«Πακιστανοί φανατικοί ισλαμιστές κηρύσσουν τζιχάντ στην Ελλάδα», «Η Γερμανία θα εξαγάγει μαζικά πρόσφυγες στην Κρήτη, που θα καταλήξουν να είναι πάνω από 10% του πληθυσμού στο νησί...», «Ο μόνος καλός Τούρκος είναι ένας νεκρός Τούρκος. Εγώ το πιστεύω γιατί δεν έχω βρει καλό Τούρκο. Τους λείπουν στοιχειώδεις έννοιες. Ο Τούρκος δεν έχει την έννοια του δικαίου», «Γέμισε δημοκρατία η Θεσσαλονίκη σήμερα με τον αποκλεισμό των δρόμων και τις πορείες των ομοφυλόφιλων, αμφί και τρανς. Φώναζαν φασίστες και τους έβριζαν τις μάνες σε όσους δεν τους αποδέχονται. Σωστά, είναι φασισμός να μην αποδέχεσαι την ανωμαλία και το αφύσικο».


Όχι, τα «μαργαριτάρια» αυτά δεν κοσμούν κάποια νεοφασιστική μπροσούρα, ούτε τα εκστόμισαν τίποτε ψεκασμένοι με περικεφαλαία. Τα επωμίζονται κατά σειρά... εμφανίσεως η Μαρία Νικολακάκη, υπεύθυνη της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας Pronews όπου στις 17/8/2016 προβλήθηκε ένα εντελώς fake βίντεο που αναφερόταν σε δήθεν ισλαμική τζιχάντ εν εξελίξει στα «άγια» χώματά μας, ο ευφάνταστος πρόεδρος ενός αμφιλεγόμενης πολιτικής ταυτότητας κόμματος, του Ενιαίου Παλλαϊκού Μετώπου (ΕΠΑΜ) Δημήτρης Καζάζης που στις 14/19/2016 κάλεσε τους Κρητικούς σε... γενικό ξεσηκωμό ενάντια στους εκ Γερμανίας «εισαγόμενους» και ύποπτους για τρομοκρατία μετανάστες και πρόσφυγες, ο πρώην υπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος που με την απαράδεκτη δήλωση «καλός Τούρκος-νεκρός Τούρκος» (13/2/2018, ΣΚΑΪ) ξεπέρασε και τον χειρότερο εαυτό του, το δε ομοφοβικό παραλήρημα «καρπώνεται» το αιρετό μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ Κωνσταντίνος Μητσόπουλος (ανάρτηση στο προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook στις 27/5/2017 εξ αφορμής του 1ου αυτοοργανωμένου Pride στη συμπρωτεύουσα).

 

Σκοπός του νόμου αυτού ήταν να το σκέφτονται κάποιοι δύο φορές προτού ασχημονήσουν λόγω και έργω κατά συμπολιτών τους επειδή έχουν απλώς διαφορετικό χρώμα, εθνικότητα, θρησκεία ή σεξουαλικότητα. Να υποχρεώνονται να βουτάνε πριν, τρόπον τινά, τη γλώσσα τους στο μυαλό τους ακόμα κι αν η καρδιά παραμένει ανεπίδεκτη μαθήσεως.


Τις μηνύσεις κατά των προαναφερόμενων με βάση τον αντιρατσιστικό άσκησαν στις τρεις πρώτες περιπτώσεις το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και στην τελευταία ο ακτιβιστής Βαγγέλης Σκούφας, μέλος του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ. Συνέπεσε δε να εκδικάζονται όλες την ίδια μέρα, δηλαδή σήμερα! Και όχι, δεν πρόκειται για κάποιες γραφικές εξαιρέσεις που αντιμετωπίζονται με ένα απαξιωτικό μειδίαμα. Το πρόβλημα είναι ότι δηλώσεις και «ειδήσεις» σαν αυτές αποτελούν εδώ και αρκετά χρόνια ένα σεβαστό κομμάτι της καθημερινής μας ενημέρωσης, του ίδιου του δημόσιου λόγου, δίχως μέχρι πρόσφατα να ιδρώνει το αφτί κανενός.

 

 

Ακούστε τη δήλωση του Θ. Πάγκαλου στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ στις 13/2/2018

 

Οι εκδικαζόμενες σήμερα υποθέσεις μοιάζουν δυστυχώς σταγόνα στον ωκεανό. Όσο δε εμπαθείς, υπερβολικές ή απίθανες κι αν φαντάζουν η καθεμιά μόνη της, προστιθέμενες όλες μαζί η μια πάνω στην άλλη δημιουργούν κλίμα – και όλοι πια ξέρουμε πόσο εύκολα διαδίδεται και γίνεται πιστευτό ένα ψέμα, όσο εξόφθαλμο κι αν είναι, πόσο δυσκολότερα αποκαθίσταται η αλήθεια ακόμα κι αν το ψέμα διαψευστεί πανηγυρικά. Άνθρωποι συγκροτημένοι, με στοιχειώδη μόρφωση και συναίσθηση της πραγματικότητας θα γελούσαν ή και θα αγανακτούσαν με τέτοιες ρατσιστικές ηλιθιότητες ανεξαρτήτως προσωπικών πιστεύω, φαίνεται όμως ότι μια μεγάλη πλειοψηφία «καταπίνει αμάσητο» οτιδήποτε ταιριάζει στις εμμονές και τις προκαταλήψεις που της έχουν επίμονα και συστηματικά καλλιεργήσει με την αγαστή συνδρομή πολλών ΜΜΕ αλλά και μέσω των κοινωνικών δικτύων όσοι έχουν συμφέροντα από την κατάσταση αυτή.

 

Ο αντιρατσιστικός νόμος αρχικά θεσπίστηκε το 1979 και αναθεωρήθηκε επί το αυστηρότερο –όχι χωρίς αντιδράσεις– το '14 και το '16, ύστερα από μια χρονική περίοδο που η προπαγάνδα παραπληροφόρησης, συκοφαντίας και μίσους είχε γιγαντωθεί, όπως και ο αριθμός των βίαιων ρατσιστικών επιθέσεων. «Μπροστάρισσα» ήταν η Χρυσή Αυγή, τα υπόδικα μέλη της οποίας αντιμετωπίζουν επίσης τέτοιες κατηγορίες, εντούτοις σε ρατσιστικά «ατοπήματα» υπέπεσαν και υποπίπτουν συχνά-πυκνά πολιτικοί όλων σχεδόν των παρατάξεων, δημοσιογράφοι, ιερωμένοι, αθλητές κ.λπ. δημόσια πρόσωπα. Σκοπός του νόμου αυτού ήταν να το σκέφτονται κάποιοι δύο φορές προτού ασχημονήσουν λόγω και έργω κατά συμπολιτών τους επειδή έχουν απλώς διαφορετικό χρώμα, εθνικότητα, θρησκεία ή σεξουαλικότητα. Να υποχρεώνονται να βουτάνε πριν, τρόπον τινά, τη γλώσσα τους στο μυαλό τους ακόμα κι αν η καρδιά παραμένει ανεπίδεκτη μαθήσεως.


Παρά τις ατέλειες και την αμφιλεγόμενη σε κάποιες περιπτώσεις επίκλησή του, αποτέλεσε σίγουρα ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση – σε αυτόν οφείλεται και η καταδίκη στις 27/1/19 του «κοπρόστομου» μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιου Λενή που είχε κάνει αίσθηση, ο ίδιος δε δεν ξανακούστηκε έκτοτε να ασχημονεί λεκτικά, άρα κάπου τον έτσουξε (έφαγε επτά μήνες με αναστολή για φράσεις τύπου «φτύστε τους» και «αποβράσματα της κοινωνίας» σε κείμενό του που αναφέρονταν στους ομοφυλόφιλους). Με μεγάλο οπότε ενδιαφέρον αναμένονται οι ετυμηγορίες για τις τέσσερις αυτές υποθέσεις, ένα νούμερο εντυπωσιακό για μία μόνο μέρα εφόσον πολύ λίγες αναλογικά δίκες έχουν γίνει μέχρι σήμερα με βάση την εν λόγω νομοθεσία.