«To πρόβλημα είναι πως εγώ πάντα ένιωθα πως ήμουν σαν τον Τζάρβις Κόκερ, θεωρούσα αυτονόητο να ντυθώ όπως αυτός, αλλά γρήγορα καταλάβαινα πως δεν ήμουν κι έτσι δεν ήξερα τι να βάλω» ήταν η λαχανιασμένη εξομολόγηση του φίλου μου, καθώς περπατούσαμε ένα βράδυ, αυτός μέσα σε ένα ολοκαίνουριο bomber που του είχα μόλις αγοράσει και δεν υπήρχε περίπτωση να διαλέξει μόνος του. Ο Γιάννης, ο φίλος μου, εξωτερικά έχει τόση σχέση με τον Τζάρβις Κόκερ, όσο η Τζένη Καρέζη με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. (Εγώ πάντα θα προτιμώ τον Γιάννη, είναι ο καλύτερος.)


Αυτό σκεφτόμουν μέρες μετά, καθώς θυμόμουν μπαλαρίνες να μου λένε πως δεν θέλουν κεντήματα στα πλάγια γιατί τις «παχαίνουν», φίλες μου να επιμένουν να αγοράζουν για χρόνια τα ίδια σχεδόν βαρετά ρούχα με την πεποίθηση πως «είναι κομψά», εμένα μικρή να χαζεύω φωτογραφίες της Kέιτ Μος και να θέλω να της μοιάσω (ολοφάνερη περίπτωση Γιάννη εδώ). Θυμάμαι ακόμα ένα workshop που είχα κάνει πριν από χρόνια σχετικά με το ντύσιμο, όπου, ενώ εγώ θαρραλέα ανέτρεχα στην ιστορία της ανθρωπότητας για να αποδείξω πως στην κυριολεξία τα έχουμε φορέσει όλα, μόλις έβγαλα το slide «ο νόμος των 3 στο ντύσιμο», σκιστήκαν όλες να βγάλουν τεφτέρια για να σημειώσουν τη σοφία που θα τους επέτρεπε να είναι, επιτέλους, κομψές.


Η αυθεντία πουλάει, φίλοι μου. Έστω και η επίφασή της.

 

Tο «bullying μόδας» είναι παντού, γιατί πάντα κάποιος θα γράψει comment, status ή κείμενο υποδεικνύοντας αυθαίρετα πώς πρέπει να είναι ντυμένος ο άλλος.

 

«Πώς να είστε κομψή», «τα 10 items που κάθε γυναίκα πρέπει να έχει στην ντουλάπα της» −περιμένετε, έχω άλλο ένα, αυτό είναι το αγαπημένο μου: «τι πρέπει να φοράνε οι γυναίκες μετά τα 30»- και τόσοι πολλοί άλλοι τίτλοι που υπόσχονται κλικ και λύσεις σε γυναίκες και άντρες που θέλουν να γίνουν άλλοι, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάποιοι άλλοι.


Την ίδια στιγμή, το «bullying μόδας» είναι παντού, γιατί πάντα κάποιος θα γράψει comment, status ή κείμενο υποδεικνύοντας αυθαίρετα πώς πρέπει να είναι ντυμένος ο άλλος (θυμάμαι μια υπέροχη φωτογραφία μιας φίλης μου με μακριά φούστα, που από κάτω κάποια της έγραψε «δεν μπορείς να το φοράς αυτό, είσαι κοντή»), πόση σάρκα «είναι σωστό» να δείχνει μια γυναίκα και (το αγαπημένο μου πάλι) «πόσο φτηνή» δείχνει κάποια άλλη.

 

 


Σε αυτήν τη διαχρονική ζαλάδα συμβάλλει και το ίδιο το σύστημα της μόδας, που για να σε κάνει να ψωνίσεις περισσότερα «εδώ και τώρα», αλλάζει «τάσεις» από τη μια στιγμή στην άλλη, με αποτέλεσμα να χαζεύεις στο Instagram αθλητικά παπούτσια με γούνινα πον πον που πιθανότατα θα φορέσεις μόνο για 4 μήνες και γυαλιστερά κολάν που άντε να αντέξουν έναν χρόνο. Μετά θα είσαι πάλι «κακόγουστη». Τζίφος!


Σας έχω νέα: τίποτε απ' όλα αυτά δεν ισχύει. Όλες οι γυναίκες και άντρες που έχετε στο μυαλό σας ως πρωθιερείς του «καλού γούστου» ήταν αυτοί που στην εποχή τους άλλαξαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο Όσκαρ Ουάιλντ ήταν πολύ εκκεντρικός, η Κοκό Σανέλ συνδύασε αντρικά ρούχα και υφάσματα με πέρλες, τη στιγμή που αυτό ήταν κάτι εξωφρενικό, η Τζάκι Κένεντι φόρεσε όλους τους Ευρωπαίους σχεδιαστές των φωτεινών sixties στον Λευκό Οίκο, η Kέιτ Mος αποφάσισε να ντύνεται πάντα σαν να έχει μόλις βγει από ένα ηδονιστικό πάρτι στην πολύ βαρετή καθημερινότητα των '90s και πάει λέγοντας.


Η αλήθεια είναι πως το ντύσιμο είναι ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο ταξίδι αυτογνωσίας και ενηλικίωσης. Μπορείς να πάρεις την απόφαση να το κάνεις, αλλά μπορεί και να μην το κάνεις ποτέ. Στην περίπτωση που το κάνεις, καθώς κοιτάζεις τον εαυτό σου σοβαρά, καταλαβαίνοντας τις σκιές της μάταιης ύπαρξής σου, ξεκινάς να παίζεις ντύνοντάς τον. Όπως προχωράς, αλλάζεις και ντυσίματα, ενώ σε κάποια ίσως μένεις σταθερός, γιατί εκείνη την περιγραφή την έχεις χαρτογραφήσει πια και απλώς τώρα τη γιορτάζεις. Η μόδα είναι ένα χαριτωμένο παιχνίδι για το μυαλό και ένα μεγάλο πάρτι προς τιμήν της διαφορετικότητας. Γι' αυτό, την επόμενη φορά που θα δείτε κάποιον, άντρα ή γυναίκα, ντυμένο «κομψά», πάρτε μια βαθιά ανάσα και αναρωτηθείτε: φορά μια εύκολη στολή για να κρύψει το κενό ή όλο αυτό είναι αληθινό;