Η επιλογή της Γιάννας Αγγελοπούλου ως επικεφαλής της Επιτροπής για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 δεν ήταν μια καλή ιδέα και φάνηκε από την αρχή.


Στη σχετική ανακοίνωση του ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι «το 2021 θα είναι μια χρόνια που όλοι οι Έλληνες θα γιορτάσουμε μαζί και ενωμένοι τα 200 χρόνια ελευθερίας του ελληνικού κράτους, με υπερηφάνεια για το παρελθόν μας και αυτοπεποίθηση για το μέλλον μας».


Στους μήνες που η κ. Αγγελοπούλου βρίσκεται στη θέση αυτή, έχει δώσει ικανά πλέον δείγματα περί του αντιθέτου, καθώς οι επιλογές της όχι μόνο έχουν διχάσει τους Έλληνες, αντί να τους ενώσουν, αλλά πλέον απευθύνονται σε όλο και λιγότερους μετά τις αποχωρήσεις από την Επιτροπή που συνεχίζονται (με τελευταία της ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου), ενώ το φιάσκο που συντελείται εκθέτει και όσους παραμένουν.

 

Όσο βγήκε στον Μητσοτάκη η επιλογή του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας, που είχε να διαχειριστεί κι έναν τεράστιο κίνδυνο, τόσο απέτυχε η επιλογή της Γιάννας Αγγελοπούλου για τους εορτασμούς των 200 ετών από το 1821.


Τελευταίο συμβάν ήταν ένα τουίτ στον επίσημο λογαριασμό της Επιτροπής, γραμμένο με κεφαλαία, το οποίο αναφερόταν σε μια «αλλόκοτη υπόθεση», με απίθανα σχόλια από κάτω.

 

 

 

Ως «αλλόκοτη υπόθεση» χαρακτήριζαν την ανάρτηση ενός άρθρου του μέλους της Επιτροπής, Αρ. Χατζή, στο επίσημο σάιτ, για την ερωτική ζωή του Καραϊσκάκη. Δεν ήταν βέβαια ούτε το πρώτο, ούτε το μόνο άρθρο στο σάιτ της Επιτροπής που προκάλεσε αντιδράσεις. Αλλά η κατάσταση και κυρίως οι χειρισμοί έχουν αρχίσει να θυμίζουν μπουρλέσκ.


Δεν προκαλεί ωστόσο σε όλους γέλιο. Σε πολύ κόσμο –από όλο το πολιτικό φάσμα– προκαλεί οργή, καθώς θεωρούν ότι η Επιτροπή, πέρα από τις γκάφες και τις γραφικότητες, μεροληπτεί, αποκαθηλώνει τους πρωταγωνιστές του 1821 (όπως κατηγορήθηκε για τον Καποδίστρια) και προσβάλει την ιστορική μνήμη. Παρατηρώντας τις αντιδράσεις στο διαδίκτυο, θα έλεγε κανείς ότι μεγαλύτερη οργή υπάρχει στους ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος, ενώ την ενόχλησή τους έχουν εκφράσει και επώνυμα στελέχη – δημόσια και ιδιωτικά. Το κύμα διαμαρτυριών, ωστόσο, συνεχώς μεγαλώνει και αφορά όλο και πιο πολλούς.

 

Η κ. Αγγελοπούλου απέδειξε ότι ούτε να ενώσει τους Έλληνες μπορεί, ούτε να τους κάνει να νιώσουν «περήφανοι» – για να αναφερθούμε στους δύο στόχους που έθεσε ο πρωθυπουργός όταν ανακοίνωνε την επιλογή της.

 

Η Γιάννα Αγγελοπούλου, ως μέλος της οικονομικής ελίτ της χώρας (μιας ελίτ που δεν χαίρει και μεγάλης εκτίμησης από τον ελληνικό λαό), δεν μπορεί και για λόγους καθαρά ταξικούς να συμβολίσει την ενότητα του λαού.
Η Γιάννα Αγγελοπούλου, ως μέλος της οικονομικής ελίτ της χώρας (μιας ελίτ που δεν χαίρει και μεγάλης εκτίμησης από τον ελληνικό λαό), δεν μπορεί και για λόγους καθαρά ταξικούς να συμβολίσει την ενότητα του λαού.

 

Όσο του βγήκε η επιλογή του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας, που είχε να διαχειριστεί κι έναν τεράστιο κίνδυνο, τόσο απέτυχε η επιλογή της Γιάννας Αγγελοπούλου για τους εορτασμούς των 200 ετών από το 1821. Ο Τσιόδρας πέτυχε ακριβώς εκεί που απέτυχε η Αγγελοπούλου. Ένωσε τους Έλληνες και τους έκανε να νιώσουν περήφανοι που τα κατάφεραν. Γι' αυτό και η τεράστια αποδοχή και επιδοκιμασία του από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, ενώ οι όποιες αποδοκιμασίες ήταν σχεδόν περιθωριακές και οπωσδήποτε εξαιρετικά μειοψηφικές.

 

Η επιλογή της Αγγελοπούλου είχε πολλά προβλήματα εξαρχής – και για λόγους συμβολισμού και για λόγους ουσίας. Αλλά είναι το μέχρι τώρα αποτέλεσμα αυτό που επιβεβαιώνει όλες τις επιφυλάξεις που είχαν εκφραστεί.

 

Πρώτα από όλα, η Γιάννα Αγγελοπούλου, ως μέλος της οικονομικής ελίτ της χώρας (μιας ελίτ που δεν χαίρει και μεγάλης εκτίμησης από τον ελληνικό λαό), δεν μπορεί και για λόγους καθαρά ταξικούς να συμβολίσει την ενότητα του λαού. Δεύτερον, το όνομα της Γιάννας Αγγελοπούλου είναι συνδυασμένο με τους Ολυμπιακούς Αγώνες που στοίχισαν πάρα πολλά στην ελληνική οικονομία, αλλά άφησαν ελάχιστα πίσω για τους πολλούς.

 

Η Γιάννα Αγγελοπούλου συμβολίζει την Ελλάδα μιας εποχής ψεύτικης ευμάρειας, του νεοελληνικού ονείρου του εύκολου πλουτισμού, καθώς και όλης εκείνης της περιόδου που οδήγησε τη χώρα στην κρίση και τη φτωχοποίηση της. Συμβολίζει την ελίτ που πάρταρε μέχρι την ώρα του ναυαγίου και μετά μπήκε στις σωσίβιες λέμβους, αφήνοντας τους άλλους να πνιγούν.

 

Ο Τσιόδρας, ένας άνθρωπος λαϊκής καταγωγής που κατάφερε να σπουδάσει στο Χάρβαρντ χάρη στον μόχθο του και όχι χάρη στα λεφτά ή τις γνωριμίες του, συμβολίζει ακριβώς αυτά που είχε ανάγκη η χώρα μετά από όλη αυτή την παρακμή.
Ο Τσιόδρας, ένας άνθρωπος λαϊκής καταγωγής που κατάφερε να σπουδάσει στο Χάρβαρντ χάρη στον μόχθο του και όχι χάρη στα λεφτά ή τις γνωριμίες του, συμβολίζει ακριβώς αυτά που είχε ανάγκη η χώρα μετά από όλη αυτή την παρακμή.

 

Ο Τσιόδρας, αντιθέτως, ένας άνθρωπος λαϊκής καταγωγής που κατάφερε να σπουδάσει στο Χάρβαρντ χάρη στον μόχθο του και όχι χάρη στα λεφτά ή τις γνωριμίες του, συμβολίζει ακριβώς αυτά που είχε ανάγκη η χώρα μετά από όλη αυτή την παρακμή. Συμβολίζει τον άνθρωπο της γνώσης, της προσπάθειας, της αριστείας, της προσφοράς και της ενσυναίσθησης, και όλα αυτά με μια υποδειγματική σεμνότητα. Ένας σπουδαίος γιατρός που μπορούσε να έχει μια καλοπληρωμένη καριέρα στις ΗΠΑ, αλλά επέλεξε να μείνει στην Ελλάδα και στο υποβαθμισμένο δημόσιο ελληνικό νοσοκομείο.

 

Η πετυχημένη επιλογή του καθηγητή Τσιόδρα υποδεικνύει στον πρωθυπουργό την ουσία και δείχνει τον δρόμο. Μια χώρα που διδάσκεται από τα λάθη της δεν χρειάζεται να τα επαναλάβει. Μια πτωχευμένη χώρα δεν χρειάζεται σύμβολα χλιδής, αλλά αυτογνωσία και σεμνότητα. Χρειάζεται στόχους που θα υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και έμπνευση που θα της βγάλει τον καλό της εαυτό.