Αλλιώς ήθελα να κάνω τα φθινοπωρινά θυρανοίξια του Παραδείσου, αλλιώς η ζωή, οι γερμανικές εκλογές, τα οξειδωμένα από τους εθνικισμούς νεύρα μας, η Μέρκελ και η πρωήν goldmansuckσου, νυν ακροδεξιά λίντερ τύρβαζαν όμως .

 

 

 

 

 

 

 

Το πώς διαβάζω βέβαια εγώ την επικαιρότητα αβάδιστα -αβασάνιστα πολλώ απέχει από τον τίτλο του σημερινού ποστ. Προβλέψιμες παρθένες, παρθενογενέσεις και λοιπές στρεβλώσεις αλλού βόσκουν, μαρινάρονται και σερβίρονται.

 

 

 

 

 

 

Ο τρόπος βέβαια που ανταποκρίνεται ο καθένας στα κελεύσματα αυτά έχει να κάνει με αυστηρώς προσωπικές δεξαμενές. Ποιοί είμαστε εμείς για να εκφέρουμε γνώμη για τα σαμιαμίντια και τις πεινασμένες, ζαβλακωμένες, ταλαιπωρημένες, ληγμένες αλλά πάντα πανέτοιμες βδε-λίτσες τους που εκπορεύονται κατευθείαν από τον βόθρο όπου το χέρι που τις ταϊζει έχει στήσει βάθρο και θρόνο. Ο Τσαγκ είναι μια δημοσιογραφική όαση χωρίς υπηκοότητα και μπάζα-υπηκόους -θενκς γκοντ, η Γλυκερία μια τρισχαριτωμένη κολυμβήθρα ανένδοτης κι ευλογημένης σχάσης  και η φωτογραφία ένα καταφύγιο. Σαφώς.

 

 

 

 

 

Αλλά ο δυσοίωνος άξονας που έχει εδώ και καιρό εγκατασταθεί στην ζωή, στην ψυχή και στις περιφέρειες της σάρκας μας μεταστοιχειώνεται καθημερινά σε απανωτές περιπολίες που το κακό είναι οτι τις ξέρεις πια μια μια τις μαλακισμένες, με το ονομά τους κι αυτες και τις π-ορδές τους. Σκατομικρό χωριό, πόσες πια καινούριες να μυρίσεις και να πειστείς πως θα τις λουσθείς παροδικά και θα διασωθείς (άλαλα γέλια Λάλα -λα χίαρ,-)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο τρόπος που επιλέγω λοιπόν να αφουγκράζομαι τις μαύρες τρύπες της επικαιρότητας, την ηχώ που κάνουν έχει να κάνει με την πένθιμη δημιουργικότητα του πόνου της απουσίας. Ότι έρχεται στην επιφάνεια είναι σαφώς λιγότερο από αυτό που χάθηκε για πάντα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ωστόσο η μνήμη και οι αναμνήσεις είναι το μόνο αληθινό άβατο που μας έχει απομείνει. Και κατά ένα παράδοξο τρόπο οι αναλλοίωτοι κόσμοι τους το τελευταίο αληθινό μας -like a virgin- καταφύγιο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό δε σημαίνει πως θα αποσυρθούμε εκεί. Αλλά σε ένα κόσμο χωρίς περίγραμμα, χωρίς σύνορα υπάρξεως, ένα μάτριξ δίχως οίκτο είναι κουταμάρα να πέφτουμε στο στόμα του σαν φρικτά ηλίθιοι. Κάθε βήμα μακριά του μας σώνει από την κατάρρευση κι από την ξεπαρθενιασμένη συγκομιδή του φόβου. Μέχρι να γίνουμε σαν παρθένες ξανά, ανάμεσα στο αλτ και στο πυρ αυτής της χοιρο-πόδαρης κατεδάφισης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καλό φθηνόπωρο, είπαμε; ,-)