Καπνοί και σπίθες εμφανίζονται ακόμα στις οθόνες, αλλά μοιάζει να κατακάθησε κάπως ο κουρνιαχτός του θρήνου της οργής και των κάτω από τη ζώνη αντεγκλήσεων ένθεν και ένθεν στα μαρμαρένια αλώνια των μέσων αντικοινωνικής δικτύωσης.

 

Και όλοι πλέον βαδίζουμε προς την θεσμοθετημένη λήθη του Αυγούστου σκυφτοί και με έντονα ψυχικά και συναισθηματικά τραύματα όχι μόνο από την τόσο τραγική, οδυνηρή και βίαιη απώλεια τόσων ανθρώπινων ζωών τόσο κοντά μας αλλά και από τη διαχείριση της φρίκης τόσο από την εντελώς ανάλγητη κυβέρνηση όσο και από τους εντεταλμένους υπερασπιστές και διώκτες της που δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να κράζουν και να βυσσοδομούν ηρωικά και ανηλεώς στα πληκτρολόγια, επιδεικνύοντας παράλληλα και τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους εναντίον αντιφρονούντων - ακόμα και με το μαγιό, ακόμα κι από τις διακοπές τους.

 

Η στράτευση δεν ξεχωρίζει περιστάσεις όταν ο σκοπός είναι ιερός, δηλαδή η επιβίωση ή η άμεση κατάρρευση μιας κυβέρνησης πάση θυσία ακόμα και σε συνθήκες όπου η κοινή λογική επιτάσσει καταρχάς ψυχραιμία. Κι όποιος βρέθηκε στη μέση, προτιμώντας να τον φάει ο λύκος παρά να μαντρωθεί στα γελοία ψηφιακά χαρακώματα, συχνά διαπομπεύτηκε ως χρήσιμος (για τους «άλλους») ηλίθιος και κλήθηκε βιαίως να απολογηθεί προσκομίζοντας υπεύθυνη δήλωση αντιπολιτευτικού (ή συμπολιτευτικού) φρονήματος για να αποπεμφθεί εν τέλει έτσι κι αλλιώς στο καθαρτήριο των αναλώσιμων και των ουδετέρων με την βαρύτατη - σύμφωνα με τους αυτόκλητους ινστρούχτορες πολιτικής υπευθυνότητας και υποχρεωτικής «στράτευσης» - κατηγορία του «ισαποστακισμού».

 

Σύμφωνα με την αργκό σύγχρονου ρουφιανισμού, «ισαποστάκιας» είναι αυτός που επικαλούμενος δολίως έναν κοινό τόπο λογικής και ευαισθησίας, ξεπλένει με τη (βαθιά ύποπτη) στάση του το ένα ή το άλλο κομματικό σύστημα. Ακόμα κι όταν (ή μάλλον ειδικά όταν) επιχειρεί να παρατηρήσει και να σημειώσει εξόφθαλμες αναλογίες.

 

Σύμφωνα με την αργκό σύγχρονου ρουφιανισμού, «ισαποστάκιας» είναι αυτός που επικαλούμενος δολίως έναν κοινό τόπο λογικής και ευαισθησίας, ξεπλένει με τη (βαθιά ύποπτη) στάση του το ένα ή το άλλο κομματικό σύστημα. Ακόμα κι όταν (ή μάλλον ειδικά όταν) επιχειρεί να παρατηρήσει και να σημειώσει εξόφθαλμες αναλογίες.

 

Όπως φερ' ειπείν ότι ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε «ασύμμετρες» συνθήκες και απειλές, όπως ακριβώς και οι προκάτοχοί του κατά τις επίσης φονικές πυρκαγιές στην Ηλεία το 2007. Ή ότι προετοιμάζεται ήδη ο διάδοχος του βδελυρού Καμμένου με τη μορφή του νυν αντιπροέδρου της ΝΔ.

 

Ή ότι όλοι είναι εξίσου κότες απέναντι στην παντοδύναμη Εκκλησία της Ελλάδος που έστειλε στους πληγέντες, αντί οικονομικής ενίσχυσης, φιλάκια και θετική ενέργεια. Ή ότι τόσοι άνθρωποι κατέφυγαν σε ξένα ειδησιογραφικά δίκτυα που υπάρχουν στην άκρη του τηλεοπτικού δέκτη για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη γεγονότων που συμβαίνουν στη γειτονιά τους, απελπισμένοι από το επίπεδο ενημέρωσης τόσο της μοιρολατρικής και εκτός τόπου και χρόνου κυβερνητικής κολυμπήθρας ΕΡΤ όσο και του «κυνηγού κεφαλών» ΣΚΑΪ όπου κάθε δεύτερη φράση του ρεπορτάζ υπονοούσε ή έλεγε ευθέως ότι κυβέρνηση είναι σατανική και πρέπει να πέσει τώρα. Όργιο αντι-δημοσιογραφικής αντίληψης και πρακτικής και στις δύο περιπτώσεις. Όποιος πήγε να το επισημάνει, τον πήρε και τον σήκωσε.

 

Προφανώς είναι εντάξει στις μέρες μας να παρκάρουν μακριά την ιδιότητα τους οι δημοσιογράφοι όχι μόνο όταν μπουκάρουν φορτωμένοι (ή υποχρεωμένοι) να τα χώσουν στο facebook και στο twitter αλλά και την ώρα που διεξάγουν το ρεπορτάζ. Δεν πρέπει να το δούμε αυτό λίγο και μετά συνεχίζουμε με την ανάπτυξη της ιερής ατζέντας μας; Αλλά τι να περιμένεις σε μια χώρα που θεωρείται παραδοσιακά όχι απλά φυσιολογικό αλλά επιστέγασμα καριέρας - τόσο στους συντηρητικούς όσο και στους προοδευτικούς κύκλους - να εξαργυρώνουν οι επιφανείς δημοσιογράφοι την πολιτική στήριξη με βουλευτική έδρα (ε ρε τι έχουμε να δούμε και στις λίστες των επόμενων εκλογών...).

 

Τρικυμία σε σφηνάκι, θα αντιτείνει κάποιος, εδώ κάηκαν ζωντανές τόσες υπάρξεις. Σαφέστατα. Απλά είναι κάπως τραυματικό κι αυτό, όταν δηλαδή εν μέσω ανθρώπινης τραγωδίας και έντονης πολιτικής κρίσης προσπαθείς να ελιχθείς ανάμεσα στις κραυγές, τις ομοβροντίες και τα διάφορα CSI εμπειρογνωμόνων που έχουν στηθεί παντού στο διαδίκτυο, πασχίζοντας να φτάσεις σε κάτι πραγματικό και χρήσιμο. Ειδικά όταν έχεις κατανοήσει ότι δεν είναι έτσι εκεί έξω.

 

Δεν ισχύει αυτός ο παλαιοκομματικού / μετεμφυλιακού τύπου διχασμός στην κοινωνία, τουλάχιστον όχι με τους υστερικούς / ψυχαναγκαστικούς όρους που αποτυπώνεται στα ενημερωτικά και κοινωνικά δίκτυα. Ο μέσος τύπος πολίτη γνωρίζει ότι οι κυβερνήσεις δεν πέφτουνε με σλόγκαν, hashtags, γαμωσταυρίδια και κατάρες του καναπέ, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να εξοργιστεί από την γαϊδουρινά και επιδεικτικά αλαζονική και εξοργιστικά άπονη στάση της επίσημης εξουσίας κατά την διαχείριση της τραγωδίας που έσκαγε στα νωθρά χέρια της. Και επίσης, η νομοτελειακή αντίληψη («άντε να τους δούμε κι αυτούς να τελειώνουμε») σώθηκε με την τελευταία εκλογή αυτής της κυβέρνησης.

 

Ουδείς ελπίζει, ουδείς πορώνεται πραγματικά. Από την άλλη, επέπλευσε ξανά - όπως πάντα σε κάθε τέτοιου είδους τραγικό γεγονός όπου συσσωρεύονται ευθύνες και παθογένειες σε βάθος χρόνου – ένα κακόβουλο μηδενιστικό υβρίδιο αριστερόστροφου προτεσταντισμού, που είναι καθ' έξιν μοχθηρό και καχύποπτο προς κάθε ιδέα ευημερίας των συμπολιτών του, ενοχοποιώντας αυτή τη φορά την εξοχική κατοικία συλλήβδην (από λυόμενο στον Ασπρόπυργο μέχρι βίλα στο Σούνιο) και καταγγέλοντας τους ιδιοκτήτες ως προνομιούχα λαμόγια /ελληνάρες που πάνε γυρεύοντας για ό,τι τραγικό τους συμβεί.

 

Σ' αυτό το μονόχνοτο υβρίδιο, ταιριάζει μάλλον αυτό που είχε γράψει η Χάνα Άρεντ στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού, ότι δηλαδή «η μοναξιά είναι ο κοινός τόπος του τρόμου». Και πού να είχε ιδέα για τα μοναχικά άτομα που πληκτρολογούν αφρίζοντας στο σκοτάδι παρασυρόμενα από το δίκαιο και το ορθό της αποστολής που έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν μαζί με τους υπόλοιπους πιστούς της όποιας πολιτικής / ιδεολογικής αίρεσης.

 

Αν προέκυψε κάτι θετικό πάντως όλες αυτές τις μέρες ζόφου, οδύνης, καταγγελίας και αντιπαράθεσης ήταν, νομίζω, το γεγονός ότι αν και το επίπεδο ενημέρωσης και επικοινωνίας ξέφυγε άσχημα, τουλάχιστον η συζήτηση και οι αντιδράσεις επικεντρώθηκαν στις καίριες και επείγουσες παραμέτρους της καταστροφής και σε πραγματικά ζητήματα, παρά την δειλή και επιπόλαιη απόπειρα του πρωθυπουργού να αποποιηθεί κάθε ευθύνη και να εκτρέψει το μείζον θέμα που προέκυψε σε συνωμοσιολογικούς αντιπερισπασμούς αυθεντικά παλαιοκομματικού τύπου.

 

Όσοι έχουμε φτάσει σε μια ηλικία που θυμόμαστε πλέον όλη σχεδόν τη γκάμα της μεταπολίτευσης, έχουμε γαλουχηθεί με διάφορες θεωρίες για αγρίους από την εκάστοτε κυβέρνηση σχετικά με την ταυτότητα των φαντομάδων εμπρηστών όποτε ξεσπούσε θερινή πυρκαγιά μεγάλης κλίμακας. Αθέατοι (πάντα) και αμετανόητοι χουντόφρονες αλλά και νοσταλγοί της «4ης Αυγούστου», «νιχιλιστές» που προέρχονται από την άκρα αριστερά, πυρομανείς αντιεξουσιαστές, καθώς και ένας αόρατος θίασος σκοτεινών δυνάμεων και ξένων πρακτόρων, Τούρκων, Αλβανών, Σκοπιανών κ.ο.κ. Μόνο ο κακομοίρης ο Ράλλης είχε ψελλίσει λίγο πριν χάσει την εξουσία το καλοκαίρι του '81 κάτι αθώο τύπου ότι για τον πολλαπλασιασμό των εστιών γύρω από τις υφιστάμενες πυρκαγιές έφταιγαν «τα φλεγόμενα κουκουνάρια».

 

Τουλάχιστον αυτή τη φορά εξοικειωθήκαμε όλοι – έστω και πολύ αργά και με την πιο τραγική αφορμή – με σύνθετα ζητήματα σχεδιασμού και πρόληψης τέτοιων άδικων σφαγών, ευελπιστώντας ότι θα αποδειχθούμε σοφότεροι και προνοητικότεροι στο μέλλον. Κάτι είναι κι αυτό.