Είναι φανερό πως ζούμε μια εξέγερση εναντίον των ελίτ. Μια εξέγερση πολύμορφη, πολυδιάστατη και σε πολλές χώρες συγχρόνως που αντιμετωπίζουν υπαρξιακά προβλήματα και προκλήσεις. Φυσικά, αυτή η εξέγερση δεν έχει τις λυρικές, απελευθερωτικές και μαγικές διαστάσεις των αριστερών κινημάτων. Είναι το προϊόν των καιρών της απομυθοποίησης και στη βάση της συναντούμε ένα κύμα γενικευμένης εχθρότητας προς τις «κανονικές» κυβερνήσεις και προς τις παραδοσιακές ολιγαρχίες, τις ισορροπίες και τους καθιερωμένους κώδικες της πολιτικής.


Μέσα σε αυτό το κύμα πρέπει να εντάξουμε και το τωρινό σοκ που κάποιοι από εμάς το περίμεναν. Ο Ντόναλντ Τραμπ ευτύχησε να γίνει «ο στόχος του Κατεστημένου». Από νωρίς πήρε τη θέση του κακού παιδιού της τάξης, έστω και αν η αντίπαλός του είχε τις δικές της (και όχι λίγες) σκοτεινές πλευρές. Εκείνος ήταν που αξιοποίησε καλά την εικόνα ενός επικοινωνιακά απείθαρχου και χύμα ανθρώπου, ενός βαθιά αγενούς αλλά ειλικρινούς με τον τρόπο του τύπου. Αφέθηκε να γίνει προέκταση της καθημερινής κουβέντας των μπαρ, του αλογόκριτου boy's talk, όπως εξωράισε η γυναίκα του Μελάνια τα σεξιστικά του σχόλια για τις γυναίκες. Ο Τραμπ δεν είπε κάτι άλλο από τούτο: είμαι αυτό που βλέπετε, μη ψάχνετε κάποιο δεύτερο επίπεδο, κάποιον άλλον πίσω από την εικόνα. Δεν έχω ιδιαίτερα μυστικά, είμαι διάφανος σαν τα ασανσέρ των εμπορικών μου κέντρων και τα επίχρυσα διακοσμητικά του ουρανοξύστη μου. Εικονογράφησε, εντέλει, μια ιστορία προσωπικής επιτυχίας με στέρεα συστατικά: μπίζνες, διασημότητα, γυναίκες.

 

Επανέρχεται στο προσκήνιο αυτό που δεν έφυγε ποτέ από τη μέση, απλώς παραμερίστηκε από τη λάμψη του ζεύγους Ομπάμα: μια Αμερική αυτοπροστατευτική και βαθύτατα καχύποπτη με ό,τι δεν καταλαβαίνει στο σύγχρονο κόσμο.


Έτσι έδειξε αυτό που φαντάζεται ο λαός ως καλή ζωή, ως good life. Οι αισθητικές και ιδεολογικές ασχήμιες της συγκεκριμένης εικόνας αφορούν τους σοβαρούς κοινωνικούς κριτικούς, τους καθοδηγητές γνώμης, τα καλλιεργημένα παιδιά της μεσαίας τάξης των μεγάλων πόλεων. Αλλά ο Τραμπ δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι' αυτά τα κοινά. Δεν είχε, ούτε έχει ποτέ πρόσβαση στη φιλολογία περί λαϊκισμού, αντιπολιτικής και ακροδεξιάς, σε όλο αυτό το κύμα ανάλυσης που ασχολήθηκε με την αφεντιά του και το κίνημά του. Απλώς πραγμάτωσε την υπόσχεσή του να πολιτευτεί αδιαφορώντας παντελώς για τις καθιερωμένες αξίες της ακαδημαϊκής μόρφωσης, της πολιτικής εμπειρογνωμοσύνης, της ρητορικής για τα δικαιώματα και τις ευαισθησίες των μειονοτήτων.

 

Το βέβαιο είναι πως η νίκη του συνδέεται, αντικειμενικά, με μια αντιφιλελεύθερη και μισαλλόδοξη ιδέα της Αμερικής.
Το βέβαιο είναι πως η νίκη του συνδέεται, αντικειμενικά, με μια αντιφιλελεύθερη και μισαλλόδοξη ιδέα της Αμερικής.

 

Και τώρα; Το βέβαιο είναι πως η νίκη του συνδέεται, αντικειμενικά, με μια αντιφιλελεύθερη και μισαλλόδοξη ιδέα της Αμερικής. Επανέρχεται στο προσκήνιο αυτό που δεν έφυγε ποτέ από τη μέση, απλώς παραμερίστηκε από τη λάμψη του ζεύγους Ομπάμα: μια Αμερική αυτοπροστατευτική και βαθύτατα καχύποπτη με ό,τι δεν καταλαβαίνει στο σύγχρονο κόσμο. Επιστρέφει η «αμερικανική σκουριά» (για να δανειστώ τον τίτλο του Φίλιπ Μάγιερ) που είναι συγχρόνως τα σκουριασμένα κουφάρια των εργοστασίων που έκλεισαν και η οξείδωση των αντιδραστικών και ρατσιστικών ιδεών.

 

Μου έκανε εντύπωση,για παράδειγμα, ότι σε όλη του την καμπάνια ο Τραμπ διάλεξε να αναφερθεί με ευγνωμοσύνη στην Εθνική Ομοσπονδία Όπλων (NRA), στο διαβόητο λόμπι της οπλοκατοχής.


Νομίζω πως αυτό δεν θα το έκανε τόσο ανοιχτά και με τέτοια άνεση κανένας άλλος πολιτικός, ούτε των Δημοκρατικών ούτε και των Ρεπουμπλικάνων. Από αυτά τα νεύματα μπορούσε κανείς να συμπεράνει τις ανατροπές που έχουν συντελεστεί στον κόσμο της πολιτικής και της επικοινωνίας. Και το ερώτημα είναι αν η εξέγερση εναντίον των ελίτ θα συνεχιστεί ή αν θα καταλαγιάσει, μια εξέγερση που συχνά γυρίζει σε αυτοχειρία των λαών. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία και πρέπει να περιμένουμε για να δούμε το μέλλον της.