Ως γυναίκα-μύθος, όχι μόνο στην πατρίδα της, τη Γαλλία, αλλά και στην Αμερική, και παγκοσμίως, η Πιάφ έχει εμπνεύσει ουκ ολίγες ερμηνεύτριες να τραγουδήσουν τα θρυλικά της τραγούδια, υιοθετώντας συχνά το στυλ της και τον ενδυματολογικό της κώδικα με τα μαύρα ρούχα, ακόμα και τον ιδιότυπο τρόπο που στεκόταν στη σκηνή, ιδίως τα τελευταία χρόνια της ζωής της, που λόγω σοβαρών επιπλοκών της υγείας της σχεδόν διπλωνόταν στα δύο από τον πόνο. Αν υπολογίσουμε και πόσο μικρόσωμη ήταν, διέθετε ίσως τον πιο χαρακτηριστικό σωματότυπο τραγουδίστριας στην ιστορία της μουσικής.

 

Το μικρό σπουργίτι, La Môme Piaf, όπως έγινε αργότερα διάσημη –ψευδώνυμο που επινόησε ο άνθρωπος που την ανακάλυψε–, η Εντίθ Τζοβάνα Γκασιόν, γεννημένη το 1915, ξεκίνησε να τραγουδάει στον δρόμο, συμμετέχοντας στα νούμερα του πατέρα της που ήταν ακροβάτης του τσίρκου. Η μητέρα της, ιταλικής και βερβερικής καταγωγής, λυρική τραγουδίστρια, τους εγκατέλειψε αμέσως μετά τη γέννα και η μικρή Εντίθ έμελλε να βρεθεί από τον οίκο ανοχής της γιαγιάς της, όπου μεγάλωσε, και τις φτωχογειτονιές, και πριν καλά-καλά κλείσει τα 20 της, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του κοσμικού Παρισιού και από εκεί στο διεθνές στερέωμα ως η σημαντικότερη τραγουδίστρια της γαλλικής μουσικής σκηνής. Κι αυτό χάρη σε μια στιβαρή και συγχρόνως σπαραχτική φωνή που καθήλωνε τους πάντες, αλλά και στα συναρπαστικά της τραγούδια.

 

Η φήμη της έφτασε στα πέρατα του κόσμου, τραγούδησε στα μεγαλύτερα concert halls, κέρδισε μυθικά ποσά, αλλά κινδύνευσε δύο φορές να χάσει τη ζωή της σε τροχαίο, έχασε τον μεγάλο της έρωτα και πέθανε μόλις στα 47 της, στις 10 Οκτωβρίου 1963, στο απόγειο της δόξας της, από καρκίνο. Χιλιάδες Παριζιάνοι ακολούθησαν την κηδεία της, προκαλώντας μποτιλιάρισμα στους δρόμους – ανάμεσά τους και μερικοί από τους διασημότερους διανοούμενους της μεταπολεμικής Γαλλίας. Και πώς να γινόταν διαφορετικά, αφού θρυλικά τραγούδια όπως το «La vie en rose», το «Padam Padam», το «Non, je ne regrette rien» και άλλα πολλά, είναι απόλυτα ταυτισμένα με τη σαγήνη της Πόλης του Φωτός.

 

Έχουν γραφτεί τουλάχιστον 20 θεατρικά έργα ή σενάρια για να στηρίξουν ρεσιτάλ βασισμένα στα τραγούδια της, ενώ το αγγλόφωνο μιούζικαλ «Πιάφ» της Παμ Γκεμς που πρωτοπαίχτηκε το 1978 στο Λονδίνο έχει θριαμβεύσει στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε πάρα πολλές πρωτεύουσες του κόσμου, με σημαντικές ηθοποιούς στον ομώνυμο ρόλο.

Έχουν γραφτεί τουλάχιστον 20 θεατρικά έργα ή σενάρια για να στηρίξουν ρεσιτάλ βασισμένα στα τραγούδια της, ενώ το αγγλόφωνο μιούζικαλ «Πιάφ» της Παμ Γκεμς που πρωτοπαίχτηκε το 1978 στο Λονδίνο έχει θριαμβεύσει στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε πάρα πολλές πρωτεύουσες του κόσμου, με σημαντικές ηθοποιούς στον ομώνυμο ρόλο.

 

H αφίσα της πρώτης παραγωγής του «Πιάφ» της Παμ Γκεμς με πρωταγωνίστρια την Jane Lapotaire
H αφίσα της πρώτης παραγωγής του «Πιάφ» της Παμ Γκεμς με πρωταγωνίστρια την Jane Lapotaire

 

Παγκόσμια πρώτη έκανε στην πειραματική σκηνή The Other Place της Royal Shakespeare Company, με πρώτη διδάξασα τη Jane Lapotaire, και από 'κει μεταφέρθηκε στο Γουέστ Έντ. Σύντομα πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια, για να καταλήξει τον Φεβρουάριο του 1981 στο Μπρόντγουεϊ, στο Plymouth Theater. Το επιστέγασμα της πορείας της ερμηνεύτριας ήταν να κερδίσει το βραβείο Τόνυ καλύτερης γυναικείας ερμηνείας σε μιούζικαλ.

 

Μία από τις πρώτες χώρες που έσπευσαν να ανεβάσουν το μιούζικαλ ήταν και η Ελλάδα. Αυτό ήταν φυσικό, καθώς τα τραγούδια της Πιάφ μας είναι ιδιαίτερα αγαπητά – η ίδια είχε εμφανιστεί στην Αθήνα και ο τελευταίος της σύζυγος ήταν ο Έλληνας Τεό Σαραπό, κατά κόσμον Θεοφάνης Λαμπουκάς, με το όνομα του οποίου επέλεξε να ταφεί στο Παρίσι, στο κοιμητήριο Père Lachaise. Έτσι, τον Ιούνιο του 1981 η παράσταση ανέβηκε στο Αθηναϊκό Κηποθέατρο του Πεδίου του Άρεως, με ελληνικούς στίχους από τον Άρη Δαβαράκη, σκηνοθεσία του Γιάννη Τσιώλη και την Τάνια Τσανακλίδου στον ρόλο της Πιάφ. Αν και η ερμηνεία της εκθειάστηκε ιδιαίτερα, η παράσταση δεν έβγαλε το καλοκαίρι.

 

 

Τάνια Τσανακλίδου, Το πλήθος- La foule (Live)

 

Σε άλλες χώρες το μιούζικαλ είχε καλύτερη τύχη. Στην Αργεντινή, το 1983 η δημοφιλής ηθοποιός Virginia Lago κέρδισε δύο σημαντικά βραβεία για την ερμηνεία της, ενώ στη Βραζιλία η σπουδαία ερμηνεύτρια διάσημων μιούζικαλ Bibi Ferreira όχι μόνο βραβεύτηκε αλλά έπαιζε τον ρόλο μια ολόκληρη δεκαετία. Στη συνέχεια ενέταξε τα τραγούδια της σε διεθνή τουρνέ που έφτασε μέχρι το Lincoln Center της Νέας Υόρκης.

 

Το 1993, σε μια αναβίωσή του στο Λονδίνο, η μεγάλη κυρία του βρετανικού μιούζικαλ Elaine Page, διάσημη και βραβευμένη για το «Evita» και το «Sunset Boulevard», ερμήνευσε εκ νέου τη μυθική Γαλλίδα και παρέλαβε από την BASCA (ακαδημία τραγουδοποιών, συνθετών και στιχουργών) το βραβείο Gold Badge of Merit, ενώ ήταν υποψήφια για το βραβείο ερμηνείας σε μιούζικαλ «Λόρενς Ολίβιε». Ακριβώς το ίδιο διάστημα, η κορυφαία τραγουδίστρια της τζαζ και του ταγκό Laura Canoura πρωταγωνίστησε σε παραγωγή στην Ουρουγουάη, αποσπώντας το βραβείο Iris de Plata.

 

Η Elaine Paige
Η Elaine Paige

 

Το 2000, στην άλλη άκρη του κόσμου, στους Αντίποδες, η Caroline O’Connor έγινε η Αυστραλέζα Εντίθ Πιάφ, για την οποία βραβεύτηκε, και το 2009 η Αργεντινή Elena Roger, αφού πρώτα απέσπασε το βραβείο Λόρενς Ολίβιε, που είχε χάσει η Page, στο Λονδίνο, την επανέλαβε στο Μπουένος Άιρες.

 

 

Παράλληλα, στη Γαλλία, το 1974 γυρίστηκε η πρώτη ταινία για τη ζωή της με σκηνοθέτη τον Guy Casaril, πρωταγωνίστρια την Brigitte Ariel και τα τραγούδια ερμηνευμένα από την Betty Mars. Το 1983, δηλαδή 20 χρόνια μετά τον θάνατό της, ο εμπορικότερος σκηνοθέτης της Γαλλίας, ο Κλοντ Λελούς, γύρισε με τη γυναίκα του Évelyne Bouix το δράμα Edith et Marcel, βασισμένο στον θυελλώδη έρωτα της Πιάφ με τον παγκόσμιο πρωταθλητή του μποξ Marcel Cerdan. Ο μεσαίων βαρών πυγμάχος, το καμάρι της Γαλλίας, σκοτώθηκε το 1959 σε αεροπορικό δυστύχημα, οδηγώντας την καλλιτέχνιδα σε νευρικό κλονισμό, καθώς υπήρξε ο έρωτας της ζωής της. Στην ταινία, τον ομώνυμο ρόλο παίζει ο γιος του, επίσης πυγμάχος, Marcel Cerdan jr.

 

 

H Brigitte Ariel
H Brigitte Ariel

 

Εκείνη όμως που επισκίασε όλες τις προηγούμενες Πιάφ δεν ήταν άλλη από την πρωταγωνίστρια της υπερπαραγωγής του Ολιβιέ Νταάν «La vie en rose» («Ζωή σαν τριαντάφυλλο»), η Μαριόν Κοτιγιάρ. Συμπρωταγωνιστής της είναι ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον ρόλο του Louis Leplée, του ανθρώπου που την ανακάλυψε στα 19 της στους δρόμους του Καρτιέ Λατέν, ενώ η κορυφαία ερμηνεύτρια τραγουδιών της Πιάφ, Jil Aigrot, εκτελεί τα φωνητικά για λογαριασμό της ηθοποιού. Η ταινία άνοιξε την αυλαία της 57ης Μπερλινάλε τον Φεβρουάριο του 2007, έγινε τεράστια διεθνής επιτυχία, σάρωσε τα Σεζάρ –όπου η Κοτιγιάρ κέρδισε εκείνο της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας–, ενώ στην ίδια κατηγορία κέρδισε και το Όσκαρ, από τις σπάνιες φορές που το έδωσαν σε ξενόφωνη ερμηνεία, τη Χρυσή Σφαίρα όπως και το βρετανικό BAFTA.

 

H Μαριόν Κοτιγιάρ
H Μαριόν Κοτιγιάρ