Οδηγώ στην Εθνική και βλέπω πελώριο πανό που γράφει «FUNERAL EXPO, πρώτη πανελλήνια έκθεση για εξοπλισμό κηδειών». Είναι σαν το κυπριακό «έφτασεν η ώραν σας» σε πανό. Πανελλήνια πρώτη έκθεση με εξοπλισμό κηδειών, έλα τώρα, ο χάρος βγήκε παγανιά. Δηλαδή, για να καταλάβω, πας και διαλέγεις σαν τον Ζάχο Χατζηφωτίου τάφο και φέρετρο και αν ο σταυρός θα είναι με στρογγυλεμένες άκρες και κανένα καλό μότο, να «γράφει» στο μνήμα. Quelle μακαβριότης, μον ντιέ, που θα 'λέγε και η μαντάμ Σουσού.


Η έκθεση γίνεται στην Ηelexpo. Έκπληξη πρώτη: δεν αφήνουν να μπει ο φωτογράφος. «Δεν επιτρέπονται φωτογραφίες» λένε κατηγορηματικά. «Μα, γιατί, έχετε και νεκρούς μέσα, ταριχευμένους; Προς τι αυτή η μυστικότητα;» ανεβάζω τα ντεσιμπέλ της θανατερής έκθεσης. Απάντηση όμως δεν παίρνω.


Η κοπέλα που κόβει εισιτήρια στη Funeral έχει μπει στο κλίμα της έκθεσης κι έχει κατεβάσει σφυγμούς. Τα κάνει όλα με το ελάχιστο της προσπάθειας. Ζητάω τον υπεύθυνο, αλλά βρίσκονται όλοι σε μια ομιλία για τη διαχείριση της σορού.

«Α, πολύ ενδιαφέρον» αναφωνώ, γιατί αν βρω μια σορό, πρέπει να ξέρω πώς να τη διαχειριστώ. Ζητάω να πάω να διαφωτιστώ επί του θέματος.


Δεύτερη έκπληξη: δεν μπορώ ούτε εγώ να μπω στην έκθεση, είναι μόνο για επαγγελματίες. «Είμαστε όλοι υποψήφιοι νεκροί» της λέω με στόμφο και της προτείνω να διαβάσει το «Ζώντες και τεθνεώτες» του Παπαγιώργη.


Δεν σηκώνει ούτε φρύδι. «Απαγορεύεται» μου λέει με τρόπο απόλυτο. Αλλά δεν ιδρώνει το αυτί μου.


«Αφήστε με να μπω, έχω λόγο». Όσο της μιλάω, σκέφτομαι τι ικανοποιητικό λόγο μπορεί να έχω. Η ατάραχη υπάλληλος με το αγελαδίσιο ύφος σαν να τσιμπάει στο φτηνό μου δόλωμα. «Μα, γιατί θέλεις να μπεις μέσα;» ρωτάει σε άμεσο ενικό. «Είμαι θανατολάγνος» της λέω πολύ σιγά, τύπου μυστικό στο αυτί.


Δεν την κατανοεί, όμως, την υποτιθέμενη λαγνεία μου. «Είσαι, τι;». «Θανατολάγνα. Μου έχει χαλάσει η επένδυση μέσα στο φέρετρο και θέλω να δω αν αλλάζει, να βάλω καλύτερα βελούδο, που είναι πιο ανθεκτικό από το σατέν».


Της δίνω μαζεμένες πληροφορίες και δείχνει ότι υπερφορτίζεται. «Όχι, εντάξει, κακό χιούμορ, είμαι δημοσιογράφος και θέλω να γράψω ένα ρεπορτάζ για την έκθεση». Στο «δημοσιογράφος» βγάζει φλύκταινες σαν να την έχει παρατήσει δημοσιογράφος στην εκκλησία και να έμεινε με το νυφικό να περιμένει σύξυλη.


«Τι είσαι λέει;» και ψάχνει τον σεκιουριτά. «Μα, δεν πάτε καλά εδώ μέσα οι φιουνεροϊθύνοντες» λέω αγανακτισμένη. Ως θανατολάγνα δεν είχα την αντίδραση που έχω με τη δημοσιογραφία. Δεν λέω, κάποιοι δημοσιογράφοι είναι λέρες, αλλά όχι κι έτσι. Εν τω μεταξύ, έχει καταφθάσει και ο περίπου φουσκωτός σεκιουριτάς και μου ζητούν ήρεμα να φύγω απ' την έκθεση.


«Θέλω τον υπεύθυνο, ας διακόψει επιτέλους απ' τη διαχείριση σορού, να έρθει να με διαχειριστεί». Με τούτα και μ' εκείνα την έχω δυναμιτίσει την κατάσταση. «Με καθυστερείτε», τους λέω, «και θα χάσω την ομιλία για την κοινωνική διαχείριση του θανάτου». Σκέφτομαι ότι αν το παίξω διαβασμένη και ότι γνωρίζω το πρόγραμμα, μπορεί και να έχω άλλη αντιμετώπιση.


Η «κόβω εισιτήρια», καθότι μάλλον κυκλοθυμική, κατανοεί τη ζοχάδα μου και βρίσκει τύπου δραματουργική λύση. Με προτρέπει να πάω να δω την 21 Έκθεση Ορθοδοξίας που συστεγάζεται με τη funeral και είναι και δωρεάν, με το σκεπτικό ότι η Ορθοδοξία μπορεί να με κατευνάσει.


Μπαίνω ανόρεχτα στην 21 Έκθεση Εκκλησιαστικών Ειδών. Η εμφάνισή μου είναι παραλιακή, γιατί υπολόγιζα μια βουτιά μετά τη funeral για να στανιάρω λίγο απ' τα φέρετρα και τις νεκροφόρες. Την περιβολή δεν τη λες και σεμνή. L.A. girl η κατάσταση, σορτσάκι, μπλουζάκι, μόνο τα ρόλερ σκέιτ λείπoυν και το γλειφιτζούρι. Περιδιαβαίνω με μια παράταιρη ανεμελιά στα stands της αγιοσύνης. Όλη η έκθεση μυρίζει λιβάνι, σαν ένα βιονικό χέρι να θυμιατίζει χωρίς φειδώ. Μου άρχεται αναγούλα γιατί έχω ευαισθησία στο λιβάνι. Η έκθεση δεν έχει πολύ κόσμο, κάτι πηγαδάκια με παπάδες, πολλά καντήλια και κάτι ψαλμωδίες από τα μεγάφωνα. Περνάω ένα stand με εικονογραφημένα παιδικά βιβλία με βίους αγίων κατάλληλα για προσχολική ηλικία. Δηλαδή, εκεί που διαβάζεις στο παιδί σου το αμαρτωλό δωδεκάθεο, δώσ' του μια Αγία Βαρβάρα να ξεματώνει για την Ορθοδοξία, να έρθει να μεγαλώσει με τα σωστά μαρτύρια το παιδί.


Δεν ξέρω αν αυτή η έκθεση είναι πιο πλουμιστή από τη funeral, αλλά ο σωστός χριστιανός εδώ βρίσκει το καθετί, μέχρι και κουμπιά για άμφια. Γούστο θα έχουν σε μονόχρωμο σακάκι. Ρωτάω πόσο πάει το κουμπί, αλλά δεν μπορώ να αγοράσω, γιατί δεν είμαι κληρικός. Θα βρω κανέναν παπά να του πω να μου πάρει μια πεντάδα.


Περνάω ένα stand ξυλογλυπτικής και ένα άλλο με ευαγγέλια. Από κάπου ακούγεται κάτι σαν λειτουργία. Ένας κύριος με προτρέπει να δω την έκθεση «Φως τέχνης ανέσπερον».


Ο Άγιος Αντώνιος φαίνεται ωραίο παιδί. Αναρωτιέμαι αν ο καλλιτέχνης είχε πραγματικό μοντέλο και ποιος να έχει ποζάρει για Άγιος Αντώνιος. Όμως ο καλλιτέχνης απουσιάζει και μένω με την απορία.


Σταματάω σε ένα εργαστήρι γλυπτικής. Μου λένε ότι δουλεύουν τον τόρνο με λέιζερ ή αυτό καταλαβαίνω και επίσης συμπληρώνουν διάφορες λεπτομέρειες για αμμοβολή και κάτι ακόμα που αρχίζει από ύδρο, όχι υδροκέφαλο, κάτι τέτοιο − δυσκολεύομαι και να παρακολουθήσω και να καταλάβω. Τους λέω «καλή αμμοβολή» και φεύγω.


Ο κύριος Κάππας στο stand 7 έχει εκκλησιαστικά κεντήματα για ιερά άμφια. Μια μανούλα παραγγέλνει περήφανη άμφια για τον γιο της που θα τον χειροτονήσουν. «Άντε και αρχιμανδρίτης» της λένε και καμαρώνει κι αυτή λες και ο γιος της θα παίξει στο Χόλιγουντ. «Άξιος» φωνάζω κι εγώ.


Ένας ξέμπαρκος παπάς σταυρώνει το κεφάλι κάποιου περαστικού, «η Αγία Τριάδα να ανταποδίδει τα πολλαπλάσια» λέει. Το ξανθό μου κεφάλι προσπαθεί να κατανοήσει την ευχή. Η Αγία Τριάδα, δηλαδή, και ο Πατήρ και ο Υιός του και το Άγιο Πνεύμα −αυτό το κατάλαβα− να ανταποδώσουν τα πολλαπλάσια. Δηλαδή, τζόγος η κατάσταση, κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις και είναι στο τριπλάσιο. Αυτά είναι διαφήμιση για τον ΟΠΑΠ.

 



Στο stand 10 o Mυστακίδης Τours
κάνει ταξίδια μόνο εκεί όπου βρίσκεις την ορθόδοξη παράδοση και τους θησαυρούς της Ορθοδοξίας. Δεν είναι ταξίδι αναψυχής αλλά για τους πραγματικούς προσκυνητές.


«Ταξίδι», του λέω, «πήγαινέ με κι όπου να 'ναι, κι αν χρειαστεί να κάνω και μια επίκυψη, αλλά να βάλουμε στο ιστορικό μια δισκοπάθεια και κάτι από αυχενικό». Ουδείς γελάει. Δεν ξέρω για την εικοστή, αλλά στην 21η Έκθεση Ορθοδοξίας όλοι είναι πολύ σοβαροί. Κρίμα, γιατί έχουν τόσο χιούμορ όταν βγάζουν αυτά τα φυλλάδια ότι η γιόγκα είναι του σατανά.


Ένας βιαστικός παπάς πέφτει πάνω μου και με ξενυχιάζει − κάποιον ψάχνει να βρει. Δεν φτάνει που μου βγάζει το νύχι, βάζει και στο κεφάλι μου ένα πετραχήλι, που ένας θεός ξέρει πού το είχε κρυμμένο, και μου διαβάζει ευχή.


«Να 'στε καλά», του λέω, «μάλλον με μάτιασε αυτή έξω που κόβει τα εισιτήρια».


Ο παπάς μού διαβάζει κάτι για τη βασκανία: τρεις διώχνουν το κακό, τρεις το διασκορπίζουν, κάτι τέτοιο νομίζω, όμως τα λέει και μέσα από τα δόντια του. Ντρέπομαι να του πω να το επαναλάβει να το γράψω στο iPhone, να το θυμάμαι.


Φεύγω από την έκθεση ζαλισμένο κοτόπουλο.
Μπορείς να μαστουρώσεις και με λιβάνι αν είναι σε τόσο μεγάλη δόση, όπως στην Έκθεση Ορθοδοξίας.


Στέκομαι πάλι δίπλα στην «εισιτηριατζού» που με κοιτάει με ύφος «πότε θα γλιτώσουμε από σένα;».


Από τη Funeral Expo βγαίνουν κάποια κουστουμαρισμένα κοράκια. «Ήταν ωραία μέσα;» ρωτάω έναν σοβαρό. Με κοιτάει σαν να είμαι ούφο. «Καλά ήταν, πρώτη φορά μαζευτήκαμε εδώ, αλλά εκθέσεις τέτοιες γίνονται κάθε χρόνο».


«Και ήταν χρήσιμη η έκθεση;». «Έλα, μωρέ, τους ξέρουμε όλους, έτσι, για να πούμε τις καλησπέρες μας ήρθαμε».


«Ποιος έχει το καλύτερο φέρετρο;» ρωτάω με νάζι. Δεν παίρνω απάντηση. Το κοράκι φεύγει, εγώ μένω με τις απορίες μου.
«Τώρα τι θα γίνει; Αφού, είπαμε, δεν μπαίνεις, ρε κοπελιά». Δεν της απαντάω της επίμονης, ψάχνω να βρω καλό νεκροθάφτη να μπω μέσα μαζί του ως συνοδός επαγγελματία.

Βγαίνει ένας νέος και ευθυτενής. «Γεια, είμαι η Τζούλη. Θες να ξαναμπούμε μαζί μέσα, να ρίξω ένα βλέφαρο;». Δεν εκπλήσσεται με το αίτημά μου. «Γαμώτο, ευχαρίστως, αλλά πρέπει να φύγω, κούκλα μου, έχω τρεις κηδείες να οργανώσω γι' αύριο». «Οk, καλές δουλίτσες» λέω, γιατί δεν ξέρω τι λένε σ' αυτές τις περιπτώσεις − ή μήπως έπρεπε να πω «να τους θάψεις καλά!». Στο καπάκι βγαίνει κι ένας άλλος μοντέρνος επαγγελματίας νεκροθάφτης, με τα Ralph Lauren, κάπως φλωράκος. Δεν φοράει κουστουμάκι, αλλά για να 'ταν μέσα, επαγγελματίας θα είναι. «Έχετε γραφείο τελετών;». «Όχι, νεκροφόρες δίνω». «Αχ, τέλεια, τι μάρκα;». «Μερσεντές». «Πολύ ωραία», λέω εγώ, «δεν έχω πάει ποτέ βόλτα με νεκροφόρα Μερσεντές». Με περνάει για αλαφροΐσκιωτη και φεύγει σκιαγμένος, σε στυλ «κρίμα μια χαρά κοπέλα να τα έχει χάσει».


Περιμένω κι άλλον νεκροθάφτη. Σαν τον μικρό πρίγκιπα που έψαχνε να του ζωγραφίσουν έναν βόα, εγώ ζητάω να με πάρουν συνοδό στη θανατερή έκθεση.

 


Ένας κλαρινογαμπρός,
επαγγελματίας, με ζαχαρώνει. «Θέλεις, μωρέ, να μπεις μέσα;» μου λέει. «Γιατί να τα δεις τώρα αυτά; Δεν πας να πιεις καμιά μπιρίτσα με καμιά φιλενάδα σου; Τι θες; Να μου δεις φέρετρα και τα ρέστα;». «Μου αρέσει αυτό το θέμα» λέω και κοιτάω ταβάνι, σχολή Στανισλάφσκι. «Να φανταστείτε, κύριε νεκροθάφτη μου, σε όποια χώρα και να πάω, επισκέπτομαι τα νεκροταφεία. Μαθαίνεις πολλά για τον πολιτισμό. Εκεί κάπως τον έπεισα, νομίζω, με τον πολιτισμό ή που κοίταξα ταβάνι.


Κόβει εισιτήριο και με βάζει μέσα. Στην εισιτηριατζού κάνω ένα «άρπα την» με το χέρι σαν να 'μαι η Βουγιουκλάκη. Αίφνης, νιώθω σαν παιδάκι που το βάζουν στην Disneyland − άκου τώρα. Η χαρά του θανάτου είναι εδώ. Σαν στέκι στον Άδη. Και μαρμαράδες και καντηλανάφτες και κοράκια και μακιγιάζ νεκρών και φέρετρα πολυτελείας και επιγραφές για νεκρούς και δυσοίωνα παιδικά φέρετρα και ό,τι μπορείς να φανταστείς. Βολικά παπούτσια να φοράς και να διαβαίνεις στη φρίκη του θανάτου. Πηγαίνω πιο γρήγορα από τον νεκροθάφτη. «Πού πας, Αλίκη, χωρίς τον Κούνελο;». Με κοιτάνε όλοι σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Στην έκθεση έχει μόνο κουστουμαρισμένους και κάτι κύριες με μαύρα, σαν να έφεραν και χήρες. Είμαι πολύ ζωντανή για την περίσταση. Νιώθω η ατίθαση του θανάτου. Θέλω να τους φωνάξω: «Δεν θα πεθάνω, κουφάλα νεκροθάφτη», να βγάλω τη γλώσσα έξω και να φύγω. Αλλά συγκρατούμαι και μπαίνω σε διάθεση αντάτζιο, παίρνω το θλιμμένο μου. Δεν θέλω να μείνω, όμως, άλλο. Ούτε μια ταρίχευση δεν είχε. Κάτι η 21η Ορθοδοξία με το λιβάνι, κάτι το πακετάκι με funeral και «αγγελούδι μου, σε πήρε κοντά του ο Θεός» σε επιγραφή, μου έφεραν μια πρώτη δυσφορία.

 


Βρίσκω τον νεκροθάφτη μου
να τον ευχαριστήσω για την πρόσβαση στα ενδότερα του θανάτου. «Πόσο πάει να με κάψετε;» του λέω, σαν να ρωτάω πόσο πάνε τα ενοικιαζόμενα στην Αμοργό τον Αύγουστο. Μπαίνει αμέσως στο θέμα. «Με δύο χιλιάρικα έχεις γίνει σκόνη, κούκλα». «Και η τεφροδόχος μέσα;» ρωτάω, για να αποδείξω ότι είμαι ακριβή στο λάδι, φτηνή στο ξίδι. Κουνάει καταφατικά το κεφάλι. «Να, από δω θα πάρεις τεφροδόχο», και μου δείχνει ένα stand, «ο Νούλης είναι ο καλύτερος». Πριν γίνω σταχτί, λέει να γίνω λούης από κει μέσα, δεν είμαι και επαγγελματίας. «Να», λέει, «πάρε την κάρτα μου» και μου κλείνει το μάτι. «Για ό,τι με χρειαστείς». Α πα πα! Φτύνω τον κόρφο και φεύγω.