Χωρίς αμφιβολία, η ανθρωπότητα ζει την έναρξη μιας ιστορικής περιόδου, που δεν γνωρίζει ακόμα κανείς πού θα μας οδηγήσει. Οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας του Covid-19 αναμένεται να είναι τεράστιες, σαν αυτές που ακολουθούν μετά από πολέμους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις πολλών έγκυρων διεθνών αναλυτών. Οι περισσότεροι προεξοφλούν ότι η επόμενη μέρα θα είναι πολύ διαφορετική απ' ό,τι έχουμε ζήσει ως τώρα.

 

Αν κάποια φράση πολιτικού της περιόδου που ζούμε περάσει στην Ιστορία, ίσως να είναι αυτή του Εμανουέλ Μακρόν, που είπε πρώτος στις 16 Μαρτίου, πριν την επαναλάβουν πολλοί: «Είμαστε σε πόλεμο...».

 

 

Και αν για όλες τις χώρες αυτή θα είναι μια μεγάλη δοκιμασία, για την Ελλάδα, μετά από δέκα χρόνια κρίσης που τη δοκίμασε σκληρά, θα είναι ακόμα μεγαλύτερη και πολύ πιο δύσκολη.


Ας μην ξεχνάμε ότι την Ελλάδα η πανδημία τη βρήκε την ώρα που προσπαθούσε να σηκώσει κεφάλι, μετά τη δεκαετή οδύσσεια της οικονομικής κρίσης και της παρατεταμένης λιτότητας που φτωχοποίησε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με άλλη μία διαρκή κρίση, αυτή του μεταναστευτικού - προσφυγικού, και την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Με τελευταίο και πολύ σημαντικό επεισόδιο την απόπειρα παραβίασης των συνόρων στον Έβρο από την Τουρκία, με πρόσχημα το προσφυγικό ζήτημα, όπως αυτό εργαλειοποιείται από τον Ταγίπ Ερντογάν.

 

Όσον αφορά την πολιτική που επέλεξε να ακολουθήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ήταν αυτή της προστασίας του πληθυσμού και της κρατικής παρέμβασης, δηλαδή το κοινωνικό μοντέλο και όχι το νεοφιλελεύθερο, που ακολούθησαν οι ΗΠΑ και η Βρετανία.

 

Η ελληνική κυβέρνηση, λοιπόν, καλείται να αντιμετωπίσει την τεράστια πρόκληση της πανδημίας του Covid-19 μαζί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, πριν προλάβει να επουλώσει τα τραύματα της οικονομικής κρίσης και με την παράλληλη ανοιχτή πληγή του μεταναστευτικού - προσφυγικού και τις ροές που συνεχίζονται, ενώ θα πρέπει ταυτόχρονα να ξοδεύει δυνάμεις και πόρους για να φυλάει τα σύνορα, σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δηλαδή, έχει να αντιμετωπίσει μια τριπλή πρόκληση, τρεις κρίσεις μαζί (πανδημία, μεταναστευτικό, σύνορα) και ίσως δεν υπάρχει κανένας πολιτικός αυτήν τη στιγμή που να ήθελε να βρίσκεται στη θέση του Έλληνα πρωθυπουργού.

 

«Ο πρωθυπουργός έχει διοικητική εμπειρία και δεν πειραματίζεται, αλλά κυρίως έχει μάθει να ακούει τις προτάσεις των ανθρώπων που ξέρουν και των ειδικών» λένε κυβερνητικά στελέχη, τα οποία τονίζουν ότι προέρχεται από ένα οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο έχει ζήσει πολλά και από το οποίο έχει μάθει και ακούει ακόμα περισσότερα, για δύσκολες πολιτικές περιόδους. Αρκεί αυτό; Θα δείξει. «Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι η επόμενη περίοδος θα είναι πολύ πιο δύσκολη» λένε.

 

O καθηγητής Λοιμωξιολογίας, Σωτήρης Τσιόδρας, που έχει αναλάβει στρατηγικό ρόλο στη μεγάλη μάχη κατά του Covid-19 τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης από τους πολίτες.
O καθηγητής Λοιμωξιολογίας, Σωτήρης Τσιόδρας, που έχει αναλάβει στρατηγικό ρόλο στη μεγάλη μάχη κατά του Covid-19 τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης από τους πολίτες.

 

Όσον αφορά την πολιτική που επέλεξε να ακολουθήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ήταν αυτή της προστασίας του πληθυσμού και της κρατικής παρέμβασης, δηλαδή το κοινωνικό μοντέλο και όχι το νεοφιλελεύθερο, που ακολούθησαν οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Η μεγάλη πλειοψηφία δείχνει να συμφωνεί και να συσπειρώνεται γύρω από την κυβέρνηση –όπως συμβαίνει σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, οπότε και προέχει η επιβίωση του λαού μιας χώρας–, αλλά υπάρχουν και κάποιες φωνές κριτικής. Ορισμένοι από τα δεξιά, που χαρακτηρίζουν την πολιτική αυτή σχεδόν σοσιαλιστική και κάποιοι από τα αριστερά που τον κατηγορούν ότι τώρα αναγνώρισε τα πλεονεκτήματα της δημόσιας υγείας.


Οι δημοσκοπήσεις από τα επεισόδια στον Έβρο και μετά δείχνουν μια συσπείρωση που μεγαλώνει, μαζί με την εμπιστοσύνη στην ελληνική κυβέρνηση (πριν από τον Έβρο είχε σημειωθεί κάμψη που ανεστράφη μετά), ενώ μεγάλης αναγνώρισης από τους πολίτες τυγχάνει και ο καθηγητής Λοιμωξιολογίας, Σωτήρης Τσιόδρας, που έχει αναλάβει στρατηγικό ρόλο στη μεγάλη μάχη κατά του Covid-19. Είναι μια επιλογή επιτυχημένη, κατά γενική ομολογία, καθώς πρόκειται για έναν άνθρωπο με επιστημονικό κύρος και χαμηλό προφίλ, που εμπνέει εμπιστοσύνη στον κόσμο που τον ακούει.

 

Ο καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο LSE του Ηνωμένου Βασιλείου και πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, Ηλίας Μόσιαλος, είπε την περασμένη εβδομάδα πως θεωρεί ότι στην Ελλάδα «συντονιστήκαμε και κινηθήκαμε νωρίς και τώρα είναι η ώρα για αυστηρή εφαρμογή των οδηγιών». Όπως εξήγησε, το Ελληνικό Σύστημα Υγείας θα καταφέρει να αντεπεξέλθει, εάν χρειαστεί να νοσηλευτούν στις ΜΕΘ άλλοι 300 άνθρωποι, αλλά τα πράγματα θα είναι τελείως διαφορετικά αν αναγκαστεί να υποστηρίξει 1.000 έξτρα ασθενείς ταυτόχρονα στην εντατική. Γι' αυτό, για την ώρα παίρνουμε τα μέτρα που χρειάζονται για να καθυστερήσουμε τη διασπορά, ώστε να αντέξει το σύστημα υγείας, είπε, εξηγώντας και την πολιτική που ακολουθείται στην Ελλάδα, προκειμένου να κερδηθεί χρόνος μέχρι να φτάσουμε πιο πιο κοντά στη μέρα που θα υπάρχει εμβόλιο και θεραπεία. Όπως επισήμανε ο κ. Μόσιαλος: «Όλο αυτό ήρθε στην Ελλάδα μετά από δέκα χρόνια σκληρής οικονομικής κρίσης και ψυχολογικά θα είναι ακόμα πιο δύσκολο για όλους».


Την ίδια άποψη φαίνεται να έχει και ο καθηγητής Κοινωνικής και Φυσικής Επιστήμης στο Γέιλ, Νικόλας Χρηστάκης, που θεωρεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη θέση απ' ό,τι η γειτονική Ιταλία, στην οποία καθυστέρησαν τους περιορισμούς των πολιτών σε σχέση με τη χώρα μας. Θεωρεί ότι τα μέτρα που λαμβάνουν οι ελληνικές Αρχές είναι σωστά, ακόμα και αν υπάρχει πιθανότητα να υπερβάλουμε.

 

Όπως επισήμανε ο κ. Μόσιαλος: «Όλο αυτό ήρθε στην Ελλάδα μετά από δέκα χρόνια σκληρής οικονομικής κρίσης και ψυχολογικά θα είναι ακόμα πιο δύσκολο για όλους».
Όπως επισήμανε ο κ. Μόσιαλος: «Όλο αυτό ήρθε στην Ελλάδα μετά από δέκα χρόνια σκληρής οικονομικής κρίσης και ψυχολογικά θα είναι ακόμα πιο δύσκολο για όλους».


Οι επιστήμονες, σε γενικές γραμμές, μοιάζει να συμφωνούν με τις επιλογές της κυβέρνησης και αν υπάρχουν διαφωνίες από κάποιους, αυτές δεν ακούγονται για την ώρα. Κάποιες προτάσεις ορισμένων άλλων καθηγητών, π.χ. για περισσότερα τεστ στον γενικό πληθυσμό, όπως κάνει η Κορέα και η Γερμανία, δεν συναντούν την αντίδραση του κυβερνητικού επιτελείου, αντιθέτως τις θεωρούν σωστές, πλην όμως τονίζουν πως «αυτήν τη στιγμή τα μέσα είναι περιορισμένα και γίνεται ό,τι είναι δυνατόν να γίνει», καθώς η Ελλάδα δεν είχε ούτε τις υποδομές της Γερμανίας ούτε τις οικονομικές της δυνατότητες. Και, φυσικά, η προετοιμασία για την αντιμετώπιση μιας πανδημίας προϋποθέτει προεργασία ετών και όχι ημερών ή λίγων μηνών.

 

Εκεί που δημιουργήθηκε πρόβλημα αυτή την εβδομάδα ήταν με την Εκκλησία. Η ελληνική κυβέρνηση έδωσε αρχικά τις γενικές κατευθύνσεις και περίμενε ότι η Εκκλησία θα λάμβανε τα όποια κατάλληλα μέτρα, χωρίς να χρειαστεί να παρέμβει η ίδια. Η Εκκλησία πήρε αρχικά κάποια μέτρα, αλλά δεν ήθελε να φτάσει στο σημείο να σταματήσει τις λειτουργίες και το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, καθώς, όπως έλεγαν: «Η Εκκλησία, εδώ και εκατοντάδες χρόνια, δεν διέκοψε ποτέ τη λειτουργία της, ακόμα και όταν υπήρχαν ξανά πανδημίες και έξαρση μεταδοτικών ασθενειών». Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως και αρκετοί άλλοι άσκησαν έντονη κριτική και ισχυρή πίεση στον πρωθυπουργό για να επιβάλει το κλείσιμο των εκκλησιών. Ο αρχιεπίσκοπος, σύμφωνα με πληροφορίες που έδινε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ και συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα –ο οποίος διατηρεί πολύ στενή σχέση μαζί του–, δεν ήθελε να χρεωθεί ο ίδιος το πολιτικό κόστος που υπέθετε ότι επιδίωκε να του φορτώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο πρωθυπουργός και ο αρχιεπίσκοπος δεν έχουν καθόλου καλή προσωπική σχέση και είναι γεγονός ότι ο Κ. Μητσοτάκης ούτε τον συμβουλεύεται ούτε τον ρωτάει, αλλά περιορίζεται στην απολύτως τυπική-θεσμική σχέση μαζί του.

 

 

Παρ' όλα αυτά, όπως εξηγεί συνεργάτης του, ο Κ. Μητσοτάκης δεν ήθελε να παρέμβει στα της Εκκλησίας όχι γιατί δεν συμμερίζεται την κριτική που της έγινε, όσο γιατί «σέβεται τα θέματα πίστεως του ελληνικού λαού». Επιπλέον, περίμενε από την αρχιεπισκοπή να «σταθεί στο ύψος των περιστάσεων». «Η πίστη είναι κάτι πολύ προσωπικό για τον κάθε άνθρωπο και αυτές τις δύσκολες στιγμές για μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού που πιστεύει αποτελεί στήριγμα και ανάγκη, οπότε η θέση του ήταν πολύ δύσκολη. Όλα αυτά ένας πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένος να τα παίρνει υπόψη του, ανεξάρτητα από το ποιες είναι οι δικές του απόψεις».

 

Ο Κ. Μητσοτάκης αυτές τις μέρες δεχόταν διπλή πίεση: από τη μια οι πιστοί που έλεγαν ότι η «Εκκλησία δεν έκλεισε ποτέ και σε καμία πανδημία» και ότι αντιθέτως «πρέπει να είναι ανοιχτή ειδικά τις δύσκολες αυτές ώρες» και από την άλλη όλοι εκείνοι που έλεγαν ότι η Εκκλησία πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες που ακολουθούν όλοι, αλλιώς θα θέσει κίνδυνο την υγεία του γενικού πληθυσμού. Ο αρχιεπίσκοπος, δεδομένης και της κακής προσωπικής τους σχέσης, δεν θέλησε να συνεργαστεί και στο τέλος ο πρωθυπουργός πήρε την απόφαση να το κάνει ο ίδιος, καθώς δεν ήθελε να ρισκάρει, ούτε να συνεχιστεί η άτυπη κόντρα με τον αρχιεπίσκοπο (στον οποίο άσκησαν κριτική και πολλοί μητροπολίτες).

 

Όλοι οι πολιτικοί, πάντως, αυτές τις μέρες, ανεξάρτητα από το αν το εννοούν ή όχι, τονίζουν ότι αυτήν τη στιγμή, που είμαστε στην αρχή της μεγάλης μάχης, προέχει η ενότητα του ελληνικού λαού, ώστε να βγει με τις λιγότερες δυνατές απώλειες από την περιπέτεια αυτή. Όπως είπε και ο κ. Μόσιαλος: «Να βρούμε όλοι μαζί μηχανισμούς για να επιβιώσουμε, να βρούμε αποθέματα ευγένειας και δημιουργικότητας και να βγούμε ψυχολογικά όσο το δυνατόν αλώβητοι. Αλλά θα αντέξουμε. Και θα τα καταφέρουμε».