πραγματιστή (να και ο ευρηματικός αναχρονισμός) σε έναν κόσμο θρησκευτικών φανατικών και αλαζόνων αριστοκρατών. Με τα λόγια του Φόκνερ: «Το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ ‒ δεν υπάρχει καν παρελθόν».
Το «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή» είναι το δεύτερο βιβλίο της Αμερικανικής Τριλογίας, ανάμεσα στο «Αμερικανικό Ειδύλλιο» και στο «Ανθρώπινο Στίγμα». Εδώ, ο Νέιθαν Ζούκερμαν, alter ego του ίδιου του Ροθ, γίνεται κοινωνός της ιστορίας του Άιρα Ρίνγκολντ, Εβραίου από το Νιούαρκ που γίνεται αστέρι του ραδιοφώνου για να καταστραφεί στην περίοδο του αντικομμουνιστικού κυνηγιού μαγισσών που κατηύθυνε με ζήλο ο ακροδεξιός γερουσιαστής Μακάρθι. Την ιστορία την αφηγείται στον Ζούκερμαν ο 90χρονος Μάρεϊ Ρίνγκολντ, αδελφός του Άιρα. Στο φόντο απλώνεται η ιστορία ενός αποτυχημένου γάμου, τραυματικών οικογενειακών σχέσεων και, φυσικά, ένα χρονικό εκδίκησης και προδοσίας.
Η πλοκή είναι σχετικά απλή και αποκαλύπτεται σχεδόν απ’ την αρχή. Στο απόγειο της διασημότητάς του ο Άιρα παντρεύεται την Εύα Φρέιμ, άλλοτε νεαρή σταρ του Χόλιγουντ και στη συνέχεια του ραδιοφώνου. Ο γάμος δεν πάει καλά και όταν ο Άιρα εγκαταλείπει την Εύα εκείνη δημοσιεύει ένα βιβλίο για τον γάμο τους, στο οποίο ισχυρίζεται ότι ο σύζυγός της ήταν κομμουνιστής που έπαιρνε μάλιστα εντολές από τη Μόσχα, προδίδοντας την Αμερική. Στην εποχή του Μακάρθι, αυτή η κατηγορία από μόνη της αρκεί για να καταστρέψει την καριέρα του Άιρα.
Όπως σε όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ, το στόρι αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μέσο για τον Ζούκερμαν/Ροθ να αναλύουν την αμερικανική κοινωνία ως σύνθετο πλέγμα δυνάμεων και σπαραχτικών αντιφάσεων. Το ιδιαίτερο με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι ότι θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό μια ιδιόμορφη επιστολή εκδίκησης του συγγραφέα στην πρώην γυναίκα του, θεατρική ηθοποιό Κλερ Μπλουμ, που στα απομνημονεύματά της είχε αποκαλύψει χειριστικά και εξουσιαστικά τεχνάσματα του Ροθ.
Αυτό, ωστόσο, που μετρά για τον αναγνώστη/-τρια είναι εάν το πλέγμα των χαρακτήρων και οι σχέσεις που φανερώνονται στη γραφή μάς εμπνέουν ή, έστω, προσφέρουν πεδίο ελεύθερο να αισθανθούμε την απόλαυση του κειμένου. Και εφόσον και εδώ η λογοτεχνία κερδίζει στο τέλος, όλα τα υπόλοιπα γίνονται ασήμαντες λεπτομέρειες.
Διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση πως το κάθε διήγημα, παρά την εκπληκτική αυτονομία και την αφηγηματική οικονομία, θα μπορούσε να επεκταθεί σε μυθιστόρημα. Και ακόμη, αν διαβάσει και τη συλλογή «Everything that rises must converge» («H ημέρα της κρίσεως», κυκλοφορεί από τους Αντίποδες) που κυκλοφόρησε το 1965, έναν χρόνο μετά τον θάνατό της, συμπεραίνει ότι η συγγραφέας μάς έδωσε συνολικά τη δική της ανυπέρβλητη σάγκα του αμερικανικού Βαθέος Νότου.
Μολονότι το διήγημα που τιτλοφορεί τη συλλογή είναι και το γνωστότερο, δύσκολα ξεχωρίζει κανείς ποιο από τα δέκα του τόμου είναι το καλύτερο. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει κανένας χαρακτήρας που να μην περιγράφεται με εκπληκτική ενάργεια από τη συγγραφέα: νέοι, γέροι και παιδιά – αληθινά παιδιά, που μπορούν και να παίζουν και να είναι υπάκουα αλλά και να ατακτούν, να αυθαδιάζουν ή ακόμη και να βρίζουν.
Η Φλάνερι Ο’Κόνορ ήταν καθολική στο θρήσκευμα, και μάλιστα πιστή σε όλη της τη ζωή. Το θρησκευτικό στοιχείο έπαιζε και εξακολουθεί να παίζει ακόμη και σήμερα σημαντικό ρόλο στον Βαθύ Νότο. Μπορεί κανείς να θεωρήσει πως στο υπόστρωμα των εννιά από τα δέκα διηγήματα που απαρτίζουν το «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» βρίσκεται μια ιδιόμορφη εκδοχή του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά αν αυτό το πάρει κανείς τοις μετρητοίς θα αδικήσει και τη συγγραφέα και τον εαυτό του.
Στην πραγματικότητα η Ο’Κόνορ είναι βυθισμένη στο μυθικό παρελθόν του αμερικανικού Νότου, και στο παρελθόν αυτό η εμμονή στην πίστη, στη μετά θάνατον ζωή, στην κρίση ζώντων και νεκρών, είναι ενδημικά γνωρίσματα που συνδέονται άρρηκτα με την αλόγιστη βία.
Τα γοτθικά γνωρίσματα στα διηγήματα της Ο’Κόνορ είναι βέβαια εμφανέστατα και η ίδια τα παίρνει πολύ στα σοβαρά, όμως ταυτοχρόνως τα σχολιάζει σαρδόνια. Κάθαρση στο έργο της δεν υπάρχει, ούτε και σωτηρία – που πάντοτε είναι υποθετική.
Κάθε φορά που το διαβάζω σκέφτομαι ότι πρέπει να γίνει όπερα. Φαντάζομαι τα σκηνικά, παιδιά κουρελιάρικα, βρέφη με μύξες που τσιρίζουν, την ξυπόλυτη μέτσο-σοπράνο που σμίγει τα χέρια της ικετευτικά καρφώνοντας τον τρέντι τύπο με το περουκίνι που προσπερνάει, ενώ τραγουδάει με βαθιά φωνή την άρια «Χωρίς ζητιάνους θα ’σασταν χαμένοι, θα ’στελνε ο Θεός τους κεραυνούς του, θα ’καιγε τα χωράφια και τις βίλες», κι έπειτα ξαφνικά, μια αχνή λάμψη να διαπερνάει την καταχνιά, η σκηνή του θεάτρου σείεται, είναι ο απόκρυφος θρίαμβος των ζητιάνων ένα ξέσπασμα σχεδόν διονυσιακό, αλλά σε συνθήκες απόλυτης μυστικότητας.
Νομίζεις ότι το ποίημα κυλάει ουρανοκατέβατο, ότι η δομή του είναι τυχαία, ότι αυτή η ρευστότητα του ύφους που σε μαγνητίζει, καθώς περνάς από σελίδα σε σελίδα, πέτυχε συμπτωματικά, χωρίς προσπάθεια. Ας μην ξεγελιόμαστε. Η γραφή της Γλυκερίας Μπασδέκη είναι απατηλά απλή. Δεν είναι καθόλου απλή, ούτε εύκολη.
Τι συμβαίνει στο «Μία βοήθεια, παρακαλώ;». Ο κόσμος, χωρισμένος σε δυο σύμπαντα που φαίνονται αυστηρά οριοθετημένα: τους ζητιάνους και τους έχοντες. Όμως, με τρόπο ανεπαίσθητο, ο κόσμος του ζήτουλα ελίσσεται στρατηγικά, περικυκλώνει σαν το φαγοκύτταρο με τα ψευδοπόδια του τον άλλο κόσμο, τον χορτασμένο, και τον εγκλωβίζει. Σ’ αυτό το πανόραμα της ζητιανιάς χωράμε όλοι μας. Άλλος ζητιανεύει για φαγητό, άλλος για έρωτα. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο καθαυτό ζητιάνος είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος και έχει εξελίξει την τεχνική του. Οι ερωτευμένοι πρέπει να μαθητεύσουν δίπλα του.
Από πού πηγάζει η Γλυκερία Μπασδέκη; Δεν υπάρχει απάντηση. Η γραφή της είναι αλλιώτικη, κανένας δεν γράφει σαν εκείνη. Η γλώσσα της είναι ζωντανή, άμεση, χωρίς λογοτεχνικά κολπάκια. Τίποτα εξεζητημένο, τίποτα επίπλαστο.
Μετά λόγου γνώσεως, το πιο σημαντικό βιβλίο ελληνικής ποίησης του αιώνα μας έως τώρα. Το επικών διαστάσεων συνθετικό ποίημα των 500 σελίδων, «Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια», του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου, ξεκίνησε να γράφεται το 1985. Η πρώτη, αφανής κυκλοφορία του, μέσω φυλλαδίων εκτός εμπορίου, έμοιαζε με το ιερατικό μυστικό ενός κλειστού πνευματικού κύκλου. Το 2006 εκδόθηκε για πρώτη φορά σε βιβλίο από την Ίνδικτο και αφού παρέμεινε για μακρό διάστημα εξαντλημένο, επανεκδόθηκε το 2022 από το Ροδακιό. Ένα μνημειώδες έργο εν προόδω, που πριν από ακριβώς είκοσι χρόνια εκσφενδονίστηκε σαν σπάνιος μονόλιθος στα εκδοτικά μας πράγματα, απότοκο μιας ακάματης πνευματικής και οντολογικής περιπέτειας. Επιβλήθηκε άμα τη εμφανίσει, όπως επιβάλλονται όλα τα έργα τα σχεδόν αχειροποίητα, έστω και αν η έλευσή του περιβλήθηκε από αμηχανία και σιωπή. «Σύσσημον» θα πει το συμφωνημένο, αναγνωριστικό σημάδι για όσους ομονοούν πως: «Κάθε ζωή έχει ανάγκη το σκοτάδι». Αναβλύζει από τις πηγές της παράδοσης, συναντά στον δρόμο του και συναιρεί τις υπόγειες και ποικίλες διακλαδώσεις της γλώσσας και, ύστερα, εκβάλλει ορμητικό στον ποταμό της ιστορίας. Εκκινώντας από ένα λογοτεχνικό μνημόσυνο και από το ακατάβλητο αίσθημα ενός τέλους, ο Παναγιωτόπουλος επιχείρησε τη θηριώδη και άνευ προηγουμένου νέκυιά του στον Άδη των ελληνικών γραμμάτων. Με τον θάνατό του πριν από τρία χρόνια μας άφησε «βυθισμένους στις δοξασίες ενός κόσμου που πεθαίνει» – σε έναν κόσμο που έχει ήδη πεθάνει. Ωστόσο, ο ίδιος πρόλαβε να αναστήσει για χάρη μας μια εξαίσια πνευματικότητα, λάφυρο από έναν κόσμο που οπισθοχωρεί, και να διασώσει το σφρίγος της «ξυπόλυτης αντρείας» του, πολύτιμο κληροδότημα και προφητική απεύθυνση στους σκληρούς και άνυδρους καιρούς μας.
Λογοτεχνία είναι και η μετάφραση. Καθαρή, απαιτητική λογοτεχνία. Προφανή τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, και καθοριστικά, ωστόσο δεν τη μειώνουν σε τέχνη απλώς παραπληρωματική και υποτελώς επικουρική. Η εγγενής εξάρτησή της από το εκάστοτε πρωτότυπο κείμενο δεν της αφαιρεί τον χαρακτήρα του αυτοτελούς λογοτεχνικού διακυβεύματος. Για μας σήμερα, ακόμα κι αν ξεσκολίσαμε από φιλολογικές σχολές και από φροντιστήρια γλωσσομάθειας, το πρωτότυπο κείμενο της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» δεν είναι το καθαυτό ομηρικό, το πρωτότυπο κείμενο της «Αινειάδας» δεν είναι το βιργιλικό, ούτε της «Θείας Κωμωδίας» το δαντικό. Κατά κάποιον τρόπο, τη θέση του πρωτοτύπου διεκδικούν οι μεταφράσεις τους, οι καλές μεταφράσεις τους. Εκτός πια και πιστεύουμε στον μύθο των γλωσσικών γονιδίων μας, που ξέρουν άπταιστα αρχαία ελληνικά, άρα και λατινικά και ιταλικά, δοθέντος ότι, κατά το δημοφιλές μύθευμα, «όλες οι γλώσσες του κόσμου, με πρώτη τη λατινική, είναι παιδιά της παμμήτειρας ελληνικής».
Στα σπουδαιότερα λογοτεχνικά συμβάντα του 21ου αιώνα συναριθμώ, λοιπόν, τη μετάφραση των δύο ομηρικών επών από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, της «Αινειάδας» από τον Θεόδωρο Παπαγγελή και της «Θείας Κωμωδίας» από τον Γιώργο Κοροπούλη. Μεταφράσεις των εν λόγω έργων διαθέταμε ήδη, και θα υπάρξουν κι άλλες τα επόμενα χρόνια, αυτό είναι το λογοτεχνικώς φυσιολογικό. Οι τρεις που προκρίνω εδώ μάς σύστησαν θεμελιώδη κείμενα της οικουμενικής λογοτεχνίας με τον πλέον άρτιο και ουσιώδη τρόπο: με πλούσια δημοτική, τερπνά ελευθερωμένη από δογματισμούς, δίχως ρομαντικούς φολκλορισμούς, σημερινή, οικεία, απολύτως ενήμερη για τις κατακτήσεις της ποίησής μας και της γλώσσας της· με πλήρη εποπτεία της σχετικής φιλολογίας, αρχαίας και νέας· με έκδηλη έγνοια για την ενδοκειμενική μουσική και τον ρυθμό, είτε σε ελεύθερους στίχους παραδίδεται η μετάφραση είτε έμμετρη. Με έργο ζωής έχουμε να κάνουμε και στις τρεις περιπτώσεις.