Οι πρόσφατες δολοφονίες δύο νέων γυναικών σε Ρόδο και Κέρκυρα χαρακτηρίστηκαν γυναικοκτονίες και όχι άδικα, εφόσον κύριος «ένοχος» ήταν ξεκάθαρα το φύλο τους. Δεν σπανίζουν δυστυχώς τέτοια εγκλήματα με θύματα γυναίκες ενόσω φαντάζει σχεδόν αδιανόητο δύο νέοι άντρες που θα διέπρατταν αντίστοιχα «παραπτώματα» (σύναψη σχέσης με «αλλόφυλη» ή άρνηση ερωτικής συνεύρεσης) να είχαν ανάλογη τραγική κατάληξη.


«Η γυναικοκτονία συνιστά διακριτό αδίκημα που παλιότερα συγκαλύπτονταν πίσω από τα "εγκλήματα τιμής" και πιο πρόσφατα πίσω από τον όρο "εγκλήματα πάθους"... Ο χαρακτηρισμός, επομένως, μιας τέτοιας δολοφονίας ως γυναικοκτονίας συνιστά πράξη αντίστασης στην απόκρυψη μιας κοινωνικής πραγματικότητας, ξεσκεπάζοντας τη συνενοχή των σεξιστικών κοινωνιών μας», υπογραμμίζει η συνομιλήτριά μου, τα «φώτα» της οποίας αναζήτησα αναφορικά με τα δύο εν λόγω απανωτά περιστατικά που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη ενώ γίνανε ταυτόχρονα αφορμή έντονων αντιπαραθέσεων κατά πόσο τα θύματα με τη σειρά τους «προκάλεσαν» ή «πηγαίνανε γυρεύοντας», αν η θηλυκή τους «φύση» ήταν τελικά το κύριο πρόβλημα (που προφανώς ήταν) κ.λπ., πώς ερμηνεύονται οι συμπεριφορές των δραστών καθώς επίσης των αυτόκλητων «συνηγόρων» –ενίοτε και των αυτόκλητων τιμωρών τους– κοινωνιολογικά, ψυχολογικά αλλά και πολιτικά.

 

Η άσκηση έμφυλης βίας θα εξακολουθεί να συμβαίνει, σε τέτοια μάλιστα έκταση, όσο ως άτομα και συλλογικότητες την προσπερνάμε και γινόμαστε συνένοχοι της δυνατότητας της να υπάρχει.


«Εκείνο που οπλίζει το χέρι τέτοιων δραστών είναι η άρνηση αναγνώρισης της αυτεξουσιότητας των γυναικών και κατά συνέπεια της συναίνεσης ή μη σε μια πράξη για την οποία αυτή θα έπρεπε να αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση», λέει χαρακτηριστικά η συνομιλήτριά μου, η οποία κιόλας εκτιμά ότι το να κατονομάζεις ως ηθικό αυτουργό την πατριαρχία δεν είναι καθόλου «ντεμοντέ», καθώς παρά τις φεμινιστικές κατακτήσεις και τις κοινωνικές προόδους των τελευταίων δεκαετιών παραμένει ένα ισχυρό σύστημα εξουσίας, ιεραρχίας και αξιών με παγκόσμια εμβέλεια που μάλιστα δεν θυματοποιεί αποκλειστικά γυναίκες.

 

Μίλησε ακόμα για τη σημασία της καμπάνιας «Don't Skip - Mην προσπερνάς την έμφυλη βία» που «τρέχει» αυτό τον καιρό η Διοτίμα, για τις πατριαρχικές βιοπολιτικές, για το «Όχι» που σημαίνει πάντοτε «Όχι», ανεξάρτητα πότε θα ειπωθεί –γι΄αυτό άλλωστε διώκεται ποινικά ο βιασμός ακόμα και εντός γάμου, σημειώνει–, για τα «συγκοινωνούντα δοχεία» σεξισμού-ρατσισμού, για την αναγκαιότητα αυστηροποίησης καθώς και εφαρμογής των σχετικών νόμων και ιδιαίτερα της αλλαγής κατεστημένων νοοτροπιών και συμπεριφορών σε θεσμούς όπως η αστυνομία, η δικαιοσύνη, η εκπαίδευση και η ενημέρωση.

 

— Είναι καταρχήν απολύτως θεμιτό δολοφονίες όπως της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο και της Αγγελικής Πέτρου στην Κέρκυρα να χαρακτηρίζονται γυναικοκτονίες;

Οι δολοφονίες των δύο αυτών νεαρών γυναικών, η πρώτη από δύο νέους άντρες και η δεύτερη από τον πατέρα της, συνιστούν –όπως τόσες άλλες ανάλογες δολοφονίες στη χώρα μας και ανά τον κόσμο– μια ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας, εφόσον διαπράττονται με κίνητρο την άσκηση κοινωνικού ελέγχου της αυτοδιάθεσης του σώματος των γυναικών αυτών και των επιλογών τους. Επιλογές που, όταν δεν γίνονται αρεστές, φτάνουν να τιμωρούνται με την απώλεια της ίδιας της ζωής τους!

 

Η γυναικοκτονία συνιστά διακριτό αδίκημα που παλιότερα και επί πολλά χρόνια συγκαλύπτονταν πίσω από τα «εγκλήματα τιμής» και στην πρόσφατη ιστορία πίσω από τον όρο «εγκλήματα πάθους». Ο χαρακτηρισμός, επομένως, μιας τέτοιας δολοφονίας ως γυναικοκτονίας συνιστά πράξη αντίστασης στην απόκρυψη μιας κοινωνικής πραγματικότητας, ξεσκεπάζοντας τη συνενοχή των σεξιστικών κοινωνιών μας.

 

Στη Διοτίμα αναλάβαμε ήδη πρωτοβουλία να «σηκώσουμε» το θέμα αυτό και στο επίπεδο του δικαιακού μας συστήματος, ώστε να καταγράφονται επισήμως τέτοια περιστατικά ως γυναικοκτονίες αλλά και να αντιμετωπίζονται αρμοδίως από τις δικαστικές αρχές.


— Πώς μπορεί μια απλή απόρριψη/άρνηση ερωτικής συνεύρεσης να οδηγήσει σε φονικό; Τι «όπλισε» το χέρι των δραστών τόσο αυτής όσο και άλλων ανάλογων δολοφονιών και γιατί οι θύτες είναι σχεδόν πάντα άνδρες;

Δικαίως διερωτάστε πώς μπορεί να καλυφτεί η απόσταση από την απόρριψη ερωτικής συνεύρεσης στη δολοφονία. Για να το κατανοήσουμε αυτό πρέπει πρώτα να αναστοχαστούμε πάνω στις συνέπειες που έχουν τα έμφυλα/σεξιστικά στερεότυπα, η αρρενωπότητα και η θηλυκότητα ως ταυτότητες και ως ρόλοι, όταν ενδοβάλλονται κι επιτελούνται ως υποκειμενικότητες.

 

Το «κλειδί» κατά τη γνώμη μου, εκείνο δηλαδή που οπλίζει το χέρι των δραστών, είναι η άρνηση αναγνώρισης της αυτεξουσιότητας των γυναικών και κατά συνέπεια της συναίνεσης ή μη σε μια πράξη για την οποία αυτή θα έπρεπε να αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση. Είναι η παραβίαση, η διάσχιση αυτών των ορίων, εκ μέρους μιας «τοξικής» αρρενωπότητας που εκ προοιμίου αφαιρεί το δικαίωμα της άρνησης και μπορεί ως εκ τούτου να οδηγήσει στη γυναικοκτονία εκ μέρους ανδρών που κατανοούν τον εαυτό τους ως το απόλυτο, το κυρίαρχο αρσενικό.


— Ισχύει ότι «ηθικός αυτουργός» είναι η πατριαρχία και πόσο ισχυρή παραμένει μετά από τόσες δεκαετίες φεμινιστικών αγώνων και κατακτήσεων;

Η πατριαρχία ως το σύστημα εκείνο που ιστορικά οργανώνει σε κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας, τις άνισες και κυριαρχικές δηλαδή σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών εις βάρος των τελευταίων, παραμένει δυστυχώς κυρίαρχη στην Ελλάδα και παντού, παρότι όχι με την ίδια ένταση.

 

Οι αγώνες των φεμινιστριών και του γυναικείου κινήματος εν γένει, παρότι ανέδειξαν τις πολλαπλές ανισότητες και διακρίσεις και κατοχύρωσαν την τυπική ισότητα σε επίπεδο νομοθεσίας, δεν επέφεραν τις ριζικές εκείνες κοινωνικές αλλαγές που θα καθιστούσαν την πατριαρχία ανίσχυρη να (ανα)παράγει την κυριαρχία της ανδροκρατίας και την υποτελή θέση των γυναικών. Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, λόγω της διασύνδεσης της πατριαρχίας με το καπιταλιστικό σύστημα και τους διαμορφωτικούς θεσμούς –οικογένεια, θρησκεία, εκπαίδευση κ.ο.κ.– αλλά και τους μηχανισμούς πειθάρχησης που διαθέτει.

 

Αυτό που είναι σημαντικό κι εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχο στη σύγχρονη Ελλάδα και όχι μόνο, είναι οι πατριαρχικές απόψεις, αντιλήψεις και πρακτικές /συμπεριφορές ως ενεργή πρώτη ύλη που διαμορφώνει τον τρόπο αυτοκατανόησης μας, τον τρόπο που σχετιζόμαστε και υπάρχουμε μέσα στις κάθε τύπου σχέσεις μας, εφόσον εξακολουθεί να ασκεί βιοπολιτική, να καθορίζει δηλαδή τόσο τη θέση μας μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα όσο και το περιεχόμενο των αναγκών, των επιδιώξεων και των επιθυμιών μας.

 

Κάθε γυναίκα δικαιούται να πει «όχι» οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη κι αν αρχικά είχε συναινέσει. Αρκεί να σκεφτούμε εδώ ότι η παραβίαση της θέλησης των γυναικών για ερωτική συνεύρεση ακόμη και μέσα στο γάμο αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία ως αδίκημα (βιασμός εντός γάμου), κάτι που είμαι βέβαιη ότι ελάχιστοι γνωρίζουν.
Κάθε γυναίκα δικαιούται να πει «όχι» οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη κι αν αρχικά είχε συναινέσει. Αρκεί να σκεφτούμε εδώ ότι η παραβίαση της θέλησης των γυναικών για ερωτική συνεύρεση ακόμη και μέσα στο γάμο αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία ως αδίκημα (βιασμός εντός γάμου), κάτι που είμαι βέβαιη ότι ελάχιστοι γνωρίζουν.

 

— Η εικόνα στη σημερινή Ελλάδα; Η δική σας εμπειρία;

Ομολογώ ότι, έχοντας συμμετάσχει ενεργά στο φεμινιστικό κίνημα της χώρας μας τις τελευταίες δεκαετίες και βιώσει όλες τις διακυμάνσεις στην αραίωση και την πύκνωση της δράσης του, διαπιστώνω σήμερα τη συνύπαρξη μιας αμφίδρομης κοινωνικής δυναμικής: Αφενός προωθητικής ως προς τις επεξεργασίες και τα επίδικα που αναδεικνύονται και αφετέρου μια σημαντική υποχώρηση κυρίως αναφορικά με την κατανόηση της σημασίας των διεκδικήσεων του φεμινιστικού ριζοσπαστικού κινήματος για τη ζωή όλων μας αλλά και για την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Η απουσία μιας παρακαταθήκης των αγώνων που προηγήθηκαν, κυρίως σε ό,τι αφορά τη δημόσια σφαίρα, είναι τουλάχιστον απογοητευτική και θα έπρεπε να συνεγείρει τις συνειδήσεις όλων μας.

 

— Σε εποχές που δεν θα τις λέγαμε σεμνότυφες και συντηρητικές, καθώς η σεξουαλική απελευθέρωση άνοιξε υποτίθεται ορίζοντες δημιουργώντας επιπλέον πληθώρα ευκαιριών κι επιλογών, θα περίμενε κανείς ότι η βία κατά των γυναικών γενικότερα θα περιορίζονταν δραστικά, όμως αυτό δεν συνέβη. Γιατί, λέτε;

Ανοίγετε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα: αυτό της σεξουαλικής απελευθέρωσης και των κεκτημένων της, ως προς τις επιλογές και τις ευκαιρίες για ερωτική συνεύρεση, μεταξύ ποιων ερωτικών υποκειμένων, ποιων γυναικών και ανδρών; Η απόρριψη της έκφρασης μιας ερωτικής επιθυμίας, αν μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως τέτοια, εφόσον συχνά μπορεί να φορτίζεται και με μια σειρά άλλες ανάγκες κι επιδιώξεις, όπως κατάκτηση, αποδοχή, ικανοποίηση μιας ασυνείδητης ή/και απωθημένης επιθυμίας και που, όπως προανέφερα, απορρέουν από έμφυλες διευθετήσεις της υποκειμενικότητάς μας, μπορεί ως εκ τούτου να καθιστούν περίπλοκη έως ακατανόητη τη δυνατότητα αποδοχής της απόρριψης εκ μέρους των ανδρών.

 

Των ανδρών εκείνων φυσικά (που είναι δυστυχώς η πλειοψηφία) οι οποίοι λογοδοτούν σε έναν ανδρισμό που εμπεριέχει ως συγκροτητικό του στοιχείο την επιβολή, την άσκηση ελέγχου, την αίσθηση ιδιοκτησίας του σώματος και της ζωής των γυναικών. Εξού και το ανυποχώρητο του φαινόμενου της άσκησης της έμφυλης βίας σε όλες τις μορφές της: φυσική βία/ κακοποίηση, ψυχολογική/συναισθηματική, λεκτική, σεξουαλική παρενόχληση, βιασμός, τράφικινγκ κ.λπ.

 

Η άσκηση έμφυλης βίας θα εξακολουθεί να συμβαίνει, σε τέτοια μάλιστα έκταση, όσο ως άτομα και συλλογικότητες την προσπερνάμε και γινόμαστε συνένοχοι της δυνατότητας της να υπάρχει. Γι' αυτό κι εμείς στη Διοτίμα δώσαμε έμφαση στην καμπάνια, που τρέχουμε εδώ και μήνες, με το μήνυμα «Don't Skip - Mην προσπερνάς την έμφυλη βία», ακριβώς για να καταδείξουμε την ευθύνη που φέρουμε ως κοινωνία όταν την υποτιμάμε, όταν τη θεωρούμε ιδιωτική υπόθεση ή κάτι που συμβαίνει ή απειλεί πάντα κάποιες άλλες «άτυχες».

 

— Αρκετές αντιπαραθέσεις υπήρξαν σε ΜΜΕ και social media για το κατά πόσο το «όχι» σημαίνει πράγματι όχι, αν μια άρνηση μπορεί να είναι κυριολεκτική ή «παιχνίδι», αν μια γυναίκα δικαιούται να πει «στοπ» έστω και την ύστατη στιγμή. Είναι άραγε όλα αυτά τόσο δυσδιάκριτα;

Το σύνθημα στις πρόσφατες κινηματικές διαδηλώσεις, όπως με αφορμή την 25η Νοέμβρη, Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας Κατά των Γυναικών, αφορούσε όχι τυχαία ακριβώς αυτό το θέμα: «το όχι σημαίνει όχι»! Κάθε γυναίκα δικαιούται να πει «όχι» οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη κι αν αρχικά είχε συναινέσει.

 

Αρκεί να σκεφτούμε εδώ ότι η παραβίαση της θέλησης των γυναικών για ερωτική συνεύρεση ακόμη και μέσα στον γάμο αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία ως αδίκημα (βιασμός εντός γάμου), κάτι που είμαι βέβαιη ότι ελάχιστοι γνωρίζουν. Η νομοθετική αυτή πράξη αναγνωρίζει και κατοχυρώνει ακριβώς το δικαίωμα της γυναίκας να πει «στοπ», «δεν θέλω», να μη θεωρείται δηλαδή αυτονόητη η διαθεσιμότητά της.

 

Ας μη μας διαφεύγει, επιπλέον, ο ρόλος των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στα οποία υπήρξαν σχόλια που επιχείρησαν να αμφισβητήσουν το «ποιόν» του θύματος, τη στάση που κράτησε και το ότι εντέλει δεν μπόρεσε να προστατεύσει εαυτήν, καθώς επίσης στοιχεία για τους δράστες που, ούτε λίγο ούτε πολύ, διαμορφώνουν την πρόσληψη της κοινής γνώμης για το συμβάν πάνω στα πλέον συντηρητικά και σεξιστικά πρότυπα. Τα ΜΜΕ προκαθορίζουν έτσι τη ματιά μας για δράστες και θύματα, δημιουργώντας έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την δυνατότητα αναγνώρισης και απόρριψης των έμφυλων στερεοτύπων και την διαμορφωτική τους εμβέλεια, αναπαράγοντας έτσι την κυριαρχία τους.

 

Τα ΜΜΕ αποτελούν σημαντικό μηχανισμό αναπαραγωγής των σεξιστικών προτύπων, τόσο από τον τρόπο οργάνωσης των ίδιων όσο και των παραγόμενων προϊόντων τους, διαμορφώνοντας καθημερινά και υποδόρια μια στρεβλή εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας, καθιστώντας τα θέματα αυτά αναλώσιμα και απασφαλίζοντας την κοινωνική αφύπνιση.

 

— Το ότι πολλές από τις αντιδράσεις αγανάκτησης κατά των δραστών, όπως επίσης ο εκδικητικός ξυλοδαρμός ενός εκ των δύο από συγκρατούμενους (μάλλον όχι τυχαία του πλέον «ευάλωτου») για τον φόνο της Ελένης Τοπαλούδη, είχαν επίσης «macho», σεξιστικό περιεχόμενο τι μας δείχνει;

Οι αντιδράσεις αυτές με τη μορφή της αυτοδικίας μεταξύ κρατουμένων και μάλιστα του πιο ευάλωτου λόγω της εθνικής του ταυτότητας, μας παραπέμπουν ευθέως στη διασύνδεση και την αλλητροφοδότηση της ρατσιστικής με τη σεξιστική συμπεριφορά. Εννοώ ότι καθίσταται ευκολότερη η αντίδραση απέναντι σε έναν αλλοδαπό, φερόμενο ως δολοφόνο, ο οποίος επίσης απορρίπτεται ως «άλλος», επειδή διέπραξε μια αξιόποινη πράξη και τρόπον τινά πρόσβαλε τα καθ' ημάς.

 

Είναι ίσως και μια πράξη που μας παραπέμπει στην επίλυση διαφορών μεταξύ (δήθεν) διαφορετικών ανδρικών υποκειμενικοτήτων, μια εξίσου ωστόσο σεξιστική στάση. Είναι νομίζω φανερό ότι τέτοιες πρακτικές και συμπεριφορές σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν σύμμαχες στην προώθηση των αιτημάτων για εξάλειψη κάθε μορφής έμφυλης βίας και παραβίασης των δικαιωμάτων των γυναικών.

 

— Εσείς ποια τιμωρία θα ήταν πιστεύετε η «ενδεικνυόμενη» σε τέτοιες περιπτώσεις και, το κυριότερο, με τι τρόπους αντιπαλεύονται τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές;

Δεν είμαι προφανώς σε θέση να αποφανθώ για την καταλληλότερη τιμωρία, εκείνο όμως που δεν θα ήθελα να συμβεί και πάλι είναι να δούμε τους δράστες να «πέφτουν στα μαλακά», όπως λέμε. Γιατί είναι πολλά τα παραδείγματα όπου βιαστές και γυναικοκτόνοι λαμβάνουν μικρές συγκριτικά ποινές και έτσι όχι μόνο δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, αλλά δημιουργείται άλλοθι για την κοινωνία και τους θεσμούς της. Γι΄αυτό και την αυστηροποίηση των ποινών χρειάζεται να συνοδεύει η σθεναρή υπεράσπιση του δικαιώματος κάθε γυναίκας να είναι και να νιώθει ασφαλής παντού και ανά πάσα στιγμή.

 

— Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό;

Εκτός από τη δικαιοσύνη, κρίσιμο ρόλο παίζουν θεσμοί με παγιωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις και απροσπέλαστες πρακτικές όπως η Αστυνομία, που όχι μόνο δεν προστατεύουν τα θύματα αλλά με τις παραλείψεις τους στην εφαρμογή των νόμων ουσιαστικά συναινούν στη διάπραξη γυναικοκτονιών. Η υποτίμηση του κινδύνου που διατρέχουν τα θύματα, όταν έχουν ζητήσει βοήθεια, η μη παρέμβαση όταν επιβάλλεται, και γενικά η κυρίαρχη αντίληψη του victimblaming (φταίει το θύμα) πρέπει να καταγγελθεί από όλο το δημοκρατικό κόσμο και να ληφθούν άμεσα, δραστικά μέτρα στην κατεύθυνση αυτή.

 

Η αλλαγή των κυρίαρχων νοοτροπιών και συμπεριφορών είναι έργο όλων μας, ατομικά και συλλογικά. Η ευθύνη ωστόσο της Πολιτείας και των θεσμών της είναι κρίσιμη αφού εκείνη οφείλει να διαπαιδαγωγεί τους πολίτες, επιδεικνύοντας έμπρακτη βούληση και αποφασιστικότητα όταν πρόκειται για την προάσπιση των γυναικείων δικαιωμάτων.

 

Το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες του, στο οποίο έχει τόσο καθυστερήσει να ενταχθεί η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και οι εκπαιδευτικές και μαθησιακές δράσεις διαχείρισης των έμφυλων σχέσεων για το μαθητικό πληθυσμό, αλλά και η ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών στο να αναγνωρίζουν και να αποκρίνονται υπεύθυνα στην εκμάθηση των ορίων και του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων.

 

Τα ΜΜΕ, τέλος, αποτελούν σημαντικό μηχανισμό αναπαραγωγής των σεξιστικών προτύπων, τόσο από τον τρόπο οργάνωσης των ίδιων όσο και των παραγόμενων προϊόντων τους, διαμορφώνοντας καθημερινά και υποδόρια μια στρεβλή εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας, καθιστώντας τα θέματα αυτά αναλώσιμα και απασφαλίζοντας την κοινωνική αφύπνιση.