ΗΔΗ, ΝΟΜΙΖΩ, ΔΙΑΚΑΤΕΧΟΜΑΙ από συμπτώματα στέρησης μετά το τέλος του Last Dance, του δεκάωρου ντοκιμαντέρ για τη θρυλική πορεία του Μάικλ Τζόρνταν και των Chicago Bulls τη δεκαετία του '90. Τα δύο τελευταία επεισόδια προβλήθηκαν την περασμένη Δευτέρα, και μαζί τους έληξε αυτή η προσμονή που συνόδευε τον τελευταίο καιρό τις εκ φύσεως άχαρες Δευτέρες, που για λίγο καιρό είχαν αποκτήσει καινούργιο νόημα μέσα από την προβολή αυτού του συναρπαστικού χρονικού μιας περιόδου που έμοιαζε από άλλη ζωή: τότε που ήμασταν νέοι, ανέμελοι, δεν υπήρχαν social media και πανδημίες (ούτε και διακοπή αθλητικών θεαμάτων) και ο Μάικλ Τζόρνταν ήταν ο βασιλιάς όχι μόνο του NBA αλλά όλων των αθλημάτων υψηλού επιπέδου και υψηλού ανταγωνισμού.


«Βασιλιάς του ανταγωνισμού» σκέτο θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ο Μάικλ Τζόρνταν με βάση τις μαρτυρίες που φιλοξενούνται στο ντοκιμαντέρ αυτό, που αποδείχτηκε το πιο δημοφιλές τηλεοπτικό θέαμα στην υφήλιο τον καιρό που ο κόσμος μπαινοβγαίνει στα διάφορα στάδια του lockdown. Και ειδικά σύμφωνα με τις δικές του μαρτυρίες. Κάποια από τα πιο διασκεδαστικά σημεία της σειράς ήταν οι τρόποι με τους οποίους δημιουργούσε σχεδόν από το τίποτα στο μυαλό του αφηγήματα που είχαν να κάνουν με κόντρες, βεντέτες, διενέξεις και έριδες σαιξπηρικού σχεδόν επιπέδου, μόνο και μόνο για να συντηρηθεί πάση θυσία η φλόγα του ανταγωνισμού ως μοναδικό καύσιμο και η δίψα για τη νίκη ως υπέρτατο κίνητρο.


Τελικά, τι ή ποιος ήταν/είναι ο Μάικλ Τζόρνταν ή κάποιος που ανήκει σε αυτή την τόσο αποκλειστική λέσχη υπεραθλητών, που συγχρόνως όμως αποτέλεσαν και τεράστιες μονάδες παγκόσμιας «πολιτισμικής ισχύος», όπως τονίζει στο ντοκιμαντέρ ο Μπαράκ Ομπάμα;

 

Αποτελεί το «Last Dance» αγιογραφία ή απομυθοποίηση; Μάλλον δύσκολο το δεύτερο, από τη στιγμή που η εταιρεία παραγωγής του Τζόρνταν συμμετέχει στο ντοκιμαντέρ και ο ίδιος είχε φύσει και θέσει τον οριστικό λόγο στο τελικό προϊόν


Απόκοσμα ταλαντούχος και χαρισματικός; Απολύτως συγκεντρωμένος (για πάντα) στη στιγμή, με τρόπο που ούτε ο πιο επιμελής ζεν μάστερ δεν θα μπορούσε να διανοηθεί; Αφόρητα μονόχνοτος και εγωμανής; Δυνάστης; Κοινωνιοπαθής; Εμμονικός μέχρι παράνοιας; Συναισθηματικά στεγνός και αδιαπέραστος; Όλα αυτά μαζί ή υπεράνω όλων αυτών και υπεράνω της παθολογίας που μαστίζει τους κοινούς θνητούς;


Αποτελεί το Last Dance αγιογραφία ή απομυθοποίηση; Μάλλον δύσκολο το δεύτερο, από τη στιγμή που η εταιρεία παραγωγής του Τζόρνταν συμμετέχει στο ντοκιμαντέρ και ο ίδιος είχε φύσει και θέσει τον οριστικό λόγο στο τελικό προϊόν.


Μία από τις πιο αλησμόνητες σκηνές του Last Dance είναι όταν ο «τωρινός» Τζόρνταν καλείται να σχολιάσει τις μαρτυρίες πρώην συμπαικτών και αντιπάλων του, που αναφέρονται στην εριστική και αυταρχική προσωπικότητά του. «Όταν το δει ο κόσμος αυτό, θα πει: "Δεν ήταν καλό άτομο – ήταν ένας τύραννος"» λέει προς το τέλος του έβδομου επεισοδίου. «Αυτό όμως το λες εσύ (ο θεατής) επειδή δεν κέρδισες ποτέ τίποτα. Εγώ ήθελα να κερδίζω».


Και πάνω που εσύ, ο θεατής, μένεις άναυδος και δεν ξέρεις αν θα πρέπει να τον συγχαρείς για την ειλικρίνεια και τη στοχοπροσήλωσή του ή να απαυδήσεις με τη μεγαλειώδη του έπαρση (σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ρέτζι Μίλερ, ο Τζόρνταν αποκαλούσε τον εαυτό του «Μαύρο Ιησού»), εκείνος μοιάζει ξαφνικά να κομπιάζει και να είναι έτοιμος να δακρύσει, ζητώντας από το συνεργείο διάλειμμα στη συνέντευξη.


Συνεπώς, υποθέτουμε ότι δεν είναι τελειωμένος κοινωνιοπαθής, ότι έχει ενσυναίσθηση, ότι τον νοιάζει πώς τον βλέπουν οι άλλοι, ότι η προσήλωσή του ενδέχεται να παρεξηγηθεί ως μονομανία ή μικροψυχία. Φτάνουμε σχεδόν στο σημείο να δικαιολογήσουμε τις μεθόδους του, να δεχτούμε ότι στο κορυφαίο επίπεδο (κάθε ανταγωνιστικής δραστηριότητας) ενδεχομένως ο σκοπός να αγιάζει τα μέσα και, τέλος πάντων, πρόκειται για μια «αεροστεγή» μεγαλοφυΐα μόνη εκεί ψηλά και με τίμημα τη συναισθηματική καραντίνα, στην οποία βρέθηκε στην ακμή της καριέρας του, όταν ήταν ένας από τους δυο-τρεις πιο διάσημους ανθρώπους στον πλανήτη. Αυτές τις μέρες βρίσκεται ξανά στην ίδια θέση, ασχέτως του αν έχει αποτραβηχτεί από την επικαιρότητα εδώ και δύο δεκαετίες

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.