Τη Δευτέρα ξεκίνησε το καινούργιο «MasterChef» και όλοι εμείς που μας αρέσει η μαγειρική, όσο κι αν γκρινιάζουμε, κάπου μέσα μας το περιμέναμε πώς και πώς.

 

Στην πραγματικότητα, ήμουν μουδιασμένη από τον θάνατο του Kοbe Bryant, της κόρης του και όλων των φίλων που πέθαναν μαζί τους και ξεκίνησα να βλέπω την εκπομπή με μαύρη καρδιά. Τον Κobe τον είχαν ονομάσει έτσι οι γονείς του επειδή είχαν διαβάσει το όνομα σε έναν κατάλογο εστιατορίου και τους είχε κάνει εντύπωση – ήταν γεννημένος στην Αμερική το 1978, όταν εδώ ακόμα δεν ξέραμε καν τι είναι αυτό το βοδινό, να τα λέμε κι αυτά. Έτσι, ένας από τους πιο διάσημους μπασκετμπολίστες του κόσμου έμελλε να πάρει το όνομά του από το κρέας Κobe που μοιάζει με μάρμαρο, από τις ιαπωνικές μαύρες αγελάδες που φτιάχνουν ίσως το πιο νόστιμο κρέας παγκοσμίως, το wagyu, με συγκεκριμένες προδιαγραφές και αυστηρό καταστατικό για τη στάμπα της ποικιλίας του.

 

Ο ίδιος, ως παίκτης αλλά και ως προπονητής, είχε αναπτύξει μια φιλοσοφία που την ονόμαζε mamba και στην ουσία είναι η ίδια που ισχύει για οποιονδήποτε άνθρωπο αγωνίζεται σε κάτι και θέλει να κερδίσει. Σκεπτόμουν πώς θα συμβούλευε ο #mambaΚΟΒΕ τα νέα κορίτσια που προπονούσε και καταλήγω ότι τα ίδια λόγια θα τους έλεγε ακόμα κι αν μαγείρευαν. Μελετήστε πολύ, προσπαθήστε όσο δεν πάει άλλο, κάντε λάθη, γιατί μόνο έτσι μαθαίνει κανείς, και συνεχίστε την προσπάθεια σαν να μην υπάρχει αύριο και μέχρι ο αντίπαλός σας να λυγίσει πρώτος. Όσα συναισθήματα νιώσετε στο παιχνίδι, μετατρέψτε τα σε γευστικές εμπειρίες. Οπλιστείτε με υπομονή και επιμονή. Μέχρι να νικήσετε. Και μην ακούσετε όποιον σας πει ότι δεν μπορείτε να κάνετε κάτι. Μπορείτε να κάνετε τα πάντα, αρκεί να έχετε θέληση, επιμονή και υπομονή.

 

Οι παίκτες που έχουν έρθει προετοιμασμένοι μαγειρικά λογικά θα προχωρήσουν. Αλλά, εάν κάποια παιδιά είναι άλαλα, όπως τα χείλη των ασεβών, νούμερα δεν θα φέρουν, οπότε και θα πάνε σύντομα στο σπίτι τους. Με αυτό ως δεδομένο, ότι πρόκειται περί τηλεόρασης, λογικό είναι οι παίκτες να πρέπει να έχουν μια ιστορία να πουν. Αλλιώς πώς θα τους περάσει ο casting director;

 

Μου ήρθε η ιδέα να γράφω αυτήν τη στήλη κάθε εβδομάδα για να μπορώ με τον τρόπο μου να υποστηρίζω αυτά τα παιδιά που, κακά τα ψέματα, δεν ζουν κάτι εκεί μέσα αλλά και για όλους τους αναγνώστες που θέλουν να μάθουν κάποια μυστικά μαγειρικής που κρύβονται πίσω από τις συνταγές που θα βλέπουν.

 

Εδώ να πω ότι η ίδια έχω ζήσει κάτι αντίστοιχο, καθώς ήμουν υπεύθυνη στην παραγωγή του «Top Chef», ενός φορμάτ που έγινε μία φορά μόνο στην ελληνική τηλεόραση και πήγε άπατο τηλεοπτικά, καθώς στο αντίπαλο κανάλι πρωτοπαιζόταν το «MasterChef» με τεράστια επιτυχία και τη Μανωλίδου παρουσιάστρια – η θέση στη συνέχεια καταργήθηκε.

 

Η διαφορά των δύο φορμάτ τότε ήταν ότι στο «Top Chef» λάμβαναν μέρος μόνο επαγγελματίες σεφ, ενώ στο «MasterChef» foodies. Βέβαια, στην πορεία μάθαμε ότι ο Άκης Πετρετζίκης, ο οποίος επρόκειτο να κερδίσει τον πρώτο τίτλο του «MasterChef», δεν είχε δηλώσει ξεκάθαρα το μαγειρικό του παρελθόν κι έτσι έσκισε τους συμπαίκτες του, ενώ, εάν, ως επαγγελματίας που ήταν, είχε έρθει στη δική μας εκπομπή, δηλαδή στο «Top Chef», θα τον είχαν κάνει σκόνη τα «δικά μου παιδιά».

 

Έτσι, λοιπόν, απλώς θέλω να ξεκαθαρίσω ότι γνωρίζω πολύ καλά τι γίνεται πίσω από τις κάμερες και φυσικά δεν έχω καμία όρεξη να σας χαλάσω το παραμύθι του διαγωνισμού του «MasterChef».

 

Αυτήν την βδομάδα έγινε χαμός στο L.A. με ένα βιντεάκι που είδαν πάνω από 13.000.000 άνθρωποι και αποδεικνύει πως η διάσημη και αγαπημένη εκπομπή του James Corden, «Carpool Karaoke», ενίοτε γυρίζεται πάνω σε γερανό αυτοκινήτου και όχι με τον James στο τιμόνι. Διαβάστε την απάντηση του James στο σχετικό άρθρο της LiFO. Στην ουσία, αυτό που είπε είναι ότι κάθε παραγωγή κάνει αυτό που λέμε τηλεόραση, δηλαδή πάνω απ' όλα είναι εδώ για να ψυχαγωγεί.

 

Έτσι, λοιπόν, σ' εμένα δεν θα διαβάσετε ποτέ τη λέξη «διαγωνισμός». Το παιχνίδι είναι ένα reality που προϋποθέτει τον εγκλεισμό παικτών. Με διαφάνεια και με το όνομά τους ας τα λέμε τα πράγματα.

 

Οι παίκτες που έχουν έρθει προετοιμασμένοι μαγειρικά λογικά θα προχωρήσουν. Αλλά, εάν κάποια παιδιά είναι άλαλα, όπως τα χείλη των ασεβών, νούμερα δεν θα φέρουν, οπότε και θα πάνε σύντομα στο σπίτι τους. Με αυτό ως δεδομένο, ότι πρόκειται περί τηλεόρασης, λογικό είναι οι παίκτες να πρέπει να έχουν μια ιστορία να πουν. Αλλιώς πώς θα τους περάσει ο casting director;

 

Δηλώνω πανευτυχής που επέλεξαν γκέι παίκτρια, η οποία είναι μάλιστα παντρεμένη με γυναίκα.
Δηλώνω πανευτυχής που επέλεξαν γκέι παίκτρια, η οποία είναι μάλιστα παντρεμένη με γυναίκα.

 

Αν το καταλαβαίνετε αυτό ως βάση, όπως κατανοείτε τη σος hollandaise ως βάση, τότε θα μπορέσουμε να πάμε παρακάτω και να φτιάξουμε και μια βελούδινη mousseline και μια τσαχπίνα σος maltaise.

 

Ως βάση, λοιπόν, παρακαλώ καταλάβετε ότι το «MasterChef» για να πετύχει –το γένος των επιθέτων έχει επιλεγεί τυχαία– πρέπει να έχει: μια όμορφη, και μια άσχημη, έναν γυμνασμένο κι έναν χοντρούλη, μια κουτσομπόλα και μια αυστηρή δασκαλίτσα, έναν ξένο κι έναν γνήσιο επαρχιώτη, κάποιους ερωτοχτυπημένους και κάποιους που ήρθαν με σκοπό να τους ερωτευτούν, κάποια μανούλα και κάποιο μπαμπάκα, μια κυνηγό και μια βίγκαν, έναν με μια χαρούμενη ιστορία κι έναν με μια λυπητερή, μια ψωνάρα κι έναν προσγειωμένο, φυσιολογικό άνθρωπο (δυστυχώς, αυτός μάλλον θα φύγει πρώτος, καθώς δεν θα ξέρει να πουλήσει την ιστορία του), έναν νέο κι έναν ηλικιωμένο, έναν με υπέρμετρη εμπιστοσύνη στον εαυτό του κι έναν με χαμηλή αυτοεκτίμηση, έναν με τατουάζ μανίκι κι έναν με τατουάζ μόνο στα απόκρυφα μέρη και, τέλος, κάποιους άσχετους και κάποιους σχετικούς με το τι σημαίνει μαγειρική.

 

Έτσι στήνονται τα reality. Δεν είναι εδώ διαγωνισμός της Λέσχης Αρχιμαγείρων Ελλάδος. Ξεκάθαρα πράγματα. Αλλιώς, ας πάτε το επόμενο Σ/Κ στη Horeca να παρακολουθήσετε live τους σεφ της λέσχης να κονταροχτυπιούνται πάνω στις εστίες για ένα μετάλλιο κι αφήστε εμάς στην ησυχία μας που μας αρέσει το παιχνίδι, που θέλουμε να γελάσουμε, να κλάψουμε, να νιώσουμε, ρε αδελφέ, δηλαδή να ταυτιστούμε με τους παίκτες, όπως κάνουμε με όλους τους πρωταγωνιστές κάθε σειράς στην τηλεόραση. Να αισθανθούμε ότι κι εμείς σηκώνουμε το φρύδι όπως ο θείος Λεωνίδας, ότι κι εμείς έχουμε την ίδια εμμονή με το ριζότο όπως ο Πάνος, ότι κι εμείς έχουμε έστω κι έναν κόκκο από το ταλέντο του Κοντιζά. Στο «MasterChef», όμως, συγχαρητήρια πάντα θα δίνουμε στον παραγωγό, όχι στον executive chef της σειράς (που, btw, οι περισσότεροι δεν ξέρετε καν ποιος είναι).

 

Και για να σας αποδείξω όλα τα παραπάνω, στα τρία πρώτα επεισόδια που παρακολουθήσαμε πέρασαν στο bootcamp 6 παίκτες που δεν μας έδειξαν καν τι μαγείρεψαν, καλά καλά τα ονόματά τους δεν είπαν ξεκάθαρα. Ήταν 3 άντρες (Στέφανος, Γιώργος και Θάνος, νομίζω) και 3 γυναίκες. Ε, αυτοί σίγουρα κάτι ξέρουν να μαγειρεύουν, όμως η ιστορία τους δεν θα πούλαγε κι έμειναν προσωρινά στον πάγκο της παραγωγής. Σίγουρα θα πρωταγωνιστήσουν αργότερα.

 

Μετά τη μακροσκελή αυτήν εισαγωγή και το γκρέμισμα της αναπαυτικής αφέλειας και της εφησυχαστικής αυταπάτης, πάμε στο roast beef, δηλαδή στο ψητό. Μέτρησα πόσα ριζότι μανιταριών έκαναν διάφοροι παίκτες. Πάνω από τέσσερα. Χάθηκαν οι συνταγές, βρε κουκλιά μου; Την απόλυτη τρέλα του σεφ Ιωαννίδη με το συγκεκριμένο πιάτο δεν την ξέρετε; Σε κάθε σεζόν αλλάζει το πώς πρέπει να καταλαβαίνουμε εάν είναι ψημένο το nanno, το carnaroli ή το arborio. Έχω χάσει πια τον λογαριασμό των tricks of the trade του.

 

Και σκέφτομαι και με τι ζωμό θα το μαγειρέψατε εκεί μέσα. Μέσα στα 25 λεπτά που έχετε συνολικά για την προετοιμασία βγαίνει ζωμός της προκοπής για να γίνει ένα νόστιμο πιάτο; Στα εστιατόρια οι ζωμοί βράζουν ακατάπαυστα ολημερίς. Το καζάνι του ζωμού δεν σβήνει ποτέ. Χάθηκε να πάρετε ένα απλό εποχικό ζαρζαβατικό, να το σοτάρετε ελαφρά, έτσι ώστε να είναι ζωντανό στο πιάτο, να το ντύσετε με μια εύκολη νόστιμη σαλτσούλα από ένα ζεστό αρωματισμένο λάδι, απογειώνοντας τη γεύση του, και να το συνοδεύσετε με ένα απλό φιλέτο ψαριού, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή σας στην επόμενη φάση;

 

Πόσο δύσκολο είναι πια να ζεστάνετε λίγο λάδι στο τηγάνι μαζί με βασιλικό και με αυτό να περιλούσετε φινόκιο λεπτοκομμένο στο μαντολίνο, βάζοντας από πάνω λίγο ξύσμα πορτοκαλιού μαζί με λίγα φιλέτα από σαγκουίνι;

 

Χάθηκε να κάνετε μια απλή σούπα αγκινάρας; Βράζουμε αγκινάρες που είναι και στην εποχή τους, τις περνάμε από το μπλέντερ μαζί με λίγο από το νεράκι στο οποίο έβρασαν, λίγο λεμόνι, έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι, βάζουμε λίγο ξύσμα από περγαμόντο πάνω στο πιάτο και μπαμ θα έκανε ο ουρανίσκος των κριτών. Απλές συνταγές παιδιά, εάν θέλετε να προχωρήσετε και να περάσετε στο bootcamp.

 

Θέλετε να κάνετε μια συνταγή στο στυλ του Κοντιζά; Αλείφουμε ένα φύλλο φυκιού νόρι με μους αβοκάντο και από πάνω βάζουμε λίγο ταρτάρ σολομού. Πιο εύκολο γίνεται; Δεν γίνεται!

 

Μους αβοκάντο

2 αβοκάντο

110. γρ yuzu

1 φλ. ε.π. ελαιόλαδο

10 φύλλα νόρι κομμένα στη μέση

 

Ταρτάρ σολομού

125 γρ. φιλέτο σολομού κομμένο κυβάκια

Μισή κόκκινη καυτερή πιπερίτσα κομμένη κυβάκια

Ξύσμα και χυμός από ένα λάιμ

1 εκατοστό φρέσκο τζίντζερ τριμμένη

10 κλωναράκια σχοινόπρασο ψιλοκομμένο

Λίγο ε.π. ελαιόλαδο

1 κ.σ. σόγια σος

 

Εκτέλεση 

Στο μπλέντερ ανακατεύουμε το αβοκάντο με το yuzu και ρίχνουμε σιγά-σιγά το λάδι, χτυπώντας μέχρι το μείγμα να ομογενοποιηθεί. Αλατοπιπερώνουμε και αλείφουμε τα φύλλα νόρι με τη μους αβοκάντο. Σε μια μπασίνα ανακατεύουμε όλα τα υλικά για το ταρτάρ του σολομού. Βάζουμε 2 κ.σ. σολομό πάνω από κάθε φύλλο νόρι.

 

 

 

 

Όσους από εσάς κάνατε συνταγή που δεν είχατε κάνει αρκετές φορές επανάληψη στο σπίτι σας μέχρι να την εμπεδώσετε πλήρως δεν σας λυπάμαι που σας έδιωξαν. Σόρι κιόλας, δεν παίζει αυτό το σενάριο. Πας, υποτίθεται, να δώσεις εξετάσεις να μπεις «MasterChef» και δεν γνωρίζεις καν ότι δεν έχεις μαγειρέψει σουφλέ αλλά μοελέ. Νeeeeext, που λέει και η Αριάνα Γκράντε.

 

Αν δεν μελετήσετε τα βασικά, παιδιά μου, δεν θα πάτε πουθενά. Η επιτυχία του σουφλέ, αλμυρού ή γλυκού, έγκειται στο καλό χτύπημα των ασπραδιών αλλά και στο σωστό βουτύρωμα της φόρμας. Βουτυρώνουμε με χοντρό πινέλο με φόρα από κάτω προς τα επάνω, γεμίζουμε στο μισό του σκεύους και περνάμε με το δάχτυλο μας τον λαιμό της φόρμας έτσι ώστε να δημιουργήσουμε ένα αυλάκι που θα δώσει τη σωστή ώθηση στο κέντρο του σουφλέ. Επίσης, καλό είναι να έχουμε προθερμάνει στον φούρνο ένα ταψί όπου και θα τοποθετήσουμε τις φόρμες, ή τη φόρμα, και όχι να το βάλουμε πάνω σε σχάρα. Η υψηλή θερμοκρασία που θα πάρει η φόρμα από το καυτό ταψί θα δώσει την πρέπουσα ώθηση ώστε να επιτύχουμε όμορφο φούσκωμα.

 

Σας δίνω τη βασική συνταγή σουφλέ για να πειραματιστείτε με όποια γεύση θέλετε. Μπορείτε να αρωματίσετε το γάλα κατά τη βούλησή σας, με κρόκο Κοζάνης, τσάι του βουνού ή ντοματοπελτέ, να προσθέσετε ψιλοκομμένα μυρωδικά, να βάλετε όποιο τυρί θέλετε, να αλλάξετε το γάλα σε κατσικίσιο κ.λπ.

 

Σουφλέ 

150 γρ. γραβιέρα της επιλογής σας, ψιλοτριμμένη

75 γρ. βούτυρο 50 γρ. αλεύρι

1/4 λίτρο γάλα καυτό

Αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι, λίγο τριμμένο μοσχοκάρυδο

4 αυγά χωρισμένα (με τα ασπράδια τόσο καλά χτυπημένα ώστε να μπορείς να φορέσεις το μπολ σαν καπέλο και να μην πέφτουν)

 

Εκτέλεση 

Σε βαριά κατσαρόλα λιώνουμε 50 γρ. από το βούτυρο σε μέτρια φωτιά. Ανακατεύουμε με το σύρμα το αλεύρι μέχρι το μείγμα να μαλακώσει. Προσθέτουμε σιγά-σιγά το καυτό γάλα. Αλατοπιπερώνουμε, προσθέτουμε το μοσχοκάρυδο και ψήνουμε ανακατεύοντας συνεχώς. Κατεβάζουμε σε σιγανή φωτιά μέχρι να πήξει, περίπου 10 λεπτά. Το βγάζουμε από τη φωτιά, προσθέτουμε το υπόλοιπο βούτυρο και τους κρόκους έναν-έναν, ανακατεύοντας πλέον με ξύλινη κουτάλα. Προσθέτουμε όλο το τυρί εκτός από μία κουταλιά και διπλώνουμε προσεκτικά τα ασπράδια για να μη χαθεί ο αέρας. Μεταφέρουμε το μείγμα σε φόρμα για σουφλέ 20 εκ., πολύ καλά βουτυρωμένη, την οποία έχουμε πασπαλίσει με τη μία κουταλιά τυρί που κρατήσαμε. To μείγμα πρέπει να καλύπτει τη φόρμα κατά το ήμισυ. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 190 βαθμούς για 30 με 40 λεπτά, μέχρι το σουφλέ να ανυψωθεί και να κάνει μια ροδοκόκκινη κρούστα. Ως γνωστόν, το σουφλέ δεν περιμένει κανέναν, ούτε την ίδια τη βασίλισσα, εάν έχει αργήσει. Μόλις βγει από τον φούρνο το σερβίρετε κατευθείαν.

 

Μέσα στα 25 λεπτά που έχετε συνολικά για την προετοιμασία βγαίνει ζωμός της προκοπής για να γίνει ένα νόστιμο πιάτο; Στα εστιατόρια οι ζωμοί βράζουν ακατάπαυστα ολημερίς. Το καζάνι του ζωμού δεν σβήνει ποτέ. Χάθηκε να πάρετε ένα απλό εποχικό ζαρζαβατικό, να το σοτάρετε ελαφρά, να το ντύσετε με μια εύκολη νόστιμη σαλτσούλα και να το συνοδεύσετε με ένα απλό φιλέτο ψαριού, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή σας στην επόμενη φάση;

 

Ο άλλος που είχε έρθει από την Κύπρο μαζί με τον κολλητό του τον Σταύρο, με σκοπό να περάσουν και οι δύο, και ήθελε να προκριθεί στην επόμενη φάση κάνοντας χούμους με κονσέρβα φασολιών, τι φάση; Ήταν, δε, η δεύτερη φορά που ερχόταν να διαγωνιστεί. Πόσος χαμένος χρόνος... Πού πας, ρε Καραμήτρο; Ο Κοντιζάς δεν είναι Jamie Oliver που μαγειρεύει μια ζωή με κονσέρβες τα χούμους για να διευκολύνει τη νοικοκυρά. Καλό θα σου έβγαινε, δεν λέω, αλλά είπαμε, ας κρατήσουμε κάποιο επίπεδο.

 

Εμείς, όμως, που είμαστε απλές μαγειρούλες, ας κάνουμε την εύκολη συνταγή του χαμένου παίκτη!

 

Χούμους φασολιών

1 κόκκινη καυτερή πιπεριά

Φυλλαράκια από ένα ματσάκι μαΐντανό

2 κ.σ. έξτρα παρθένο ελαιόλαδο

400 γρ. φασόλια σε κονσέρβα

4  κ.σ. ταχίνι

 

Εκτέλεση 

Βγάζουμε τους σπόρους από την πιπεριά και την περνάμε στο μπλέντερ μαζί με τον μαϊντανό και το λάδι για ένα λεπτό, μέχρι να πολτοποιηθούν. Προσθέτουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά, αλατοπιπερώνουμε και χτυπάμε ξανά μέχρι το μείγμα να ομογενοποιηθεί. Σερβίρουμε σε μπολ, πασπαλίζουμε με καπνιστή πάπρικα και συνοδεύουμε με ωμά μπουκετάκια από κουνουπίδι. Εννοείται ότι μπορείτε να χρησιμοποιήσετε φασόλια που σας έχουν περισσέψει από τη χθεσινή φασολάδα! Οικονομία πάνω απ' όλα στην κουζίνα μας.

 

Όσους από εσάς κάνατε συνταγή που δεν είχατε κάνει αρκετές φορές επανάληψη στο σπίτι σας μέχρι να την εμπεδώσετε πλήρως δεν σας λυπάμαι που σας έδιωξαν. Σόρι κιόλας, δεν παίζει αυτό το σενάριο.
Όσους από εσάς κάνατε συνταγή που δεν είχατε κάνει αρκετές φορές επανάληψη στο σπίτι σας μέχρι να την εμπεδώσετε πλήρως δεν σας λυπάμαι που σας έδιωξαν. Σόρι κιόλας, δεν παίζει αυτό το σενάριο.

 

Εντυπωσιάστηκα, και πολύ λογικά νομίζω, από τον Γιώργο από το Ζαρό Κρήτης, που ήρθε από την Ολλανδία για να μαγειρέψει. Απλό, αλλά πεντανόστιμο φαινόταν το πιάτο του. Mου θύμισε κάπως Ottolenghi η vegetarian συνταγή του. Ψητή σελινόριζα με σάλτσα τυριού, αμύγδαλο φιλέ και ντεκόρ από βιολέτες.

 

Δεν ξέρω τι τυρί χρησιμοποίησε, γιατί ο αρχισυντάκτης πιο πολύ ήθελε να μας δείξει πώς κάνει τις φέτες στην κοιλιά του ο Γιώργος παρά πώς κάνει τις φέτες σελινόριζας. Και επειδή, όπως είπαμε, reality βλέπουμε, εγώ προσωπικά τον ευγνωμονώ γι' αυτό.

 

Ο Διονύσης έκανε τη μισή Ελλάδα να δακρύσει με την ιστορία του, ειδικά εμάς που τον θυμηθήκαμε από το El Pecado, θρυλικό μαγαζί όπου δούλευε τη δεκαετία των '00s. Έχει τη γνώση να βάλει τα γυαλιά σε αρκετούς από τους νεότερους.

 

H Σατενίκ (καλά το γράφω;) από την Αρμενία μαγείρεψε μέτρια τους kufteh από την πατρίδα της. Ξέρει να κάνει τίποτε άλλο εκτός από αυτό; Θα δούμε στη συνέχεια. Την έκοψα για πολύ επιμελή και αποφασισμένη όμως.

 

Ο Τζον από τις Φιλιππίνες με ενθουσίασε. Έκανε δημιουργική κουζίνα φτιάχνοντας μουσακά με μπεσαμέλ καρύδας.

 

Η Μάρλεν μοιάζει να έχει μεράκι και να της αρέσει να δημιουργεί. Φαίνεται όχι μόνο από τα ροζ μαλλιά και το pin-up στυλ της στο ντύσιμο αλλά και από τα ράμεν που διάλεξε να μαγειρέψει. Μεγάλωσε στην Κρήτη και ήθελε να κάνει τη διαφορά. Ελπίζω, βέβαια, σε δεύτερο χρόνο να μας μυήσει και στην πειραγμένη κρητική κουζίνα. Γιατί, κακά τα ψέματα, όσο πιο κοντά στην περιοχή μας έχουν αναπτυχθεί τα υλικά που χρησιμοποιούμε στις συνταγές μας, τόσο καλύτερα για εμάς αλλά και για τον πλανήτη μας.

 

Ο Χρήστος, ας πούμε, που διάλεξε να κάνει φρέσκες εποχικές γαρίδες, πόνταρε σε σιγουράκι. Ποιος δεν θα πέρναγε έναν παίκτη που ξέρει να σερβίρει ένα από τα πιο αγαπημένα πιάτα των Ελλήνων, τις γαρίδες σαγανάκι; Πόσες αναμνήσεις ευτυχίας μάς ξύπνησε το πιάτο του!

 

Ένα ηδονικό «μμμμμ» μού έβγαλα όταν είδα το πιάτο του Βασίλη. Ίσως γιατί λατρεύω τη μανιταρόσουπα. Μακάρι κάποια στιγμή να μας δώσει τη συνταγή του.

 

Η Μαρία, με τα αλμυρά κόλλυβα, έχει τσαγανό και σίγουρα θα μας κάνει παρέα για το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν. Μια και είναι από την Πιερία, ελπίζω να έχει φάει στο αγαπημένο μου εστιατόριο της περιοχής, το Γαστροδρόμιο εν Ολύμπω, όπου ο σεφ Ανδρέας Γάβρης μαγειρεύει το φημισμένο μπουρανί, ένα «σπανακόρυζο του φτωχού» με ρύζι και τσουκνίδες. Ένα πιάτο που με χαρά θα έτρωγα στο τελευταίο μου δείπνο.

 

Σας δίνω τη συνταγή για το μπουρανί του σεφ Γάβρη:

 

Υλικά για 4 άτομα:

300 γρ. ρύζι

2-3 κουταλιές ελαιόλαδο

60 γρ. βούτυρο φρέσκο

2 κρεμμύδια ξερά ψιλοκομμένα

2 σκελίδες σκόρδου λιωμένες

300 γρ. μανιτάρια διάφορα

200 ml κρασί λευκό

3 φλ. καυτός ζωμός λαχανικών ή κότας

1 ματσάκι τσουκνίδες ζεματισμένες και ψιλοκομμένες

300 γρ. γραβιέρα πικάντικη, τριμμένη

2 κουτ. μαϊντανός ψιλοκομμένος

Αλάτι, πιπέρι μαύρο φρεσκοτριμμένο

 

Εκτέλεση 

Σε πλατιά κατσαρόλα ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο και σοτάρουμε τα μανιτάρια. Προσθέτουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο και ανακατεύουμε μέχρι να μαραθούν, αλλά να μην πάρουν χρώμα. Ρίχνουμε το ρύζι και ανακατεύουμε μέχρι να γίνει διαφανές. Σβήνουμε με το κρασί και ανακατεύουμε να εξατμιστεί. Προσθέτουμε 1 φλ. ζωμό και βράζουμε σε μέτρια θερμοκρασία, ανακατεύοντας συνεχώς. Όταν το ρύζι πιει τα υγρά, ρίχνουμε τις τσουκνίδες. Συνεχίζουμε προσθέτοντας τον υπόλοιπο ζωμό σε δόσεις, ανακατεύοντας συνεχώς κάθε φορά μέχρι να απορροφηθεί. Μετά από 20-25 λεπτά το ρύζι θα πρέπει να έχει βράσει, αλλά να παραμένει al dente στην καρδιά του κόκκου. Αποσύρουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε αλατοπίπερο αν χρειάζεται, το βούτυρο, τον μαϊντανό και τη γραβιέρα, ανακατεύουμε και σκεπάζουμε για τρία λεπτά να χυλώσει. Σερβίρουμε αμέσως, συνοδεύοντας με φρεσκοτριμμένο πιπέρι.

 

Ένας άνδρας με ικανότητα όρασης στο 5% μαγείρεψε στις οντισιόν του «MasterChef» και κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο.
Ένας άνδρας με ικανότητα όρασης στο 5% μαγείρεψε στις οντισιόν του «MasterChef» και κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο.

 

Τέλος, δηλώνω πανευτυχής που επέλεξαν γκέι παίκτρια, η οποία είναι μάλιστα παντρεμένη με γυναίκα. Ως γνωστόν, ανήκω σε γκέι οικογένεια και όλο αυτό μού φαίνεται πολύ φυσιολογικό, αλλά χαίρομαι που ο σταθμός του STAR το τόλμησε.

 

Θυμάμαι προηγούμενα χρόνια του «MasterChef» και θεωρώ κατάκτηση για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα τη σημερινή του επιλογή. Καθώς καταλαβαίνετε, η στήλη θα υποστηρίξει με σθένος την Ντέμι. Πάμε δυνατά, κοριτσάρα μας! Μέχρι μοτσαρέλα από κάσιους θα σας βάλω να μάθετε πώς να κάνετε μέχρι να τελειώσει το «MasterChef»!

 

Εάν, βέβαια, έδειχνες την Ντέμι να φιλιέται στο στόμα με την Άλκηστη, Κώστα μου (ο σκηνοθέτης είναι αυτός), όπως έκανες με τα ετερόφυλα ζευγάρια, θα σε παραδεχόμουν πιο πολύ, αλλά ελπίζω να μας το κρατάς γι' αργότερα, για επιδόρπιο.

 

Καλή επιτυχία σε όλους σας.

Mε πολλή αγάπη, Μίνα