Το 1991 ο Andy Weatherall ήταν ο πιο περιζήτητος DJ και παραγωγός στη Βρετανία. Ήταν ήδη μεγάλο όνομα στα κλαμπ από τις πρώτες μέρες του Acid House, είχε συνδεθεί με το Shoom, τις βραδιές που έκανε ο Paul Oakenfold στο Spectrum, με το Trip, τα πάρτι της Boy’s Own Recordings -ό, τι πιο «χοτ» είχε το Λονδίνο εκείνη την εποχή.

 

Το Boy’s Own είχε ξεκινήσει σαν ένα φανζίν για μόδα, δίσκους, ποδόσφαιρο και άλλα θέματα μιας κουλτούρας με κυρίαρχη τη μουσική που ξαφνικά άρχισε να σαρώνει τα πάντα στη Βρετανία. Περιστασιακά έγραφε και ως freelance δημοσιογράφος με το ψευδώνυμο Audrey Witherspoon.

 

 

Τα remix που έκανε για το Hallelujah των Happy Mondays και το World in Motion New Order τότε που το «rave» ήταν συνώνυμο της απόλυτης διασκέδασης απογείωσαν την καριέρα του, αυτό όμως που τον έκανε το πιο μεγάλο όνομα της εποχής ήταν η μεταμόρφωση ενός παλιότερου κομματιού των Primal Scream, του "I'm Losing More Than I'll Ever Have", σε Loaded, ανοίγοντας το δρόμο για ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ των ’90s, του Screamadelica. Το Loaded έγινε το κομμάτι που άνοιγε και έκλεινε τα πάρτι έγινε ύμνος για μια γενιά που πέρναγε από τα μπλιμπλίκια του acid σε έναν νέο χορευτικό ήχο με κιθάρες και έκανε δυσδιάκριτα τα όρια της ροκ και του dance.

 

Ο Andy Weatherall έκανε παραγωγή και στο πιο ξεσηκωτικό τραγούδι του δίσκου, το Don’t Fight It, Feel It με το ευφορικό italo-house πιάνο να δίνει το τέμπο σε μια από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του. Μεταμόρφωσε επίσης το Only Love Can Break Your Heart των St. Etienne και μεγαλούργησε με το Soon των My Bloody Valentine (νούμερο 1 στη λίστα με τα 50 καλύτερα remixes όλων των εποχών).

 

 

Το 1992 ο Weatherall έφυγε από την Boy’s Own –(η οποία μετονομάστηκε σε Junior Boy’s Own) και λίγο μετά έφτιαξε τους Sabres of Paradise, έφτιαξε και μία νέα δισκογραφική με το ίδιο όνομα και άρχισε τις περίφημες Sabresonic βραδιές στο club Happy Jack.

 

 

Όταν 1996 μαζί με τον Keith Tenniswood δημιούργησαν τους Two Lone Swordsmen και υπόγραψαν στην Warp, φτιάχνοντας και διαλύοντας παράλληλα τόσες δισκογραφικές που κάποια στιγμή έχανες το μέτρημα. Στη διάρκεια των ’90s εκτός από τους Primal Scream έκανε παραγωγές για την Beth Orton και τους One Dove και έδωσε μια σειρά από remix που ορίζουν τον ήχο μιας ολόκληρης εποχής:  Björk, Siouxsie Sioux, The Orb, The Future Sound of London, Manic Street Preachers, James.

 

Πρόσφατα έκανε την παραγωγή του Tarot Sport, του άλμπουμ των Fuck Buttons και βοήθησε τους Twilight Sad στην παραγωγή του τρίτου δίσκου τους No One Can Ever Know.

 

Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό EP του "The Bullet Catcher's Apprentice" και το 2009 το άλμπουμ "A Pox on the Pioneers" στην δικιά του εταιρία Rotters Golf Club. Το άλμπουμ του ήταν μια έκπληξη γιατί ο ήχος ήταν πιο ροκ από οτιδήποτε θα περίμενε κανείς μετά από τέτοια θητεία ως DJ, ένα ηλεκτρονικό ροκαμπίλι, και έγινε το αγαπημένο σάουντρακ για διαφημιστικά για οχήματα. Δεν γνώρισε καμία άλλη επιτυχία.

 

 

Το 2013 έφτιαξε τους Asphodells με τον Timothy J. Fairplay και κυκλοφόρησαν το άλμπουμ "Ruled by Passion, Destroyed by Lust", αλλά κι αυτό πέρασε εντελώς απαρατήρητο.

 

Φέτος κυκλοφόρησε δύο άλμπουμ, το ηλεκτρονικόThe Phoenix Suburb (and Other Stories) με τη Nina Welsh στις οποίες ξαναθυμάται το παρελθόν του στις πίστες και το Covenanza, μια αναδρομή σε όλη την καριέρα του.

 

Απόψε Σάββατο, 2/4 θα είναι στα decks του six d.o.g.s. Μαζί του θα βρεθούν ο ιδρυτής του μουσικής πλατφόρμας Phormix, Morah και ο resident DJ του six d.o.g.s, Chevy.