Μπορεί ένας δημοσιογράφος να κάνει έρευνα για ένα δύσκολο θέμα με πιθανές εκλογικές συνέπειες; Είναι ο ρόλος του να παρεμβαίνει στο πολιτικό παιχνίδι ή πρέπει να κρατά μια στάση ιερής ουδετερότητας; Είναι ο στόχος της ενημέρωσης η πολιτική ορθότητα ή η αποκάλυψη όλων εκείνων των εξουσιαστικών παραμέτρων που πολλές φορές ενδύονται το κοστούμι της κανονικότητας;


Όλα τα παραπάνω ερωτήματα μένουν γριφώδη στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Το είδαμε με το πρόσφατο δημοσιογραφικό ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά στο Σκάι για τη θανατηφόρα καταστροφή στο Μάτι. Η κυβέρνηση και μέσα φίλα προσκείμενα σε αυτήν εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον αυτής της δημοσιογραφικής δουλειάς, όχι τόσο σχετικά με το αν περιείχε αληθή ή ψευδή στοιχεία όσο για το timing, κατηγορώντας την ότι εξυπηρετεί προεκλογικές πολιτικές σκοπιμότητες της αντιπολίτευσης. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που ο ρόλος του δημοσιογράφου στην Ελλάδα τίθεται σε αμφισβήτηση, τόσο για τις προθέσεις όσο και για τα μέσα που χρησιμοποιεί.


Η ιστορία της αντιδημοσιογραφικής στάσης στην Ελλάδα έχει ήδη μια αξιοσημείωτη ιστορία που κορυφώνεται την εποχή του Διαδικτύου και της «δημοσιογραφίας των πολιτών». Εκφράζεται από συνθήματα αντιεξουσιαστών («αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι») αλλά και από υπουργούς που απειλούν να θάψουν κάτω από τη γη δημοσιογράφους (βλ. Παύλο Πολάκη).

 

Εάν η δημοσιογραφία δεν μπορούσε να ασκήσει κριτικό έλεγχο στην πολιτική εξουσία (κυβέρνηση, κρατικές υπηρεσίες, αυτοδιοίκηση) για τους 101 θανάτους στο Μάτι, προεκλογικά, μετεκλογικά ή όποτε άλλοτε ήθελε, τότε απλώς θα υπηρετούσε του «λειτούργημα» της δημόσιας αφωνίας, ταιριαστό μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.


Το σκάνδαλο Κοσκωτά στα τέλη της δεκαετίας του '80 αποτελεί ένα ορόσημο στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε τα πρώτα δείγματα αμφισβήτησης της χρόνιας ταύτισης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος με την παραταξιακή ενημέρωση. Η μερική αποσύνδεση τότε του Τύπου από στενά κομματικές και ιδεολογικές στοχεύσεις, αντί να εκληφθεί ως η αρχή μιας νέας, πιο αυτόνομης εποχής του εμπορευματοποιημένου χώρου της ενημέρωσης (που στο παρελθόν δεν αναπτύχθηκε), αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως μια ήττα του πολιτικού συστήματος έναντι του μιντιακού.

 

Η είσοδος νέων επιχειρηματικών συμφερόντων στον Τύπο, και ιδίως στην ιδιοκτησία τηλεοπτικών σταθμών, θεωρήθηκε μια εισβολή που διέλυσε τις παλιές ισορροπίες πολιτικής ενημέρωσης και που για περίπου τριάντα χρόνια ακούει στο δημοφιλές όνομα «διαπλοκή» (νονός, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στις αρχές της δεκαετίας του '90). Οι χρόνιες αδυναμίες της εγχώριας δημοσιογραφίας, ο έντονα ιδεολογικός προσανατολισμός (συνήθως κεντροαριστερών και εθνικολαϊκιστικών προθέσεων) σημαντικού μέρους των δημοσιογράφων ανεξάρτητα ή σε σύμπλευση με τους ιδιοκτήτες των μέσων θα παραβλεφθούν κάτω από υπόνοιες για την ύπαρξη ενός κατεστημένου «συστήματος» που εξυπηρετεί οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα (για «νταβατζήδες» μιλούσε ο Κώστας Καραμανλής, απολαμβάνοντας τον γύρο του στον Μπαϊρακτάρη, μόλις ανέλαβε τον πρωθυπουργικό θώκο).

 

Όσο κι αν η συζήτηση περί διαπλοκής αποτέλεσε συνώνυμο των σημαντικών δυσλειτουργιών των ελληνικών ΜΜΕ, από ένα σημείο κι ύστερα, κυρίως κατά τη διάρκεια της κρίσης, μετεξελίχθηκε στην πιο επιτυχημένη συνωμοσιολογική θεωρία. Σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα η ραγδαία ανάπτυξη της διαδικτυακής ενημέρωσης που με τρόπο εν πολλοίς αναπόδεικτο θα ορίσει τον εαυτό της σε επίπεδο περιεχομένου στον αντίποδα των παλιών μέσων. Η «διαπλοκή» ταίριαξε στο εθνικολαϊκιστικό επιχείρημα αόριστης κατάδειξης εσωτερικών εχθρών που εξυπηρετούν τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων για την επιβολή των μνημονίων και αποτέλεσε κομβικό σημείο της ρητορικής που οδήγησε στην κυβέρνηση τους ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ. Η προσπάθεια για μείωση των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, που ναυάγησε εξαιτίας της απόφασης του ΣτΕ, αλλά και η αποδυνάμωση των ιδεολογικών αντιπάλων της κυβέρνησης στον χώρο του Τύπου αποτέλεσε ακριβώς τη λογική συνέπεια αυτού του κλιμακούμενου κυνηγητού μαγισσών που κεφαλαιοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο με το κλείσιμο του Mega.


Το ευνοϊκό κλίμα ανάπτυξης διεθνώς νεολαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων κατέστησε την κριτική απέναντι στους τρόπους λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης βασικό σχήμα πολιτικής καταγγελίας. Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ που συναντά με οξύμωρο τρόπο τον Νόαμ Τσόμσκι στην καταγγελία των σημαντικότερων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης για ψευδείς ειδήσεις και προπαγάνδα εναντίον του είναι η πιο χαρακτηριστική. Ο αντιδημοσιογραφικός λόγος γίνεται όπλο των πιο αντιδραστικών, των πιο αντιφιλελεύθερων και εν τέλει αντιδημοκρατικών δυνάμεων που, όταν δεν τους αρέσει ο τρόπος κάλυψης των ειδήσεων, εφευρίσκουν τον όρο των «fake news», στα οποία, κατά τα άλλα, επιδίδονται συστηματικά στην καθημερινή πολιτική τους πρακτική.

 

Η ασύλληπτη καταστροφή στο Μάτι, οι τραγικές της συνέπειες και η όλη επιχειρησιακή και επικοινωνιακή διαχείρισή της υπήρξε η αφορμή ώστε η ελληνική δημοσιογραφία να σηκωθεί στα πόδια της, να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει ερευνητική δουλειά χωρίς προϋποθέσεις και αστερίσκους. Είναι το γεγονός που δεν επιδέχεται καμία (αυτο)λογοκρισία, καμία (άλλη) επιλεκτική μνήμη. Είναι το γεγονός που δεν επιτάσσει καμία δραματοποίηση, γιατί ανήκει ήδη στα όρια της φρίκης. Είναι το γεγονός που σφραγίζει την απόλυτη εκτράχυνση όλων των παθολογιών της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας διοίκησης. Είναι το γεγονός μετά από το οποίο κανείς δεν δικαιούται να λέει ότι δεν ήξερε και να φέρει την ιδιότητα του πολίτη.


Εάν η δημοσιογραφία δεν μπορούσε να ασκήσει κριτικό έλεγχο στην πολιτική εξουσία (κυβέρνηση, κρατικές υπηρεσίες, αυτοδιοίκηση) για τους 101 θανάτους στο Μάτι, προεκλογικά, μετεκλογικά ή όποτε άλλοτε ήθελε, τότε απλώς θα υπηρετούσε του «λειτούργημα» της δημόσιας αφωνίας, ταιριαστό μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO