Αυτό μάλλον δεν έχει ξαναγίνει στον στρατό.
Να «παραιτηθεί» κληρωτός, δεν το έχω ακούσει. Και μάλιστα, επί δικτατορίας.
 
Την περισσότερη θητεία μου, την πέρασα σαν Ινδιάνος στα βουνά.

Τον πρώτο χρόνο ήμουν συνεχώς εκπαιδευόμενος.

Μετά τη βασική, στο κέντρο νεοσύλλεκτων στην Κόρινθο, χωρίς να το ζητήσω, με στείλανε διαδοχικά σε δύο πολύ ζόρικες στρατιωτικές σχολές, σε Κρήτη και Ρεντίνα.

Μετά βρέθηκα στον Έβρο σε ένα αλλόκοτο πάνω κάτω στο ποτάμι, από τη μια άκρη στην άλλη, και χοντρά μπλεξίματα με τους απέναντι.

Προς το τέλος, αφού είχα φορτωθεί κάμποσους μήνες φυλακή, με ξαπόστειλαν ώσπου να απολυθώ σε ένα γραφείο, να ησυχάσουν κι αυτοί κι εγώ.

Η ηρωική περίοδος είχε λήξει κι έπεσα στη ρούχλα.   
Απραξία, καφέδες, ωράριο δημόσιου υπάλληλου και προϊστάμενος στο ίδιο γραφείο ένας τρεμούλης γέρο ταγματάρχης, απομεινάρι του Εμφύλιου.

Είχε το γραφειοκρατικό σουλούπι του Άιχμαν με τις γυαλαμπούκες του. Άχρηστος, και εξορισμένος δια παντός σε αποθήκες και γραφεία, ώσπου να συμπληρώσει τα συντάξιμα.

Τους έγλειφε όλους και τους κάρφωνε όλους.
Αγωνιούσε για τη σύνταξη. Δεν τον άντεχα. Και σε μια φάση που μου την είχε σπάσει, εγώ ο ξύπνιος, αντέδρασα για ακόμα μια φορά, ακραία:
Παραιτούμαι, του λέω.

Τόσο μυαλό κουβάλαγα.
Άρπαξα το πηλήκιο και βρόντησα πίσω μου την πόρτα, λες κι έφευγα από καμιά ιδιωτική εταιρεία.

Βγήκα από το στρατόπεδο και περπάταγα στον δρόμο φουρκισμένος.

Κάποιος άλλος στη θέση του ταγματάρχη, όπως μου είχε συμβεί στο παρελθόν που έκανα μια άλλη κουτσουκέλα, θα έστελνε σπίτι μου την ΕΣΑ να με μαζέψει για τα περαιτέρω.

Αυτός, πρέπει να χέστηκε από φόβο, τι θα γίνει αν το μάθει ο διοικητής, πήρε ένα τζιπ κι έτρεξε να με προλάβει.

Οδηγός ήταν ένας δικός μου φαντάρος, θηρίο από τη Μακεδονία, που πριν τον ντύσουν στο χακί, γύρναγε στα χωριά και πάλευε για αρνιά.

Μόλις τον ανακάλυψα, τον γύρναγα εγώ στα χωριά, στοιχημάτιζα λεφτά με τους ντόπιους και τα μοιραζόμαστε.

Το τζιπ ρόλαρε πλάι μου όπως περπάταγα κι ο ταγματάρχης άρχισε τυπικά:
Κύριε ανθυπολοχαγέ, πρέπει να επιστρέψετε πάραυτα στο στρατόπεδο.
Α, παράτα μας, εγώ, χωρίς να σταματήσω. Δεν ξαναπατάω στο μπουρδέλο σας.

Συνέχισε φιλικά:
Έλα, κύριε Χαριτόπουλε, μην κάνεις σαν παιδί.
Άσε με ήσυχο.

Μετά πατρικά:
Βρε, Διονύση αγόρι μου, στρατιώτες είμαστε όλοι. Πρέπει να πειθαρχούμε. Έλα να γυρίσουμε μαζί. Έλα πριν το μάθει ο κύριος διοικητής.

Πήγα να βάλω τα γέλια.
Είχε χεστεί για την κατσάδα που θα άκουγε.
Φύγε, σου είπα. Θα έρθω αύριο.
Θα έρθεις, όμως, ε; Θα σε περιμένω, μου λέει σαν να κλείναμε ραντεβού.

Ο φαντάρος έσκασε στα γέλια κι έστριψε το τζιπ να γυρίσουν πίσω στη μονάδα.
Το άλλο πρωί γύρισα κι εγώ.