Για διάφορους λόγους δεν είχα επενδύσει συναισθηματικά σε αυτές τις «ευρωπαϊκές» / αυτοδιοικητικές εκλογές και δεν νομίζω ότι θα αλλάξει αυτό στο σύντομο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις εθνικές, οι οποίες μένει να αποδειχτεί αν θα αποτελέσουν φινάλε κύκλου ή φινάλε σειράς.


Βούλιαξα για λίγο πιο βαθιά στον καναπέ μου, βλέποντας στα τηλεοπτικά πάνελ φυσιογνωμίες από λησμονημένους κύκλους επεισοδίων του πολιτικού μας σίριαλ, όπως ο Ρουσόπουλος ή ο Τζουμάκας («σαν να μην πέρασε μια μέρα»), αλλά γενικά προτίμησα να μείνω σε κάποια θετικά ή, έστω, παρήγορα συμπεράσματα.


Φάνηκε, καταρχάς, εκ του αποτελέσματος πόσο παραπλανητικό και πόσο βαθιά επιπόλαιο είναι το αντηχείο των «μέσων κοινωνικής δικτύωσης» και πόσο περιορισμένης απήχησης οι κατά φαντασία influencers ενός αυτάρεσκου μικρόκοσμου που διάγει βίο μακάριο εκτός κοινωνίας.

 

Ξέρω, δεν είναι ακριβώς αθώα περίπτωση τύποι σαν τον Βελόπουλο (προερχόμενος κι αυτός από το φυτώριο κανονικοποίησης χουντόσπορων του ΛΑΟΣ), αλλά επιμένω ότι δεν είναι καθόλου το ίδιο με τα μαύρα σκυλιά του πολέμου.


Είχε, λόγου χάρη, εμφανιστεί την εβδομάδα πριν από τις εκλογές μια «δημοσκόπηση» τύπου «παίζω και μαθαίνω πού ανήκω κομματικά» στα social media, στην οποία όλοι όσοι δεν κινούνται ιδεολογικά στα άκρα του πολιτικού φάσματος και αυτοπροσδιορίζονται (γενικώς και αορίστως) ως αριστεροί, κεντροαριστεροί, κεντροδεξιοί, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι ‒τουτέστιν προοδευτικοί, μετριοπαθείς, κοσμοπολίτες, με εντελώς αφηρημένα κριτήρια πάντα– βγήκαν (βγήκαμε) από το τεστ «Ποτάμι», και μάλιστα με συντριπτικά ποσοστά.


«Ποτάμι». Άστεγο και μετέωρο, στοιχειώνει την ύστερη αυτή περίοδο της κρίσης σαν κενό σύμβολο, πουκάμισο αδειανό, συνώνυμο μιας αφ' υψηλού προδιάθεσης, συνώνυμο του τίποτα εν τέλει, έμβλημα του καταποντισμού μιας κεντρώας αντίληψης, προερχόμενης από άλλους καιρούς, τόσο πρόσφατους και συγχρόνως τόσο μακρινούς.

 

Άλλο παράδειγμα της τρικυμίας σε σφηνάκι που χαρακτηρίζει τις πολιτικές/προεκλογικές ζυμώσεις και διενέξεις στα «σόσιαλ» η περίπτωση αυτής της νεαρής «επιφανούς» υποψήφιας με τον συνδυασμό του Π. Γερουλάνου, της Μαρίας Καλογεροπούλου, η οποία, τελούσα διαρκώς εν πλήρη συγχύσει, είχε αναστατώσει τις οθόνες και τα πληκτρολόγια με τις σπαρταριστά «δικαιωματικές» αναρτήσεις της. Σούργελο ή όχι, θα περίμενε ίσως κάποιος ότι όλη αυτή η φασαρία θα εξαργυρωνόταν σε ψήφους (έχουν υπερψηφιστεί, εξάλλου, πολύ χειρότερες και πιο επικίνδυνες «γραφικές» περιπτώσεις). Τελικά, τζίφος. 16η και με το ζόρι.

 

Τα social media κάνουν δουλειά ως κατακραυγή, σπανίως ως υποστήριξη ‒ με θετικά αποτελέσματα κάποιες φορές. Όπως η κατακραυγή που οδήγησε στη διαγραφή αυτού του εκτρώματος –(πρώην) γραμματέα οργανωτικού της ΝΔ‒ που έγραψε τη χυδαία ανάρτηση για την Κούνεβα. Είναι χιλιάδες, πάντως, οι αντίστοιχοι «Μπολσονάροι» στη ΝΔ και όποιος πιστεύει το αντίθετο πλανάται πλάνην οικτρά.


Επιχειρήθηκε πάντως –μέσω υπολογισμών, συμψηφισμών και αθροισμάτων της ακροδεξιάς στο σύνολό της αλλά και του υψηλού ποσοστού των νεοναζί στους πολύ νέους‒ να προσγειωθεί η χαρά για τη μεγάλη πτώση της Χ.Α. Αφήστε να χαρούμε και για κάτι όλοι μαζί, ρε παιδιά. Δεν είναι το ίδιο τα εγκληματικά μαύρα τάγματα εφόδου (εξού και η «χουλιγκανική», «περιθωριακή» γοητεία που εξακολουθεί να διατηρεί σε 18χρονους και 20χρονους το χρυσαυγίτικο «κίνημα») με τους καρατερίστες τηλεπωλητές (την ώρα που εμείς του Ίντερνέτ και των social media και του Netflix δηλώνουμε με στόμφο ότι δεν παρακολουθούμε ποτέ ελληνική τηλεόραση), τους αφρίζοντες εθνικιστές, τους επαγγελματίες μακεδονομάχους και πάσης φύσεως απολογητές της χούντας.


Ξέρω, δεν είναι ακριβώς αθώα περίπτωση τύποι σαν τον Βελόπουλο (προερχόμενος κι αυτός από το φυτώριο κανονικοποίησης χουντόσπορων του ΛΑΟΣ), αλλά επιμένω ότι δεν είναι καθόλου το ίδιο με τα μαύρα σκυλιά του πολέμου. Εξάλλου, κάποιος έπρεπε να αντικαταστήσει εν μέρει και τον Λεβέντη, ο οποίος πάντως απεδείχθη ανθεκτικότατος και μακροβιότατος τόσα χρόνια στο πολιτικό προσκήνιο, οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε. Μαζί του γεράσαμε (θλιβερό, αλλά πραγματικό).

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO