Στη νεότερη Ιστορία έχουν κάτι αξιοθαύμαστο οι χαρακτήρες που πάνε κόντρα στην ίδια την ιδεολογία και στις πεποιθήσεις του σιναφιού τους. Μας συγκινεί η απρόβλεπτη στάση όσων κινούνται και δρουν μέσα σε μηχανισμούς που διαθέτουν αυστηρούς κώδικες «εσωτερικής συμμόρφωσης» και σιωπές. Αυτό σκεφτόμουν βλέποντας το Κατηγορώ του Ρομάν Πολάνσκι, ταινία σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη σε μια τέτοια προσωπικότητα, τον συνταγματάρχη Πικάρ.

 

Αν σταθεί κανείς στη βιογραφία του Πικάρ, θα δει έναν άνθρωπο του ύστερου 19ου αιώνα: συνδυασμό στρατιωτικού πεπρωμένου και καλλιτεχνικών κλίσεων, με αγάπη για το πιάνο και μαζί ένα υπόστρωμα ένθερμης καθολικής πίστης. Ο Μαρί-Ζορζ Πικάρ είναι ο αξιωματικός που πάλεψε για να αποδειχτεί η αθωότητα του Εβραίου λοχαγού Ντρέιφους, τον οποίο είχε προγράψει η ηγεσία του στρατεύματος αλλά και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι πως ο ίδιος ο Πικάρ δεν ήταν καθόλου απαλλαγμένος από την αντι-εβραϊκή προκατάληψη. Μιλούμε εδώ για τον αντισημιτισμό ως ένα από ανερχόμενα πάθη στη Γαλλία του τέλους του 19ου αιώνα. Ανακαλύπτοντας, όμως, πειστήρια της πλαστογραφίας που οδήγησαν στην ενοχοποίηση του Ντρέιφους, ο Πικάρ προσπάθησε και εν τέλει κατάφερε να διαχωρίσει το έτοιμο ρούχο των ιδεών του από τα δεδομένα.

 

Στη συνέχεια μαθαίνουμε από τις πηγές ότι άλλαξε και ιδέες, αφήνοντας πίσω τον δογματισμό της καταγωγής του. Προχώρησε έτσι, προφανώς χωρίς να έχει συνείδηση αυτού, στον δρόμο που θα τον οδηγούσε να συναντήσει τον Εμίλ Ζολά, τον συγγραφέα του περίφημου άρθρου με τον τίτλο «J' Accuse» (Κατηγορώ). Για χρόνια ο Ζολά έβλεπε στο μοντέρνο μυθιστόρημα έναν τολμηρό πειραματισμό ανάλογο με αυτόν του φυσιοδίφη και θετικού επιστήμονα. Ο νατουραλισμός στη λογοτεχνία δεν ήταν γι' αυτόν απλώς το πάθος για ακριβείς και εξαντλητικές περιγραφές αλλά μια σοβαρή αξίωση για ανατομική έρευνα στα πολλά στρώματα της πραγματικότητας. Κάποιος που έρχεται σε επαφή με τα κριτικά κείμενα του Ζολά για την τέχνη του μυθιστορήματος (πολύ πριν από την Υπόθεση Ντρέιφους και τη στάση του) βλέπει πόσο ισχυρή ήταν η ιδέα της ταύτισης του μυθιστοριογράφου με τον ερευνητή, και μάλιστα με τον ανατόμο των κοινωνικών δεινών.

 

Αν ψάχνει κανείς ένα έργο με θέμα τον αντισημιτισμό, τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής ή και την προσωπικότητα του λοχαγού Ντρέιφους θα απογοητευτεί. Η τέχνη όμως –και ειδικά αυτή που χειρίζεται την εικόνα– δεν οφείλει να μιμείται την ιστορική μελέτη και το πολιτικό δοκίμιο, ούτε να προσποιείται πως συνιστά κοινωνιολογική έρευνα.


Πάθος για την αλήθεια, λοιπόν. Και στην περίπτωση του συνταγματάρχη Πικάρ με όλο το κόστος που είχε κάτι τέτοιο για την υπόληψη στο Σώμα (στον στρατό) και ιδίως για τη θέση ενός αξιωματικού μέσα σε μια κοινωνία όπου ο αντισημιτισμός και ο εθνικισμός αποκτούσαν πολύ μεγάλα ερείσματα. Φυσικά, θα αντιτείνει κανείς εδώ, το ιστορικό και πολιτικό αποτύπωμα της Υπόθεσης Ντρέιφους απουσιάζει, σε μεγάλο βαθμό, από τη συγκεκριμένη ταινία. Αν ψάχνει κανείς ένα έργο με θέμα τον αντισημιτισμό, τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής ή και την προσωπικότητα του λοχαγού Ντρέιφους θα απογοητευτεί. Η τέχνη όμως –και ειδικά αυτή που χειρίζεται την εικόνα– δεν οφείλει να μιμείται την ιστορική μελέτη και το πολιτικό δοκίμιο, ούτε να προσποιείται πως συνιστά κοινωνιολογική έρευνα. Σε όσους, παρ' όλα αυτά, γεννηθεί η περιέργεια με αφορμή το φιλμ του Πολάνσκι να πάνε παραπέρα και να ψάξουν, διατίθενται πολλές επιλογές: άρθρα (και στα ελληνικά), βιογραφικά σημειώματα των πρωταγωνιστών, ιστορίες της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας, των σκανδάλων και των προσωπικοτήτων της.

 

O λοχαγός Ντρέιφους (δεύτερος από δεξιά) ομιλεί στον Στρατηγό Οκτάβι Γκιλλίν, ο οποίος μόλις του έχει απονείμει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στην κύρια αυλή του École Militaire στο Παρίσι, 21 Ιουλίου 1906.
O λοχαγός Ντρέιφους (δεύτερος από δεξιά) ομιλεί στον Στρατηγό Οκτάβι Γκιλλίν, ο οποίος μόλις του έχει απονείμει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στην κύρια αυλή του École Militaire στο Παρίσι, 21 Ιουλίου 1906.


Εδώ, απλώς, ας πούμε ότι γύρω από τον άξονα της Υπόθεσης Ντρέιφους εκτυλίχτηκαν κάποια σοβαρά, παράλληλα δράματα. Για παράδειγμα, παλαιοί αγωνιστές της Κομμούνας του Παρισιού (1871) θα εμφανιστούν είκοσι πέντε χρόνια αργότερα μέσα στο στρατόπεδο των εχθρών του «προδότη Εβραίου Ντρέιφους». Ριζοσπάστες, δημοκράτες ή αναρχικοί του 1870 θα τραβήξουν προς τον ακραίο εθνικισμό και τον «λαϊκισμό» της ακροδεξιάς της εποχής. Συγχρόνως, η διαμάχη για τον Ντρέιφους θα φέρει διαιρέσεις και στους σοσιαλιστές, αφού για ένα μεγάλο μέρος των εργατών η υπόθεση αφορούσε έναν «πλούσιο» καραβανά και την προσωπική του τύχη.

 

Την ίδια στιγμή, κόσμος κατεβαίνει στον δρόμο για να κραυγάσει κατά των Εβραίων στιγματισμένων ως χειραγωγών του Κέρδους και της Σπέκουλας. Συγγραφείς και πολιτικά πρόσωπα μιας νέας ριζοσπαστικής δεξιάς εκμεταλλεύονται τις γενικότερες διαθέσεις για την ανατροπή του κοινοβουλευτισμού και τη θανάτωση των εχθρών του λαού και του έθνους. Υπάρχει, άλλωστε, ένα στρατόπεδο αντίθετων στον Ντρέιφους που περιλαμβάνει από τον εθνικιστή Μορίς Μπαρές και τον κραυγαλέο αντισημίτη Εντουάρ Ντριμόν μέχρι τον νέο ποιητή Πολ Βαλερί ή καλλιτέχνες του διαμετρήματος του Ροντέν, του Σεζάν και του Ντεγκά. Ο αντι-ιουδαϊσμός του αίματος και ο αντιεβραϊσμός, που στηρίζονται στην καταγγελία του χρήματος και της τράπεζας, της «τραπεζοκρατίας», όπως γραφόταν συχνά, ενώνονται τότε σε ένα ρευστό που αγκαλιάζει ετερόκλητα κοινά: εξεγερμένους μικροαστούς, στρατιωτικούς, πληβείους και αριστοκράτες της μεγαλοαστικής τάξης.


Η Υπόθεση Ντρέιφους, έγινε, ωστόσο, το λίκνο του μοντέρνου ανθρωπιστή διανοούμενου. Ο Ζολά θα γράψει το «Κατηγορώ» για να δείξει πως το έθνος δεν μπορεί να στηρίζεται στο ψέμα, στην πλαστογραφία και στη θυσία αθώων. Η υπεράσπιση της αλήθειας για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο –τον λοχαγό Ντρέιφους– θα μεταβληθεί έτσι σε ένα στοίχημα που θα υπερβεί το άτομο και τη συγκυρία: ο διανοούμενος εισβάλλει πλέον στη σκηνή του 20ού αιώνα μέσα από αυτό το «Κατηγορώ» που γράφεται με ρίσκο για τον συγγραφέα του και όχι από την ασφαλή θέση του τιμητή, όπως θα συμβεί σε άλλες περιπτώσεις και ιδίως στις δικές μας φιλελεύθερες κοινωνίες.

 

Η ταινία του Πολάνσκι είναι μια σπουδή που από κάποιους κριτικούς χαρακτηρίστηκε ακαδημαϊκή και συμβατική. Ενδεχομένως να είναι έτσι, αν με αυτούς τους χαρακτηρισμούς θέλει κανείς να πει πως δεν πρωτοπορεί στο ύφος και στον κινηματογραφικό της κώδικα.
Η ταινία του Πολάνσκι είναι μια σπουδή που από κάποιους κριτικούς χαρακτηρίστηκε ακαδημαϊκή και συμβατική. Ενδεχομένως να είναι έτσι, αν με αυτούς τους χαρακτηρισμούς θέλει κανείς να πει πως δεν πρωτοπορεί στο ύφος και στον κινηματογραφικό της κώδικα.


Αν ο Ζολά και οι dreyfusards όρισαν τότε ένα πολιτικό σύνορο –απέναντι στις δυνάμεις του τυφλού εθνικισμού, του αντισημιτισμού και του αντικοινοβουλευτισμού‒, είναι, παρόλα αυτά, μεγάλος ο κατάλογος αυτών των διανοουμένων που θα εγκαταλείψουν και θα προδώσουν αυτή την υπόσχεση. Ο 20ός αιώνας θα γεννήσει καινούργιες διαμάχες και τα στρατόπεδα θα περιπλανηθούν ανάμεσα στις σκληρές ολοκληρωτικές ιδεολογίες, στους πολέμους και στις κρίσεις του αστικού πολιτισμού.


Ας μην πάμε, όμως, τόσο μακριά. Η ταινία του Πολάνσκι είναι μια σπουδή που από κάποιους κριτικούς χαρακτηρίστηκε ακαδημαϊκή και συμβατική. Ενδεχομένως να είναι έτσι, αν με αυτούς τους χαρακτηρισμούς θέλει κανείς να πει πως δεν πρωτοπορεί στο ύφος και στον κινηματογραφικό της κώδικα. Αλλά αν δούμε το σημερινό πλαίσιο ιδεών και παθών, τις άγριες διαμάχες ταυτότητας, τους ρατσισμούς και ιδίως την επάνοδο των αντιεβραϊκών συναισθημάτων σε πολλές από τις ευρωπαϊκές χώρες (και στη δική μας, απ' όπου, βεβαίως, δεν έλειψαν ποτέ), η ταινία μιλάει και για μας. Η εποχή της –ταινία εποχής, θα είναι εξάλλου label της‒ δεν έχει περάσει ακόμα, αφού η αλήθεια παραμένει πάντα το πιο δύσκολο άθλημα και η πιο επώδυνη ανθρώπινη δοκιμασία. Η συμβατικότητά της μπορεί να είναι η χρησιμότητα όσων υπενθυμίζει και αυτό την κάνει τελικά σημαντική.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO