Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
"Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα. Το ένα, είναι τα μωρά. Το άλλο, τα σκυλιά. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ' αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά..."
Άνθρωποι

Δ.Ν. Μαρωνίτης: "Η Αριστερά σήμερα τινάχτηκε στον αέρα από αυτούς που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες"

Το Β' Μέρος της συναρπαστικής συνομιλίας του με τον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο για τη LIFO.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ

 

Η δεύτερη συνάντησή μας γίνεται και πάλι στο σπίτι του. Σάββατο πρωί, τον βρίσκω στην πολυθρόνα του. Κοκέτης, με τα ωραία του ρούχα πάντα. Αντιδρά στο κομπλιμέντο μου στην Ανθή, «εμένα δεν θα μου πεις τίποτα;» και γελάει. Όλη τη βδομάδα τον έφερνα στον νου μου. Το περίφημο πρόγραμμά του: πρωί κι απόγευμα συστηματικά στο γραφείο, λίγα τετράγωνα απ' το σπίτι του· τα σαββατοκύριακα αφιερωμένα στο γράψιμο των επιφυλλίδων. Σκέφτομαι πως όλη αυτή η αμείωτη δουλειά για χρόνια εξαφανίζει τα περιθώρια για ψευτο-μετριοφροσύνες. Σκέφτομαι πως του χρωστάω που έμαθα, αν έμαθα, να διαβάζω ποίηση. Σκέφτομαι πως ό,τι θεωρούσα ως χθες αντιθέσεις ή αντιφάσεις του, μου τις ανέτρεψαν δύο δικές του λέξεις: συνέχεια και συνοχή. Και σκέφτομαι γιατί πήγα εν τέλει να τον βρω: όχι μόνο επειδή ήθελα να τον συναντήσω σε τούτο το σημείο της ζωής του, αλλά γιατί –κι εδώ βρίσκεται το εγωτικό στοιχείο για το οποίο μου μίλησε– ήθελα μέσα από τα λόγια του να μάθω κάτι για μένα: του τ' ομολόγησα από την πρώτη μας συνάντηση· μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εκείνον που ρωτάει και σ' αυτόν που απαντάει δεν χωράνε εδώ.

 

___________________________________________________________________________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΕΔΩ: 

Δ.Ν. Μαρωνίτης: Είμαι πια ο γιος του πατέρα μου.
Δυο συναντήσεις του με τον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο για τη LIFO

____________________________________________________________________________

 

— Η πρώτη φορά που βλέπω το όνομά σου είναι το 1977. Σε συναντώ στο οπισθόφυλλο του «Κιβώτιου». Στο σημείωμα που καταλήγει με τη φράση: «Μετά το "Κιβώτιο" του Αλεξάνδρου, ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος». Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να περάσεις από την Αριστερά χωρίς να ακούσεις για τον Μαρωνίτη. Σήμερα η Αριστερά, το μεγαλύτερο κομμάτι της τουλάχιστον, είναι στην εξουσία. Πες μου αν κερδήθηκε κάτι και κυρίως τι χάθηκε σ' αυτό το πέρασμα.

Χάθηκαν τα πάντα. Αλλά έμεινε το όνομά της. Κι εγώ θέλω να μην το χάσω το όνομα αυτό. Να το σεβαστώ. Αν θες, στο κάτω-κάτω της γραφής, τώρα πια ξέρουμε ότι η Ιστορία –ή αυτό που λέμε Ιστορία– δεν δέχεται τυμπανοκρουσίες αυτού του είδους σε ό,τι αφορά την Αριστερά ως Αριστερά. Ωστόσο, δεν μπορώ να αρνηθώ καταγωγικού τύπου αισθήσεις, όπως είναι, λόγου χάρη, η αίσθηση όταν με πήρε για πρώτη φορά ο πατέρας μου, αυτός ο περίεργος άνθρωπος, σ' ένα συλλαλητήριο καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και μ' άφησε ν' ακούσω και να δω όλο αυτό τον κόσμο τον καπνεργατικό. Αυτό με σφράγισε γενικότερα. Επομένως, δεν έχω πρόβλημα ότι έχασα την πολύτιμη Αριστερά. Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.

 

Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.

 

—Και τελειώσαμε με την Αριστερά;

Νομίζω, όχι. Γιατί κι εδώ ξέρεις τι γίνεται; Κι εδώ ακόμη, όχι εκβιαστικά διλήμματα. Όχι ακριβώς υπέρβαση εκεί όπου υπάρχει η διαφορά, αλλά πάντως όχι και τόσο χωριστά τα σπίτια μας, όχι τόσο χωρισμένοι με τα ίδια μας τα παιδιά. Θα μείνω και δεν θα έχω κανένα παράπονο αν δημοσιεύσουν την ομολογία μου ότι είμαι γιος καπνεργάτη.


—Χαρακτήρισες τους κυβερνώντες εγκληματίες. Ποιο είναι το έγκλημά τους; Το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης;

Όχι. Δεν πιστεύω ότι μου γκρεμίζουν την ψευδαίσθησή μου.


— Την ελπίδα;

Ούτε. Θα το ήθελαν αυτό κάποιοι άθλιοι, μπορεί και να το επιδιώκουν κιόλας, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι ότι μου γκρέμισε κανένας αυτόν το σεβασμό που ένιωθα από έφηβος σχεδόν, εξαιτίας του πατέρα μου και του περιβάλλοντός του, για κάποιους ανθρώπους που μπαινόβγαιναν στη φυλακή, μιλούσαν όπως μιλούσαν, από τον μπακάλη ως κάποιους πιο γραμματισμένους. Όχι. Ξέρεις, τι; Υπάρχουν μερικές λέξεις που και να θες να τις διαγράψεις, δεν διαγράφονται.


— Όπως;
Όπως η λέξη «αγάπη». Κι όπως η λέξη «Αριστερά».

 

— Ας μείνουμε λίγο ακόμη στην εξουσία. Υπήρξες καθηγητής για τρεις δεκαετίες. Οι επιφυλλίδες σου μπορούσαν να εκτινάξουν έναν ποιητή ή πεζογράφο στην πρώτη γραμμή, προκαλώντας άλλοτε τον φθόνο κι άλλοτε την αποδοχή, σίγουρα πάντως την αναγνωρισιμότητα. Ένιωσες ποτέ ότι ασκείς εξουσία;

Όχι, γιατί ακριβώς δεν νομίζω ότι θέλησα να εξουσιάσω. Αφού δεν μπορώ και δεν θέλω να εξουσιάσω τον εαυτό μου ή αυτό που έχει μείνει από τον εαυτό μου, γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να το περάσω στη σχέση με αυτό που λέμε εξουσία;

 

— Στα χρόνια σου τα πανεπιστημιακά, διαμορφώνεις έναν δικό σου τρόπο διδασκαλίας. Θα έλεγα πως φέρνεις μια τομή στα ακαδημαϊκά πράγματα. Ποιες μορφές δασκάλων σε εμπνέουν;

Θα σου αναφέρω τρία ονόματα: στο γυμνάσιο ο Μπότσογλου, στο πανεπιστήμιο ο Λίνος Πολίτης και στη Γερμανία ο Βάλτερ Μαργκ.


— Από πού αλλού παίρνεις στοιχεία για να φτιάξεις τον τρόπο σου;

Πάντως όχι από τον Κακριδή. Σε ό,τι αφορά τον Κακριδή, από την αρχή υπήρξε μια απώθηση του δικού του τρόπου, και άφηνα τον εαυτό μου, ψάχνοντας να βρω «αντ' αυτού τι;». Αυτό, λοιπόν, το «αντ' αυτού τι» ωρίμασε με τον καιρό και κατέληξε στα εξής: πρώτα-πρώτα, πρέπει να είσαι περήφανος δάσκαλος. Το άλλο, να αισθάνεσαι διδάσκοντας –αυτό άρχισε πολύ νωρίς– ότι μαθητεύεις και ότι μαθητεύοντας αφήνεις να βγει μόνο του το δασκαλίκι. Αυτό οι φοιτητές μου θαρρείς ότι το άρπαζαν στον αέρα και το τι μου παραστάθηκαν και μου παραστέκονται ως τώρα δεν λέγεται.


— Έφτιαξες τη δική σου μέθοδο διδασκαλίας;

Θα σου πω κάτι που δεν θα το πιστέψεις, αλλά μπορώ να σου δείξω τα τετράδια για να τα δεις. Εγώ έκανα μαθήματα, τα οποία τα έγραφα. Ποτέ δεν διάβαζα αυτά που έγραφα, ποτέ δεν δίδαξα χωρίς να είναι ολόκληρο το μάθημα γραμμένο. Ατέλειωτα τετράδια και τα 'χω ακόμα. Έκανα και πολύ ωραία γράμματα, τα οποία τα έχασα τώρα με το κομπιούτερ κι έχω γίνει θηρίο, τώρα δεν μπορώ να γράψω ούτε το όνομά μου κανονικά, αλλά ό,τι έχω γράψει, και η «Μαύρη Γαλήνη» ακόμη είναι γραμμένη σωστά με το χεράκι μου.


— Αφού με ξαναπάς στη «Μαύρη Γαλήνη», μια τελευταία ερώτηση σχετικά μ' αυτήν: αποτελεί με τον τρόπο της, και από τη στιγμή που είσαι ήδη έγκλειστος, μια ρωγμή στον τοίχο της σιωπής. Έχω την εντύπωση πως δεν την αντέχεις τη σιωπή. Είναι, άραγε, ο σταθερός σου εχθρός; Το θηρίο σου;
Πάλι πας να με μπλέξεις με δυαδικά σχήματα. Κι εδώ.

 

Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


— Ναι, το κάνω. Εδώ συνειδητά.

Κι εγώ θέλω ν' αντισταθώ. Η «Μαύρη Γαλήνη» είναι ένα αυτοφυές κείμενο. Γράφτηκε μόνο του, ερήμην μου σχεδόν, και κατά περίεργο τρόπο νομίζω πως έμεινε ακέραιο. Με δυο λόγια, είναι αυτό που είναι. Τότε που έγινε, τότε που το έδωσα αμέσως να δημοσιευτεί στη «Συνέχεια» –δεν είχα κανέναν ενδοιασμό–, τότε που κάθισα καταρχήν και το καθαρόγραψα. Δεν το άλλαξα. Εν πάση περιπτώσει, ίσως να είναι το αποτέλεσμα ενός τρόπου να μη χωρίζουμε τα πράγματα σ' αυτό που λέμε πεζό λόγο και ποιητικό. Νομίζω πως όσο περνάει ο καιρός το έχω κατορθώσει, γι' αυτό και δεν έχω κανέναν καημό γιατί δεν έκανα λογοτεχνία. Πιστεύω ότι έκανα. Πιστεύω ότι δεν έκανα. Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου σε σχέση μ' αυτό που λέγεται συμπαντικά «λογοτεχνία». Όλο μου έκλεινε το μάτι η λογοτεχνία, λίγο με κορόιδεψε, λίγο την κορόιδεψα και σε κάποια δόση τα βρήκαμε. Και τα βρήκαμε χωρίς φιοριτούρες και χωρίς θριαμβολογία καμιά. Τώρα, δε, απολύτως καμιά.

 

— Για τη μετάφραση των ομηρικών επών έχουν γραφτεί πολλά και σημαντικά. Ένιωσες ποτέ ότι είσαι ο συνεχιστής μιας παράδοσης που πρέπει να την πας παραπέρα, να δημιουργήσεις ένα νέο έδαφος από το οποίο να επανεκκινήσουν οι αρχαιοελληνικές σπουδές;

Απερίφραστα ναι, και μάλιστα, όπως μπορείς να υποπτευθείς, σε αντίθεση με τον τρόπο μετάφρασης του Κακριδή. Από κει και πέρα, αυτός που μ' έσπρωξε ήταν ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος μου έλεγε «δοκίμασε, ρε Μίμη, μια άλλου είδους μετάφραση από τις μεταφράσεις Καζαντζάκη-Κακριδή». Κι έτσι, μια ωραία πρωία ή ένα ωραίο βράδυ, βγήκανε 120 στίχοι από την «Οδύσσεια».


— Πηγαίνοντας ανάποδα.
«Οδύσσεια», «Ιλιάδα» και τώρα σαν τρελός ξανά για την «Οδύσσεια».


— Πότε τοποθετείς το ξεκίνημα της μετάφρασης της «Οδύσσειας»;

Αρχές της δεκαετίας του '80. Και αρχίζω να μεταφράζω κανονικά πια από το '89. Εκεί, επίσης, έχω ένα σπρώξιμο από έναν φίλο: ο Μικρούτσικος ήταν διευθυντής του Φεστιβάλ Πατρών. Κάτι είχε μυριστεί και μου λέει: «Δεν μεταφράζεις μια ραψωδία ν' ακουστεί απάνω στο Κάστρο;». Κι έτσι, μετέφρασα την πέμπτη ραψωδία της «Οδύσσειας». Την αγαπώ, μη σου πω πόσο και πώς. Το περίεργο είναι ότι δημιούργησε μια συγκίνηση φοβερή. Κολακεύτηκα πολύ γιατί ήταν παρών και ο Ελύτης, ο οποίος ήρθε στο τέλος και με αγκάλιαζε και με φιλούσε.

 

Χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική.

 

— Εσύ διάβασες;

Εγώ με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Ήτανε ένα καταπληκτικό ντουέτο στο ύπαιθρο, στη μέση μια φωτιά αναμμένη, και το παίζαμε κομμάτι-κομμάτι.


— Το βάπτισμα του πυρός, σαν να λέμε.

Το βάπτισμα του πυρός. Τελείωσε, λοιπόν, η ραψωδία η Ε', που είναι ίσως από τις σημαντικότερες. Πρωθύστερη ραψωδία.


— Τις αναγνώσεις στο Εθνικό τις παρακολουθείς όλες;

Έπρεπε να ήσουν χτες κι όλες αυτές τις Παρασκευές. Υπάρχουν κάποιες μαγικές βραδιές, σε κατάμεστη αίθουσα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι διαφορές υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουν τα ζευγάρια των ηθοποιών τις ραψωδίες της «Οδύσσειας».

 

— Χθες ποιοι διάβασαν;

Η Ναυπλιώτου, αυτό το τέρας ομορφιάς –Θε μου, δεν έχω δει τόσο ωραία κοπέλα– και η Σαββίδη που ήτανε και στην «Ιλιάδα», την οποία επίσης αγαπώ πάρα πολύ. Έγινε πανζουρλισμός στο τέλος.


— Τι σκέφτεσαι όταν ακούς τις ραψωδίες από άλλους ή όταν τις απαγγέλλεις εσύ στη δική σου μετάφραση;

Είναι τα δύο έπη στα οποία απερίφραστα λέω «δεν είναι δικά μου, δεν είναι δικά μου πια, δεν ήταν δικά μου ποτέ», κι όμως, όταν τα ακούω κι όταν τα λέω –κι αν δούλευε και η φωνή καλύτερα, αλλά δεν πειράζει, κι έτσι σπασμένη έχει κι αυτή την αξία της–, αισθάνομαι κάτι απίστευτο.


— Και το πέρασμα, εννοώ το αντίστροφο πέρασμα από την «Οδύσσεια» στην «Ιλιάδα», κρατάει τις ίδιες εντάσεις, τις ίδιες ποιότητες;

Αυτή η μετακίνηση, από την τρυφερότητα σχεδόν, όπως εξελισσόταν, που ένιωθα για την «Οδύσσεια», στον τρόμο με τον οποίο ξεκίνησε η μετάφραση της «Ιλιάδας»...


— Πες μου γι' αυτό τον τρόμο.

Εκεί τα έδωσα όλα. Εκεί ξεχάστηκα ποιος είμαι, γιατί επιμένω, γιατί επιμένει το πράγμα αυτό με αυτό τον τρόπο στη ζωή μου. Όταν μου λέγανε «τώρα θα μεταφράσεις Ιλιάδα;», έλεγα: «Είστε τρελοί; Μετά την "Οδύσσεια;"». Όπως γινότανε η δουλειά πια καθ' οδόν, ήταν εξ επαφής, δεν ξέρω πώς να την πω. H αντίσταση ήταν απερίγραπτη και η ειρωνεία του κειμένου, όπως το 'πιανα για να μεταφραστεί, για να μη γίνει πατιτούρα της «Οδύσσειας», και δεν είναι, περηφανεύομαι γι' αυτό, ίσως φανεί με τα χρόνια ότι είναι το ωριμότερο πράγμα που βγήκε απ' το χεράκι μου.


— Ο τρόμος μετεξελίχθηκε σε λατρεία;

Λατρεία κανονική. Από πού κι ως πού, τώρα, να έχω τέτοια λατρεία... Δεν είναι λατρεία, ίσως όχι. Αισθάνομαι ότι από ένα σημείο και πέρα το κείμενο μου δίνεται, το γυρεύω, με γυρεύει, περιμένει να το γυρέψω. Αρχίζει να με γυρεύει κι ύστερα γίνεται: δίνεται και γίνεται.

 

Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Λες στις επιφυλλίδες σου πως, όσο μεγαλώνεις, συναρμόζεις το γήρας με το γέρας, με την επιβράβευση της ίδιας της ύπαρξης. Το λες ειρωνικά αλλά και σοβαρά συγχρόνως. Τι βρίσκεις στο γήρας; Τις ερωτήσεις ή τις απαντήσεις;

Κι εδώ δάσκαλος είναι ο Καβάφης. Το λέει και ο ίδιος: «Εγώ είμαι ποιητής του γήρατος». Και υπάρχουν ποιήματα του Καβάφη που ενώνουν το γήρας ως οδυνηρό βίωμα αλλά μαζί και ως αποζημίωση των γηρατειών, έτσι ώστε το γήρας να γίνεται γέρας. Η μελαγχολία του «Εκ Κομμαγηνής» είναι ακριβώς ένας τέτοιος συνδυασμός. Είναι περίεργο, σου μιλούσα για τον καθηγητή μου τον Μπότσογλου, ο οποίος μου χάρισε, από πού κι ως πού, πώς δεν με φοβήθηκε κιόλας, έναν πολύ ωραίο τόμο με τα ποιήματα του Καβάφη. Το πρώτο βιβλίο που μου χάρισε. Όσο το σκέφτομαι, ποτέ δεν σκανδαλίστηκα με τον ερωτικό Καβάφη, αισθάνομαι και γι' αυτόν την ίδια ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι και για όλο του το έργο. Αλλά, κυρίως, ευγνωμοσύνη για βιώματα που γίνανε σιγά-σιγά και δικά μου, όπως είναι ο συνδυασμός γήρατος και γέρως στην ηλικία που βρίσκομαι, αλλά και κάτι άλλο το οποίο βγήκε κι αυτό στη φόρα τελευταία. Ένα κείμενο, και κυρίως ένα ποίημα καλό, αν προσέξει κανείς τι γίνεται, διαπιστώνει, και στον Καβάφη πολύ συχνά, αλλά και στον Σεφέρη, αν και λιγότερο, ότι είναι κείμενο το οποίο εφευρίσκει τον καιρό του και ορίζει τον τόπο του. Τα 3/4 των ποιημάτων του Καβάφη ορίζουν το ζεύγος «καιρός και τόπος». Κι όταν στηθεί αυτό το πλέγμα, τότε μπαίνουν όσα θέλει δρώμενα και όποιοι θέλει ως δρώντες του ποιήματος. Τεράστιο δίδαγμα.


— Άρα, μιλάμε για μια ποιητική σκηνοθεσία;

Ναι, αλλά όχι στημένη, στοχασμένη. Στοχασμένη. Παρ' ολίγον ξεχασμένη. (Μου κλείνει το μάτι.) Έλα να κάνουμε λίγο τα καλαμπούρια τα δικά μου με τις λέξεις, που μ' αρέσουν.

 

Πάμε σε μια μεγάλη σου αγάπη ή, μάλλον, σε δύο. Θα έλεγα πως είσαι ή γίνεσαι με τα χρόνια επαγγελματίας θεατής. Αξεδιάλυτα κινηματογραφόφιλος και θεατρόφιλος. Πότε ξεκίνησε αυτό το δίπολο;

Άρχισαν μαζί θέατρο και σινεμά. Για το θέατρο ευθύνεται και πάλι ο Λίνος Πολίτης, όταν μ' έβαλε κι έπαιξα τον μαντατοφόρο της «Ερωφίλης» και μετά στη «Θυσία του Αβραάμ», και ήρθε ο Γάλλος πρέσβης και μου έδινε υποτροφία να σηκωθώ και να φύγω κατευθείαν για τη Γαλλία. Αλλά ο πατέρας μου μού είπε «σπούδασε και μετά». Καλά που έγινε έτσι. Το τι μου αρέσει το θέατρο δεν μπορώ να σ' το πω. Στη γειτονιά όπου καθόμαστε ήταν ένα σινεμά που είχε έναν περίβολο από τσίγκο και είχε τρύπες, απέναντι από το πανεπιστήμιο, «Χαρίλαος» λεγότανε. Κι εκεί το καλοκαίρι είχε κυρίως βαριετέ ή νούμερα, όπου ελάτρεψα την Ηρώ Χαντά. Από κει και πέρα, το σινεμά έγινε ψωμοτύρι για μας, για μένα και για την αδερφή μου. Ο πατέρας μου μας έστελνε το πρωί της Κυριακής, επειδή ήτανε και η τιμή πιο φτηνή, στο Αχίλλειο της Αγίου Δημητρίου, για να πάνε το βράδυ με τη μάνα μου μαζί. Νινή Ζαχά και δεν συμμαζεύεται, είχανε τότε νούμερα στο σινεμά. Αργότερα, όταν άρχισα να βλέπω θέατρο βαρβάτο και είχα την τύχη να δω παραστάσεις με τον Ζεράρ Φιλίπ και τη Μαρία Καζαρές... Να σ' το διηγηθώ αυτό;

 

Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα.

Το ένα, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, λατρεύω τα σκυλιά. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ' αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.


— Οπωσδήποτε.

Μ' είχε πάει ο Λίνος, πάλι τη δεκαετία του '60. Πήγα και δεύτερη φορά. Στήθηκα απ' έξω και τους περίμενα να βγουν. Σε κάποια δόση εμφανίστηκε ο Ζεράρ Φιλίπ μ' αυτή την υπέροχη γυναίκα, την Καζαρές, κι άρχισαν να περπατάνε, να κατεβαίνουν στην παραλία. Τα γαλλικά τα δικά μου – θα σου μιλήσω γι' αυτό που ονομάζω «μονογλωσσία», αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα μιλήσουμε... Τους πήρα, λοιπόν, από πίσω και προσπαθούσα ν' αρπάξω κουβέντες. Ακούω ότι γυρεύουν να πάνε κάπου να φάνε και παρεμβαίνω και με τα σπασμένα γαλλικά μου τους λέω «θα σας πάω εγώ». Και τους πήγα στον Στρατή, κάθισα μαζί τους, μιλήσαμε, και την άλλη μέρα στο σινεμά, στα Διονύσια, στη Θεσσαλονίκη, παιζόταν το «Φανφάν Λα Τουλίπ» με τον Ζεράρ Φιλίπ, και ήρθε εκεί. Εγώ κάτω, και μάλιστα στην άκρη του διαδρόμου, και περνάει ο Ζεράρ Φιλίπ και με αναγνωρίζει και μου δίνει το χέρι και λέω «τελειώσαμε». Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.


— Μίμη, μου 'χες πει και την πρώτη σου ατάκα σε παράσταση.

Θα σ' την ξαναπώ. Τρίτη τάξη του δημοτικού. Έβγαινα στη σκηνή κι έλεγα «είμαι ο Λάκης Λακούβας, αδερφός της κυρίας Λακούβα που δίνει μαθήματα πιάνου στην κυρία Μαρτέλη». Και για να το κλείσω το θέμα: χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική.


— Ας μείνουμε σ' αυτήν τη στόφα. Θα σου πω κάποια νήματα που έχω ξεχωρίσει: Υπόγειο του Κουν, Πολυμπέκετ της Πατεράκη, η αγάπη σου για τον Βογιατζή, το πέρασμα της «Μαύρης Γαλήνης» στη σκηνή.

Όλα. Όλα ισχύουν.


— Το ανέβασμα του «Αίαντα»...

Το οποίο δεν μ' άρεσε πολύ εμένα, αλλά ήταν ένα καθαρό ανέβασμα, ακούστηκε ωραία το κείμενο, και είχε και κάποιες φωνές, αντρών κυρίως, του Περλέγκα λόγου χάρη, που μ' ενθουσίασαν. Να δούμε τι θα γίνει τώρα με την «Αντιγόνη».


— Ποιος σκηνοθετεί;
Στο Εθνικό Θέατρο, ο Λιβαθηνός. Στην Επίδαυρο θα παιχτεί.


— Έχεις εμφανιστεί και ο ίδιος στην Επίδαυρο, σκηνοθετημένος από τον Δημήτρη Μαυρίκιο.

Ακριβώς, στην «Ηλέκτρα».


— Πες μου γι' αυτό το πέρασμα, πώς σου ήρθε;

Είχε τρελαθεί ο Λευτέρης Βογιατζής, γιατί ήταν δική μου ιδέα να βγαίνω από την ορχήστρα και να κάθομαι απ' έξω και να ξαναμπαίνω. «Πώς σου ήρθε αυτό το μπες-βγες» με είχε ρωτήσει, το είχε βρει υπέροχο. Φορούσα μια μαύρη καπαρντίνα που την έχω ακόμα και την αγαπώ πάρα πολύ, ήταν μια υπέροχη βραδιά.


— Κι έτσι, από τον Λάκη τον Λακούβα έφτασες στην Επίδαυρο, χωρίς να γίνεις ποτέ ηθοποιός.

Δεν είμαι θεατρόφιλος, αισθάνομαι ότι είμαι θεατρικός, ούτε θεατρίνος (συλλαβίζει αργά) θε-α-τρι-κός. Να σκέφτεσαι λίγο και τη λέξη, από το «θεώμαι».

 

— Μου μίλησες όμως για τη μονογλωσσία, ήθελες να τελειώσουμε μ' αυτήν, αλλά λέω να την πιάσουμε τώρα, μην την ξεχάσουμε και οι δυο.

Συν τω χρόνω, και από ανάγκη και από συνθήκες ζωής, αλλά εν τέλει και από επιλογή μου, έχω γίνει κυριολεκτικά μονόγλωσσος. Ελληνόγλωσσος. Σαν να μην υπάρχουν άλλες γλώσσες. Αυτά τα λίγα που ξέρω από ξένες γλώσσες σιγά-σιγά εξαφανίζονται και τα ελληνικά, η γλώσσα –καθόλου εθνοπρεπώς αυτά που λέω–, κυριαρχούν. Το 'χω καμάρι που έγινα μονόγλωσσος.

 

— Θα σε πάω σε μια ερώτηση κάπως δύσκολη. Ξεκίνησε νωρίς, και, αλίμονο πάντα είναι νωρίς, ο κύκλος των χαμένων φίλων και συνομιλητών: Λίνος Πολίτης, Γιώργος Σαββίδης, Παύλος Ζάννας, Τάσος Χρηστίδης, Κωστής Σκαλιόρας – τελευταία μάλλον αναχώρηση. Συνεχίζεται η διακοπείσα συνομιλία; Τους κουβαλάς;

Εγώ μιλάω πολύ με τους πεθαμένους φίλους μου. Είναι και πολλοί και εκλεκτοί, και όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά. Θα μου επιτρέψεις να ξεχωρίσω δυο ονόματα από αυτά που μου ανέφερες: το ένα είναι του Τάσου Χρηστίδη και το άλλο του Παύλου Ζάννα. Όταν μου έδωσε η Μίνα και διάβασα τα απομνημονεύματά του από τη φυλακή, είδα τις αναφορές του στην αφεντιά μου, με τη μία ή με την άλλη ευκαιρία, τόσο τρυφερές, που με άφησαν κατάπληκτο. Δεν του το έδειξα ποτέ, αν και το είχα πάρει είδηση, γιατί ξέρεις τι μου συνέβαινε; Στη Θεσσαλονίκη, εγώ κούφος μες στη φτώχεια μου την εποχή εκείνη, πέφτω από μια μεριά στο ζεύγος Φατούρου, Μίκας και Δημήτρη, και από την άλλη στον Παύλο και στη Μίνα Ζάννα. Πάντως, αν ήταν να διαλέξω δύο, θα διάλεγα αυτούς που σου είπα. Για να πω αν θα διάλεγα ένα... όχι. Ποτέ ένα.

 

— Το μυαλό σου τι το απασχολεί αυτή την εποχή; Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι;

Δεν είναι πολλά πράγματα και θα τα πω συνθηματικά, κι ελπίζω να μη χρειάζεται να τα εξηγήσω, και αν μερικά ακούγονται ανεξήγητα, ας μείνουν όπως τα πω. Υπάρχει ένα τριαδικό σχήμα πάλι, μια μοίρα θα έλεγα, με τα εξής στοιχεία: αυτό που λέμε «ταυτότητα», αυτό που προέκυψε τον τελευταίο καιρό και το λέω «αυτότητα» κι ένα τρίτο, που είναι το πολυτιμότερο για μένα και το λέω «φιλότητα». Η ταυτότητα είναι το πιο εγωτικό στοιχείο, η αυτότητα φαίνεται ότι χρειάζεται να περάσουνε χρόνια, να βασανιστεί κανείς αρκετά, να λύσει τους κόμπους που τους κρατούσε δεμένους για συγκεκριμένους λόγους και να βγει το «αυτό», όχι ως τρίτο πρόσωπο, όχι, αλλά ως αυτόνομο στοιχείο: αυτότητα. Από κει και πέρα, η φιλότητα είναι η λέξη που ανακάλυψα τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια. Όταν, δε, διεπίστωσα ότι η λέξη είναι και ομηρική, τρελάθηκα. Υπάρχει και στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια». Νομίζω ότι ωραιότερη λέξη στα ελληνικά, ίσως και στις άλλες γλώσσες, δεν θα βρεις.


— Τι συνθέτουν αυτά τα τρία στοιχεία;

Δεν είναι συνεχώς μαζί. Κάποτε κοντράρει το ένα το άλλο, υπάρχουν όμως και κάποιες ώρες, υπάρχουν κάποιες νύχτες, υπάρχουν κάποια όνειρα, όπου συμβάλλονται και τα τρία. Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη ικανοποίηση και ησυχία που βρίσκει το σώμα μου και το μυαλό μου.


— Δίνεις σημασία στα όνειρα, τα ανέφερες και πρωτύτερα. Σε απασχολούν;

Ναι. Όχι όμως με τον τρόπο που θέλει συνήθως κανείς να τα εξηγήσει.


— Φροϊδικά, σε απασχολούν;

Φροϊδικά, ναι. Τώρα, δε, που τα πράγματα περνάνε από τη νηφαλιότητα στον ύπνο και στο όνειρο, και από το όνειρο στη νηφαλιότητα, νομίζω ότι η αυτότητα μπήκε με τα όνειρα στη γλώσσα μου και στην αίσθηση του ζωντανού λόγου μου. Είναι το κρυφό μου πράγμα, όχι γιατί θέλω να το κρύψω, αλλά γιατί είναι το πιο κρυφό σε οποιονδήποτε άνθρωπο, και καλό είναι να μείνει κρυφό, δεν χρειάζεται να το σκάψει κανείς κι άλλο, γι' αυτό είναι και «αυτότητα», δεν είναι δικό μου εντελώς. Είναι αυτό που είναι.

 

— Πες μου λίγο για σένα, έξω από το γραφείο, μακριά από το κομπιούτερ και τα βιβλία, μακριά κι απ' το μυαλό σου, αν γίνεται.

Τον τελευταίο καιρό έχω κάποια έμμονα στοιχεία. Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα. Τα μωρά, δεν μπορώ να σου πω πώς αισθάνομαι όταν τα βλέπω στον δρόμο ή στο καροτσάκι, κυρίως στο καροτσάκι.


— Είσαι από τους παππούδες που πάθανε πλάκα μόλις είδανε τον εγγονό τους;

Όχι. Όχι. Ο εγγονός είχε έρθει πιο πριν. Μιλάω για τα άγνωστα, γι' αυτά τα μουτράκια που αν τα δεις με γλύκα, το αρπάζουν στον αέρα και σου τραβούν χαμόγελο. Το ένα, λοιπόν, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, ότι λατρεύω τα σκυλιά. Έχω την εντύπωση ότι και αυτά δεν είναι αγριεμένα μαζί σου, δεν αγριεύονται, βγάζουνε κάτι γλυκό όταν τα κοιτάξεις με έναν ορισμένο τρόπο και σε κοιτάξουν κι αυτά έτσι. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ' αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.


— Η Τήνος, ας πούμε, το Ξώμπουργο.

Η Τήνος, ναι, η Τήνος έχει ολόκληρα τέτοια βουνά, αλλά και ο περίγυρος της Θεσσαλονίκης έχει τέτοιου είδους βουνά... Κι αυτά είναι πράγματα που βγήκανε καθ' οδόν τα τελευταία χρόνια, αλλά θαρρείς ότι κυοφορούνταν μέσα μου και περίμεναν. Τι περίμεναν; Να γίνω σχεδόν 90 χρονών για να τα καταλάβω; Πάντως, λέω εντάξει, αφού βγήκαν τώρα...


— Καλώς τα.

Ναι, καλώς τα.

 

— Ησυχάζει ποτέ ο δαίμονας του σώματος;

Όχι. Όχι, γιατί κι εδώ δεν πρόκειται για συμπληρωματικότητα, πρόκειται για συνοχή. Τώρα, μάλιστα, που πέρασαν και τα χρόνια, αισθάνομαι όχι απλώς να συνέχεται το σώμα μου αλλά και να με συνέχει ολόκληρο. Επομένως, σέβομαι το σώμα μου γιατί αισθάνομαι πως με σεβάστηκε κι αυτό. Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω. Γι' αυτό γράφω και ενύπνιος εγώ, στον ύπνο μου, όπου ξεσηκώνεται το σώμα μου στα όνειρά μου. Και μιλάει. Γράφει. Κι άλλες φορές περνάνε πράγματα στα γραπτά μου κι άλλες φορές διαλύονται.


— Μίμη, πες μου ένα τραγούδι που σ' αρέσει, που το τραγουδούσες από πάντα.

Η Ανθή βάζει τα γέλια.
«Δεν είμαι ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά».


— Παρότι Μίμης;

Ανθή: Μας είχε πρήξει.

Στη Γερμανία, στο σπίτι του Μαργκ, με βάζανε και το τραγουδούσα συνέχεια, κι ένας Ελβετός...

Ανθή: Ένας καθηγητής πανεπιστημίου τώρα, σούπερ καθηγητής, τον άκουσε μια φορά κι ενθουσιάστηκε.
Το γουστάρω πολύ.

 

Θα κλείσω με τον τρόπο του: τον γουστάρω πολύ. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Με τη σπασμένη του φωνή και το μυαλό του χωρίς τσακισματιές. Με τα δάκρυά του και το θάρρος του, τη μανία του σχεδόν να εκτίθεται. Με τη διαρκή μετατόπιση της κλωστής από το δημόσιο στο ιδιωτικό και με την εξομολογητικότητά του που δεν τον εκθέτει ποτέ παραπάνω απ' όσο θέλει ο ίδιος. Με το γνήσιο των συναισθημάτων του που αποστρέφονται την αισθηματολογία. Με την αναπόφευκτη μελαγχολία του. Με τον λόγο του που είναι ρυθμός, με τον ρυθμό του που είναι πράξη. Με το αδύνατο σώμα του να μιλάει κοφτερά όπως και τότε που ράγιζε καρδιές στα αμφιθέατρα. Τον γουστάρω γιατί είναι ο νεότερος 87χρονος που έχουμε ανάμεσά μας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δ.Ν. Μαρωνίτης (1929 - 2016) : Είμαι πια ο γιος του πατέρα μου
Η τελευταία συνέντευξη του κορυφαίου φιλόλογου και μεταφραστή που πέθανε σαν σήμερα το 2016, δόθηκε στη LiFO και στον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο. Πρόκειται για ένα βαθύ, αυτοβιογραφικό κείμενο σε δύο μέρη.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πώς το Vice, το Ίντερνετ και ο Τραμπ διέλυσαν τις υποκουλτούρες κι έσπειραν σεξισμό και υποκρισία στα media
Η Thalia Mavros, η Ελληνίδα πρώην creative director του αμερικανικού «Vice» και νυν ιδρύτρια του «The Front», μιας πολιτιστικής πλατφόρμας που τρέχουν αποκλειστικά γυναίκες, ξεσκεπάζει την παγκόσμια μιντιακή υποκρισία, σε μια χειμαρρώδη συζήτηση.
Σλαβόι Ζίζεκ: «Είμαστε όλοι κακοί, εγωιστές, αηδιαστικοί»
Ο 67χρονος Σλοβένος φιλόσοφος σε μερικές σκόρπιες σκέψεις για τη ζωή, τον εαυτό του, το είδος του πατέρα που υπήρξε και τη σχέση του με τους γονείς του
Θεοδόσης Τάσιος: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τελευταίο χαμογελαστό και πικρό βλέμμα της υπέροχης γυναίκας μου»
Ο ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ σε μία ειλικρινή και εξομολογητική συνέντευξη για τη δημοκρατία, τη μοναξιά, τους νέους, αλλά και την επιτυχία του «Survivor»
Σπάνιες φωτογραφίες του Freddie Mercury με τον σύντροφό του Jim Hutton
Φωτογραφίες του ζευγαριού από την ιδιωτική συλλογή του Jim Hutton
Ο δύσκολος θρίαμβος της Ναόμι Κάμπελ, με δικά της λόγια
Από έφηβη γκοθού σε μοντέλο που έσπαγε τα φυλετικά όρια των εξωφύλλων της Vogue με απευθείας γραμμή επικοινωνίας με τους πολιτικούς ηγέτες, το σούπερμοντελ αφηγείται την ιστορία της
Λίγα λόγια με τον Μάκη Σαλιάρη, μερικές ώρες πριν φύγει από τη ζωή
Μια αποκλειστική συνέντευξη του guru του αθηναϊκού clubbing και πρωταθλητή αγώνων αυτοκινήτου, που πέθανε σαν σήμερα, το 2015
 Η εξαιρετική περίπτωση του/της Claude Cahun
Ο υπερρεαλιστής καλλιτέχνης που ανέτρεψε την εικόνα του φύλου του/της και έζησε ως ζεύγος με την θετή αδελφή του/της
Όταν ο Αλέξης Μπίστικας είχε μιλήσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο
«Θέλω να ταξιδέψω αλλά δεν θα προλάβω μάλλον…»
Δημήτρης Γκιώνης: «Στη δημοσιογραφία πρέπει να είσαι πάντα μαθητής και δίκαιος άνθρωπος»
Ένας πρύτανης του πολιτιστικού ρεπορτάζ, που άφησε τη σφραγίδα του την Ελευθεροτυπία, καταθέτει τις πεποιθήσεις και τις ωραίες στιγμές της συναρπαστικής του καριέρας
Μαρία Ιωαννίδου: Η αναπηρία μού έσωσε τη ζωή
Κόντρα σε όλες τις στατιστικές, η ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια που γεννήθηκε με σπαστική παραπληγία καταφέρνει όχι μόνο να πηγαίνει κάθε μέρα παρακάτω, αλλά κυρίως να μη βιάζεται και να απολαμβάνει τη διαδρομή
O ψηλότερος Έλληνας στον κόσμο ζει στη Γερμανία και επισκέπτεται κάθε καλοκαίρι τη γιαγιά του στη Λάρισα
Ο Γιάννης Παπαδημητρίου μιλά για τη ζωή του και τις καθημερινές δυσκολίες που περνά για να διαχειριστεί τα 2 μέτρα και 24 εκατοστά ύψους του.
Idra Kayne: «Άμα πάψεις να προσφέρεις στο κοινό τη σαπίλα, θα σταματήσει να την αναζητάει»
Tραγουδίστρια, ηθοποιός. Γεννήθηκε στον Χολαργό, ζει στο Πολύγωνο. Μιλά για τη ζωή της, τις προκλήσεις της μουσικής βιομηχανίας, τον ρατσισμό, την Κατερίνα Στικούδη και τον Κωνσταντίνο Αργυρό.
Κάποτε Μακ Κάρτνεϊ και Λένον αυνανίστηκαν (μαζί) για την Μπριζίτ Μπαρντό
Μια συνέντευξη του Paul περί οργίων και σεξουαλικών εμπειριών με τους Beatles
Ονομάζομαι Θάνος Μούρραης Βελλούδιος και ουδέποτε έζησα ως φυτόν
ENA ΣΠΑΝΙΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ/ Η αυτοβιογραφική αφήγηση στο γηροκομείο λίγο πριν πεθάνει, του πρώτου Έλληνα πιλότου και φαντασιομέτρη συγγραφέα, έτσι όπως δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία το 1989. Ψηφιοποιείται πρώτη φορά για τη LIFO.
Γιάννης Μόραλης – το πορτρέτο ενός μεγάλου ζωγράφου
Σκιαγράφηση μίας από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του ελληνικού 20ού αιώνα μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που τον γνώρισαν προσωπικά και μελέτησαν το έργο του, με αφορμή την έκθεση που εγκαινιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη
3 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar Faceless 15.4.2016 | 13:52
Εξαιρετικό και το επίπεδο των ερωτήσεων. Εύγε!
Μα πάντα η αριστερά στους αγώνες ήταν εγκληματίες. Με τις ιδεοληψίες τους ζημείωσαν και σημειώνουν τη χώρα. Η σημερινή αριστερά είναι η εφαρμογή στη πράξη. Εμείς είμασταν καπνοπαρωγοί αλλά ποτέ δεν προ δώσαμε τη χώρα μας.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή