Το 1984 ο Κωστής Στεφανόπουλος αγόρευε στη Βουλή:

«Ποιοι θα ψηφίσουν στην Αμερική; Έχουμε 2,5 εκατομμύρια Έλληνες. Οι περισσότεροι από αυτούς μπορούν να διεκδικήσουν την ιδιότητα του Έλληνος πολίτη. [...] Πόσα εκατομμύρια θα εγγραφούν; Αυτά τα εκατομμύρια σε ποια εκλογική περιφέρεια θα καταταγούν; [...] Ένας που είναι δεύτερη γενεά, επειδή ο πατέρας του εξεκίνησε από την Αρκαδία θα ενεγράφετο στους εκλογικούς καταλόγους Αρκαδίας και θα εψήφιζε τους υποψηφίους Αρκαδίας; [...] Και ποιο κόμμα θα εδέχετο στα 6 εκατομμύρια ψηφοφόρων Ελλήνων να προστεθούν ενάμισι έως 2 εκατομμύρια ψηφοφόροι οι οποίοι δεν έχουν, επαναλαμβάνω, τη δυνατότητα να εκτιμήσουν τα πολιτικά πράγματα όπως τα εκτιμούν οι Έλληνες;» (1)


Αφοπλιστικά «εκτός γραμμής» ο μετέπειτα πιο πετυχημένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας...

 

Το ερώτημα είναι, λοιπόν, αν σήμερα μπορεί να υπάρξει ένας έντιμος συμβιβασμός ώστε να βρεθεί επιτέλους η πλειοψηφία των 200 βουλευτών και να κλείσει μια εκκρεμότητα της Μεταπολίτευσης. Αυτός, κατά την άποψή μας, είναι η δυνατότητα ψήφου εκτός επικράτειας ουσιαστικά να αφορά την πρώτη μεταναστευτική γενιά και όχι τις επόμενες. Δηλαδή, προϋπόθεση για τη διευκόλυνση ψήφου από την αλλοδαπή να είναι ο εκλογέας να έχει ζήσει κάποιο κομμάτι της ζωής του στην Ελλάδα.


Το ιστορικό μιας θορυβώδους μεταπολιτευτικής απραξίας

«Νόμος δύναται να ορίζη τα της ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος υπό των εκτός επικράτειας ευρισκομένων εκλογέων» κατά το Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 51, παρ. 4). Σαράντα πέντε χρόνια τώρα αναζητείται αυτός ο νόμος. Κάμποσα χρόνια η Νέα Δημοκρατία δεν ήταν αυτή που δεν επιθυμούσε να βρεθεί η κατάλληλη ρύθμιση. Η εμπειρία της μετεμφυλιακής μετανάστευσης ήταν νωπή και γενικώς οι προδικτατορικές συντηρητικές κυβερνήσεις λογίζονταν στις συνειδήσεις του κόσμου υπεύθυνες για το φευγιό των Ελλήνων. Αντιθέτως, το ΠΑΣΟΚ, «Πανελλήνιο Κίνημα» ον, και η αριστερά δευτερευόντως είχαν κάθε λόγο να προσδοκούν οφέλη από την ψήφο εκτός επικράτειας. (2)

 

Σταδιακά, ο απόδημος ελληνισμός μεταλλάσσεται (3), ωστόσο τα ποιοτικά και ποσοτικά μεγέθη της διασποράς των Ελλήνων πολιτών παραμένουν αδιάγνωστα. Στην αναθεώρηση του 2001 εισάγεται (στο άρθρο 51) η πρόβλεψη ότι ο νόμος που θα ρυθμίζει τα σχετικά «ψηφίζεται με την πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών». Απαγορευτικά μεγάλη ανάγκη συναίνεσης λόγω μείζονος ελλείμματος εμπιστοσύνης μεταξύ των κομμάτων εξουσίας. Η μέριμνα είναι απλή: να μη βρεθεί μια απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία να νομοθετήσει, αν συγκυριακά θεωρήσει ότι η ψήφος εκτός επικράτειας εκλογικά τη συμφέρει.

 

Έκτοτε, το ζήτημα επαναφέρει άπαξ με πρόταση νόμου για την τιμή των όπλων η απερχόμενη το 2009 κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατία: εύλογα θεωρεί ότι δεν έχει πλέον να φοβάται αυτά που η συντηρητική παράταξη φοβόταν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Αντιθέτως, η αίσθηση είναι ότι τουλάχιστον εντός της ελληνικής διασποράς, κυρίως στις ΗΠΑ (όπου η Εκκλησία πρωταγωνιστεί) και δευτερευόντως αλλού, εδραιώνεται μια συντηρητική ιδεολογία της εθνικής νοσταλγίας, από την οποία η δεξιά έχει να ωφεληθεί. Εξού και το ΠΑΣΟΚ δεν συζήτησε τότε την πρόταση της ΝΔ.


Μετά έρχεται η κρίση, κανείς δεν έχει μυαλό για την ψήφο εκτός επικράτειας. Λογικό κι αυτό. Μάλλον αναπάντεχα, το καλοκαίρι του 2018 την πρωτοβουλία αναλαμβάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, συστήνοντας μια επιτροπή με διακομματικά χαρακτηριστικά που κατέληξε σε ένα λεπτομερές πόρισμα και σχέδιο νόμου. Το σχέδιο νόμου αυτό το υιοθετεί πλήρως ο ΣΥΡΙΖΑ και, ως αντιπολίτευση πλέον, το κατεβάζει ως δικό του νομοσχέδιο τον Σεπτέμβριο του 2019. Πλέον, όμως, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει καταστήσει την ψήφο εκτός επικράτειας ζήτημα ζωτικής πολιτικής προτεραιότητας με έντονο ιδεολογικό και συναισθηματικό φορτίο.

 

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει καταστήσει την ψήφο εκτός επικράτειας ζήτημα ζωτικής πολιτικής προτεραιότητας με έντονο ιδεολογικό και συναισθηματικό φορτίο.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει καταστήσει την ψήφο εκτός επικράτειας ζήτημα ζωτικής πολιτικής προτεραιότητας με έντονο ιδεολογικό και συναισθηματικό φορτίο.

 

Τι μπορεί να γίνει σήμερα;

Αρχικά, και αστόχαστα, η κυβέρνηση έκανε λόγο για «ψήφο των Ελλήνων όπου γης» και για επιστολική ψήφο, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός ανήγγειλε την κυβερνητική πρωτοβουλία στην ελληνική κοινότητα των Ελλήνων της Αστόριας στη Νέα Υόρκη. Η υπερ-εδαφική βουλιμία της δεξιάς τροφοδότησε έτσι την πολιτική αμηχανία της αριστεράς. Εκεί όπου η δεξιά βλέπει εκλογικές ευκαιρίες εδραίωσης, η αριστερά διαβλέπει κινδύνους εισαγόμενης ριζικής αλλαγής των εκλογικών συσχετισμών.

 

Όσο, όμως, η κυβέρνηση σκύβει στις σύνθετες νομοθετικές πτυχές του ζητήματος, τόσο αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα δεν είναι απλά και δεν μπορεί να γίνουν μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί το δεξιό ακροατήριο. Δεν υπάρχει ευρωπαϊκό κράτος που να έχει νομοθετήσει την εκτός επικράτειας ψήφο χωρίς κάποιους περιορισμούς. Αυτή είναι η αλήθεια και αυτούς τους θεμιτούς περιορισμούς ψάχνουμε σήμερα.

 

Παρά τις προαναγγελθείσες προθέσεις, η κυβέρνηση έχει συμβιβαστεί ήδη με το ότι δεν θα προχωρήσει σε επιστολική ψήφο. Εξάλλου, το να θεσπιστεί επιστολική ψήφος μόνο για το εξωτερικό δεν είναι δίκαιο, ενώ δεν φαίνεται εύκολη η λύση των προβλημάτων της μυστικότητας της ψηφοφορίας. Για να επέλθει συμβιβασμός, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να εμμείνει στη θέση για κλειστό σύστημα εκπροσώπησης των ψήφων του εξωτερικού. Κλειστό σύστημα εκπροσώπησης επί του προκείμενου σημαίνει ότι οι ψήφοι του εξωτερικού δεν θα ενσωματώνονται στο εθνικό εκλογικό αποτέλεσμα, απλώς θα βγάζουν έναν αριθμό βουλευτών επικρατείας. (4)

 

Το ερώτημα είναι, λοιπόν, αν σήμερα μπορεί να υπάρξει ένας έντιμος συμβιβασμός, ώστε να βρεθεί επιτέλους η πλειοψηφία των 200 βουλευτών και να κλείσει μια εκκρεμότητα της Μεταπολίτευσης. Ένας τέτοιος συμβιβασμός που δεν τροφοδοτεί την εύλογη επιφύλαξη, διότι περιορίζει την όρεξη για αδιάγνωστα εκλογικά σώματα Ελλήνων τριών γενεών όπου γης.

 

Ένας τέτοιος συμβιβασμός αξίζει

Αυτός, κατά την άποψή μας, είναι η δυνατότητα ψήφου εκτός επικράτειας ουσιαστικά να αφορά την πρώτη μεταναστευτική γενιά και όχι τις επόμενες. Δηλαδή, προϋπόθεση για τη διευκόλυνση ψήφου από την αλλοδαπή είναι ο εκλογέας να έχει ζήσει κάποιο κομμάτι της ζωής του στην Ελλάδα. Αυτό γίνεται σε χώρες που προσφέρονται ως πρότυπο κατά τα λοιπά. Η Γερμανία ζητάει, παραδείγματος χάριν, τρεις μήνες διαμονή στη Γερμανία τα τελευταία 25 χρόνια, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι τόσο γενναιόδωρο: οι Βρετανοί του εξωτερικού θα πρέπει να έχουν ζήσει τουλάχιστον 15 χρόνια στο νησί προκειμένου να μπορούν να ψηφίζουν από το εξωτερικό. Η Σουηδία έχει εισαγάγει μια αντίστοιχη με τη Γερμανία προϋπόθεση. Από την άλλη, να μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και τέσσερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. που θέτουν τη διαμονή στο εσωτερικό ως προϋπόθεση ψήφου: αυτά είναι συγγενέστερα με την ελληνική περίπτωση, δηλαδή κράτη με υψηλό μεταναστευτικό πληθυσμό εκτός. Η Μάλτα, η Κύπρος και η Ιρλανδία ουσιαστικά θέτουν τη διαμονή εντός επικράτειας ως προϋπόθεση άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τον φόβο αλλοίωσης του εκλογικού σώματος. Δηλαδή όπως η Ελλάδα ως σήμερα.

 

Το ελάχιστο προηγούμενο όριο διαμονής στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι τα δέκα έτη στην ανήλικη ζωή και πέντε έτη στην ενήλικη. Τόσα ζητάμε π.χ. από τους μετανάστες ώστε να μπορούν να αποκτήσουν την ιθαγένεια. Τέλος, τεχνικά είναι πολύ πιο εύκολο να διαπιστωθούν αυτά τα χρόνια από το να ψάχνουμε να αποδείξουμε τα τριάντα έτη παραμονής στο εξωτερικό, για τα οποία κάνει λόγο η κατά τα λοιπά γόνιμη πρόταση του ΚΚΕ. (5)

 

Αν υποθέσουμε ότι εφαρμόζεται στις ερχόμενες εκλογές, η ομάδα στόχευσής της κατά προσέγγιση μπορεί να αφορά περίπου το 1/3 του ενάμιση εκατομμυρίου εκλογέων που ζουν εκτός Ελλάδας πηγαίνοντας αρκετά πίσω στον χρόνο, όχι όμως τόσο ώστε να προκύπτει διακοπή του δεσμού με τη χώρα. Εξάλλου, γνωρίζουμε ότι περίπου 400.000 άνθρωποι έφυγαν την τελευταία 10ετία, ενώ τις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες, του '70, του '80, του '90 και του 2000, πολύ λιγότεροι.

 

Θεωρώ την παραπάνω λύση ηθικοπολιτικά θεμιτή και νομικά δόκιμη, εφόσον συνοδευτεί με την κατάλληλη αναθεώρηση του άρθρου 54 του Συντάγματος που αφορά το εκλογικό σύστημα, το οποίο είναι ούτως ή άλλως υπό αναθεώρηση αυτήν τη στιγμή. Κατά τεκμήριο, περιλαμβάνει τους ανθρώπους που έχουν ζωτικούς βιοτικούς δεσμούς με τη χώρα, αφορά κατεξοχήν τους Έλληνες που εκπατρίστηκαν τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης και όχι το αδιάγνωστο μέγεθος της ελληνικής διασποράς στο σύνολό της. Βασίζεται σε δόκιμες πρακτικές που ακολουθούνται σε άλλα μεγάλα κράτη και κυρίως έχει μια προωθητική δύναμη ενώπιον του παρόντος αδιεξόδου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια δημιουργική και έντιμη υπέρβασή του.

 


 

(1): Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Β', Συνεδρίαση Ζ' της 8ης Μαρτίου 1984, σ. 4737-4738.

 

(2): Εξάλλου, δύο υπήρξαν οι μονογραφίες συνταγματικού δικαίου που ασχολήθηκαν με το ζήτημα, και οι δύο από την πλευρά αριστερών συνταγματολόγων: το 1980 του Γιώργου Παπαδημητρίου («Το δικαίωμα της ψήφου των εκτός επικράτειας πολιτών», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα) και το 1990 του Γιάννη Δρόσου («Το δικαίωμα ψήφου των εκτός επικράτειας Ελλήνων εκλογέων», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα).

 

(3): Η δεκαετία του 1990 βρίσκει την ελληνική κοινωνία αιχμαλωτισμένη στον εθνικιστικό οίστρο, περίοδος κατά την οποία η ελληνική ομογένεια κινητοποιείται μαζικά για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Ο απόδημος συγκινείται με τα εθνικά θέματα, λιγότερο όμως για την κατάσταση των ελληνικών δρόμων, τη φορολογία, την οικονομική πολιτική και πάει λέγοντας. Έτσι γίνεται. Αυτό αρχίζει να μετασχηματίζει δραστικά την εικόνα του στο εσωτερικό, ενώ ούτως ή άλλως και η ζωή έξω είναι πολύ καλύτερη από τη μιζέρια του γκάσταρμπαϊτερ. Ο απόδημος ελληνισμός πλέον είναι γεμάτος ιστορίες επιτυχίας.

 

(4): Η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης εδώ είναι όντως αμήχανη, καθώς καλείται να υπερασπιστεί μια ψήφο «δύο ταχυτήτων» που της κληροδότησε η επιτροπή της οποίας υπήρξα μέλος και υποστήριξα. Θα πρέπει, ωστόσο, με κάθε τρόπο να γίνει αντιληπτό εδώ πως με δεδομένο ότι η θέση της κυβέρνησης είναι η επαναφορά της ενισχυμένης αναλογικής, η εισαγωγή ενός συστήματος ανοιχτής εκπροσώπησης των εκτός επικράτειας θα είχε εξαιρετικά επώδυνες συνέπειες, οι οποίες, πέραν του εθνικού εκλογικού αποτελέσματος, θα μετακυλίονταν και στο επίπεδο των εκλογικών περιφερειών. Κοινώς, είναι πιθανό, εξαιτίας του αποτελέσματος του εξωτερικού, να αλλάξουν χέρια και οι 50 έδρες του εκλογικού μπόνους: δηλαδή ο βουλευτής Ημαθίας και Φθιώτιδας να χάνει την έδρα του λόγω Μονάχου ή Μελβούρνης. Εφόσον, τελικώς, επέλθει κάποιος συμβιβασμός για την ψήφο εκτός επικράτειας και στο μέλλον η κυβέρνηση επιστρέψει στην ενισχυμένη αναλογική με μπόνους εδρών, όπως εξάλλου έχει δηλώσει, χρειάζεται μεγάλη προσοχή διότι ο κίνδυνος ναρκοθέτησης του εκλογικού αποτελέσματος είναι μείζων. Αυτό πρέπει να το αντιληφθεί και η κυβέρνηση.

 

(5): Τέλος, τα 30 χρόνια παραμονής στο εξωτερικό ως ανώτατο χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί κανείς να ψηφίσει από την αλλοδαπή εγείρει ένα πρόσθετο πρόβλημα: αν υποθέσουμε ότι ένας 20άρης μεταναστεύει από τη χώρα, για τριάντα χρόνια θα μπορεί να ψηφίζει στη χώρα όπου έχει μετοικήσει, δικαίωμα το οποίο θα στερηθεί μετά από τριάντα χρόνια, πενηντάρης ων. Αυτό δεν το βρίσκω θεμιτό.