Οι μεγάλες επιτυχίες του Αντετοκούνμπο στο μπάσκετ έγιναν η αφορμή να στηθεί τις τελευταίες εβδομάδες ένα βολικό πλυντήριο για να ξεπλύνουμε τον ρατσισμό μας. Ξαφνικά, η χώρα μας έγινε μια χώρα ανοιχτή. Δημοσιογράφοι σχολίασαν με περηφάνια, πολιτικοί έκαναν ανακοινώσεις και απλοί άνθρωποι κοινοποίησαν στα σόσιαλ το πόσο καλά νιώσανε που ο Αντετoκούνμπο έφτασε ψηλά.

 

Φοβάμαι ότι δεν μας έπιασε ξαφνικά η μεγάλη αγάπη για όσους δεν έχουν το ίδιο χρώμα μ' εμάς. Φοβάμαι ότι δεν γίναμε ξαφνικά οι καλοί. Βρήκαμε απλώς μια ευκαιρία να παραστήσουμε τους καλούς, παίζοντας σε εύκολη πίστα: δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να θαυμάσεις έναν διεθνή σταρ που λάμπει από επιτυχία και καταξίωση. Δεν είναι σαν να πρέπει να μιλήσεις ευγενικά στον Πακιστανό που σου πουλάει τσιγάρα ή σαν να πρέπει να συμπαθήσεις την Αλβανίδα που σου καθαρίζει.

 

Δεν γίναμε ανοιχτόμυαλοι επειδή κοινοποιήσαμε στα σόσιαλ τη φωτογραφία ενός σταρ του μπάσκετ. Ούτε η ατομική επιτυχία ενός ανθρώπου αναιρεί τη συλλογική μας αποτυχία να συνυπάρξουμε με το διαφορετικό. Κι ούτε πήραν ξαφνικά τα Σεπόλια τα πάνω τους.

Είμαστε το μέρος που βασανίζει τους μετανάστες κυριολεκτικά. Παλεύουν μ' ένα γραφειοκρατικό τέρας για να πάρουν χαρτιά. Οι δουλειές που τους επιφυλάσσονται είναι συνήθως υπηρεσίες καθαρισμού και φροντίδας ή σκληρή χειρωνακτική εργασία χωρίς δικαιώματα. Είμαστε η χώρα όπου ένας νέος πολιτικός μιλάει για «ελληνόπουλα», αρθρώνοντας τα όρια της πολιτικής του. Η χώρα όπου η αυτοαποκαλούμενη αριστερή κυβέρνηση συγκυβέρνησε για χρόνια με ένα παραληρηματικά εθνοπερήφανο κόμμα, τους Ανεξάρτητους Έλληνες (από τ' όνομα και μόνο), και τελικά τιμωρήθηκε απ' τον υπερήφανο ελληνικό λαό, όταν πήγε κόντρα στον εθνικισμό με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

Εμείς είμαστε αυτοί που βάλαμε τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή κι εμείς είμαστε αυτοί που δεν θέλαμε παιδιά πρόσφυγες στα σπίτια, στους δρόμους και στα σχολεία μας. Εμείς είμαστε αυτοί που δεν συζητάμε πια για τις συνθήκες κράτησης προσφύγων και μεταναστών στα σύνορα. Εμείς είμαστε τα περήφανα μέλη μιας τραγικά ομοιογενούς κοινωνίας που δεν καταλαβαίνει τι χάνει μ' αυτήν της τη μανία για ομοιογένεια.

 

Πολιτικοί που δεν προώθησαν κανένα μέτρο για τους μετανάστες και ούτε συντάχθηκαν ποτέ με νομοθετικές προσπάθειες απλοποίησης του γραφειοκρατικού τους γολγοθά ένιωσαν κι αυτοί υπερήφανοι για τις μπασκετικές επιδόσεις του Γιάννη, ο οποίος δεν είχε χαρτιά με το που γεννήθηκε και του οποίου οι γονείς δυσκολεύτηκαν να βρουν δουλειά, ερχόμενοι στη χώρα μας. Παράδοξο; Όχι. Το μήνυμά τους είναι σαφές: τους ξένους τους θέλουμε, η Ελλάδα μας τους χωράει, αρκεί (αυτοί ή τα παιδιά τους) να είναι σταρ, οι καλύτεροι του είδους τους, οι top of the top, και αρκεί να προσπαθούν πολύ για να τα καταφέρουν, κόντρα σε όλα τα εμπόδια που θα τους θέσουμε. Κι επίσης, να ασχολούνται με κάτι τραβηχτικό και επικερδές, όπως το μπάσκετ, και όχι με την παραδοσιακή αφρικανική μουσική, το ιρανικό σινεμά ή την επιστημονική έρευνα.

 

Δεν βρήκα περίεργα τα σχόλια για τα επιτεύγματα του Αντετοκούνμπο. Καταρχάς, γιατί να μην τα κάνει ο πολιτικός κόσμος; Τζάμπα είναι! Δεν συγκρίνονται σε δυσκολία με το να χάσεις υπερήφανες ελληνικές ψήφους, εξηγώντας στους Έλληνες ότι δεν είναι οι εκλεκτοί του Θεού. Δεν απαιτούν το νοητικό κεφάλαιο και το όραμα του να καταστρώσεις ένα σοβαρό σχέδιο προσέλκυσης και ενσωμάτωσης μεταναστών. Αυτά τα κάνουν οι μεγάλοι πολιτικοί. Εμείς δεν έχουμε πολιτικούς με σχέδιο για τη μετανάστευση.

 

Κάποιος πολύ αφοσιωμένος, πολύ ταλαντούχος και πολύ δουλευταράς μπορεί να τα καταφέρει και στις χειρότερες συνθήκες. Ο Γιάννης, όμως, δεν είναι το άλλοθι που θα μας επιτρέψει να ξεχάσουμε πόσα παιδιά μεταναστών χάνονται σε κακές, κακοπληρωμένες δουλειές (ή απλώς στην παρανομία και στις αγγαρείες) επειδή κανείς δεν τους έδωσε ευκαιρίες να καλλιεργήσουν τις κλίσεις τους. Η ιστορία του δεν μας επιτρέπει να κάνουμε πως δεν υπάρχουν αυτοί που αναγκάστηκαν να θάψουν τα όνειρά τους για να βιοποριστούν. Δεν μειώνει όσα τραβάνε οι μετανάστριες μητέρες που ζουν εξαρτημένες από τους εκμεταλλευτές τους, εμπόρους ελπίδας, εγγράφων και θέσεων «εργασίας», και που αγωνιούν να μεγαλώσουν παιδιά που πρέπει να πάρουν και το Νόμπελ ακόμα, αν γίνεται, ώστε να τα δεχτούμε, επιτέλους ως «ελληνόπουλα».

 

Με λίγα λόγια, η περίπτωση Αντετοκούνμπο θα 'πρεπε να μας κάνει να ντρεπόμαστε για το πώς ζουν στη χώρα μας όσοι δεν μας μοιάζουν και δεν έχουν το ταλέντο και την εργατικότητά του για να ξεφύγουν.


Δεν γίναμε ανοιχτόμυαλοι επειδή κοινοποιήσαμε στα σόσιαλ τη φωτογραφία ενός σταρ του μπάσκετ. Ούτε η ατομική επιτυχία ενός ανθρώπου αναιρεί τη συλλογική μας αποτυχία να συνυπάρξουμε με το διαφορετικό. Κι ούτε πήραν ξαφνικά τα Σεπόλια τα πάνω τους. Μόνο εμένα μου 'χει τύχει να ψάχνω για σπίτι στο κέντρο και ιδιοκτήτες να με ρωτάνε αν είμαι Ελληνίδα; Και μόνο εμένα μου 'χει τύχει να μου εξηγούν, μόλις ακούσουν τα υπέροχα ελληνικά μου, ότι, ναι, καλό το σπίτι, αλλά «την ξέρετε την περιοχή; Έχει πολλούς μαύρους, είστε εντάξει μ' αυτό;». Είμαστε εντάξει μ' αυτό; Αν ναι, πρέπει να το φωνάξουμε στην πράξη!

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO