Πόσο πιο ζεστή πόλη είναι η Αθήνα σήμερα συγκριτικά με το παρελθόν και γιατί; Τι ρόλο παίζει η λεγόμενη θερμική νησίδα στο μικροκλίμα της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων γενικά; Θα «μεγαλώσει» άραγε κι άλλο το καλοκαίρι; Τι σημαίνει να ζεις σε μια γεωγραφική περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος που αναμένεται να είναι από αυτές που θα δοκιμαστούν περισσότερο από την κλιματική αλλαγή; Πώς η πλανητική υπερθέρμανση προκαλεί ακραία καιρικά φαινόμενα που ενδεχομένως «ξεγελούν» (ψυχρές «εισβολές», κατακλυσμοί, Ιούλιοι που θυμίζουν... Οκτώβριους και αντιστρόφως κ.λπ.); Ποιος είναι ο μεγαλύτερος παράγοντας αβεβαιότητας στα προγνωστικά μοντέλα; Μπορούμε άραγε αν όχι να αντιστρέψουμε την κατάσταση, να μετριάσουμε τουλάχιστον τις συνέπειες, να είμαστε επίσης πιο προετοιμασμένοι γι΄αυτές;

 

— Συμμετείχατε, διάβαζα πέρσι, σε μια έρευνα του Ινστιτούτου Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου για τη μεταβολή των επιπέδων του θερμικού στρες στην Αθήνα τον τελευταίο μισό αιώνα, που έδειχνε αυξημένο θερμικό κίνδυνο και δυσφορία από το '90 και μετά, ειδικά εφόσον ανεβαίνει τόσο η μέση θερμοκρασία όσο και η διάρκεια των ζεστών περιόδων.

Πράγματι έτσι είναι. Επρόκειτο για μία από τις διάφορες έρευνες που έχουμε κάνει σχετικά εδώ στο Αστεροσκοπείο, κάποιες από τις οποίες αφορούν την Αθήνα και τις θερμικές συνθήκες που βιώνουν οι πολίτες της καθώς και τις μελλοντικές προβλέψεις. Άλλες βασίζονται σε κλιματικούς δείκτες (θερμοκρασία, βροχόπτωση κ.ά.), άλλες πάλι σε βιοκλιματικούς που σχετίζονται με το αίσθημα θερμικής δυσφορίας του ανθρώπινου οργανισμού. Οι τελευταίοι δείκτες είναι πιο σύνθετοι γιατί εισάγουν επιπλέον παραμέτρους όπως η υγρασία, ο άνεμος, η ηλιακή ακτινοβολία κ.ά.

 

Οι εξελίξεις μας βρήκαν απροετοίμαστους και ανεκπαίδευτους τόσο ατομικά όσο και ως Πολιτεία γιατί είχαμε κιόλας την πεποίθηση ότι ζούμε σε μια χώρα με «εγγυημένα» ήπιο και καλό κλίμα, όμως αυτό δεν θα είναι πια ο κανόνας. Καιρός να αλλάξουμε φιλοσοφία, να γίνουμε πιο υποψιασμένοι, να μην εφησυχάζουμε.


— Πόσο επηρεάζει το κλίμα της Αττικής η πλανητική υπερθέρμανση; Τι φανερώνουν τα υπάρχοντα στοιχεία;

Έχουμε την τύχη στο Αστεροσκοπείο να διαθέτουμε μια κλιματική χρονοσειρά διάρκειας ενάμιση αιώνα όσον αφορά την Αθήνα, μπορούμε οπότε να βασιστούμε όχι μόνο στις παρατηρήσεις των τελευταίων δεκαετιών αλλά να πάμε σε βάθος χρόνου. Το κλίμα της πρωτεύουσας αλλάζει πράγματι κι αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: αφενός η παγκόσμια υπερθέρμανση, αφετέρου η αθροιστική επίδραση αυτού που αποκαλούμε θερμική νησίδα – πρόκειται για το φαινόμενο που κάνει τις πόλεις ζεστότερες από το φυσικό τους περιβάλλον στη διάρκεια της μέρας, ακόμα και της νύχτας.

 

Η Μεσόγειος είναι ως γνωστό μια κλειστή θάλασσα και αν θερμανθεί πέραν του αναμενόμενου, αυτό θα έχει πολύ μεγάλη επίδραση σε όλες τις χώρες που την περιβάλλουν. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η Μεσόγειος είναι ως γνωστό μια κλειστή θάλασσα και αν θερμανθεί πέραν του αναμενόμενου, αυτό θα έχει πολύ μεγάλη επίδραση σε όλες τις χώρες που την περιβάλλουν. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Ζούμε κιόλας σε μια πόλη πυκνοκατοικημένη, πυκνοδομημένη, με λίγους ανοικτούς χώρους, φουλ τσιμέντο, ελάχιστο πράσινο, καμένα ή αποψιλωμένα σε μεγάλο βαθμό περιαστικά δάση...

Αυτά όλα σίγουρα επιδεινώνουν την κατάσταση, υπήρξαν εντούτοις στα μέσα του περασμένου αιώνα, στις δεκαετίες του '40 και του '50, κι άλλες θερμές περίοδοι όπως μας δείχνει η θερμοκρασιακή καμπύλη. Ακολούθησε μια ψυχρότερη περίοδος ως τα μέσα της δεκαετίας του '70, από κει και μετά όμως η θερμοκρασία ανεβαίνει σταθερά στην Αθήνα όπως και σε όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Εκτός από τους αυξημένους αριθμητικά καύσωνες και τις αυξημένες μέσες θερμοκρασίες, ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που μελετήσαμε και ποσοτικοποιήσαμε είναι η επιμήκυνση της θερμής περιόδου στη διάρκεια του έτους. Οι πρώτες ζέστες έρχονται πλέον νωρίτερα ενώ και ο χειμώνας «αργεί», έχουμε δηλαδή πρόωρη έλευση των κλιματικών δεικτών και καθυστερημένη λήξη. Αυτό αναμένεται επίσης να επιδεινωθεί, αλλάζοντας και την «κανονικότητα» των εποχών όπως τις γνωρίζαμε. Στα μέσα του αιώνα μας η θερμή περίοδος του έτους θα φτάσει να διαρκεί έναν επιπλέον μήνα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

— Είναι τα αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου ο κύριος υπεύθυνος γι΄αυτές τις εξελίξεις;

Δεν πρόκειται μόνο γι΄αυτά. Η βιομηχανική επανάσταση ξεκίνησε αρχές του 19ου αιώνα, άρα όλος ο 20ός αιώνας θα έπρεπε να υφίσταται μια συνεχή αύξηση της θερμοκρασίας. Αντί αυτού είχαμε αρκετές διακυμάνσεις. Όπως προείπαμε, τις υψηλές θερμοκρασίες των μέσων του 20ού αιώνα διαδέχθηκε μια ψυχρή περίοδος που έκανε μάλιστα κάποιους επιστήμονες να μιλούν για έλευση μιας νέας εποχής παγετώνων! Η θερμοκρασιακή αυτή πτώση οφειλόταν στην ύπαρξη πλήθους αιωρούμενων σωματιδίων (αεροζόλ ή αερολύματα) στην ατμόσφαιρα που έχουν την ιδιότητα να σκεδάζουν την ηλιακή ακτινοβολία πίσω στην ατμόσφαιρα και τα οποία λειτουργούν ανταγωνιστικά με τα αέρια του θερμοκηπίου. Από τα μέσα-τέλη της δεκαετία του '70 άρχισαν να τίθενται διεθνώς σε εφαρμογή αντιρρυπαντικές τεχνολογίες που περιόρισαν πολύ τη συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα αυτών των αερολυμάτων, όχι όμως και των αερίων του θερμοκηπίου που πλέον ήταν «ελεύθερα» να ανεβάσουν τη θερμοκρασία, όπως και συνέβη.


— Η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται γενικά από τις πιο ευαίσθητες στην κλιματική αλλαγή περιοχές της Γης. Έχει επίσης σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο ξηρασιών.

Η Μεσόγειος είναι ως γνωστό μια κλειστή θάλασσα και αν θερμανθεί πέραν του αναμενόμενου, αυτό θα έχει πολύ μεγάλη επίδραση σε όλες τις χώρες που την περιβάλλουν. Το φαινόμενο της ξηρασίας τώρα διαφέρει κάπως καθώς δεν σχετίζεται μόνο με το πόσο βρέχει αλλά επίσης με τη συχνότητα της βροχόπτωσης. Όσον αφορά την Αττική και γενικότερα την Ανατολική Μεσόγειο παρατηρήσαμε ότι ενώ η ετήσια ποσότητα βροχής δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα, άλλαξε ο αριθμός των βροχερών ημερών. Παλιότερα έβρεχε συχνότερα αλλά με πιο «νορμάλ» ρυθμούς, πλέον βρέχει σπανιότερα αλλά τα φαινόμενα τότε είναι πιο έντονα με ισχυρές καταιγίδες, θυελλώδεις ανέμους, πλημμύρες κ.λπ., τα δε κλιματικά μας μοντέλα προβλέπουν ότι η κατάσταση αυτή θα επιδεινωθεί περαιτέρω προς το τέλος του αιώνα μας.

 

Το κλίμα της Γης μεταβάλλεται διαρκώς αφότου δημιουργήθηκε ο πλανήτης, απλώς παλιότερα οι μεταβολές αυτές γίνονταν αισθητές σε μεγάλες χρονικές κλίμακες, σε χιλιετίες ενώ τώρα συμβαίνουν σε αναλογικά πολύ μικρότερες.
Το κλίμα της Γης μεταβάλλεται διαρκώς αφότου δημιουργήθηκε ο πλανήτης, απλώς παλιότερα οι μεταβολές αυτές γίνονταν αισθητές σε μεγάλες χρονικές κλίμακες, σε χιλιετίες ενώ τώρα συμβαίνουν σε αναλογικά πολύ μικρότερες.


— Εάν επαληθευθούν οι προβλέψεις θα είναι η Αθήνα του 2100 μια αισθητά πιο ζεστή, μια τροπική σχεδόν πόλη;

Είπατε κάτι σωστό, εάν επαληθευθούν – δεν το γνωρίζουμε με απόλυτη σιγουριά αυτό, εντούτοις οι έως τώρα προβλέψεις έχουν όλες επαληθευθεί. Τα μοντέλα που χρησιμοποιούμε έχουν πέσει μέσα όσον αφορά και το 2000 και το 2010 και το 2020. Έχουν κι αυτά τις αβεβαιότητές τους, δεν είναι καν όλα τα ίδια, είναι όμως γεγονός ότι πρόκειται για ποσοτικές διαφορές και όχι ποιοτικές. Δεν δείχνουν όλα την ίδια αύξηση θερμοκρασίας καθώς αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, η αύξηση όμως είναι δεδομένη, αν το κλίμα συνεχίσει να εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο κι αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα για τον περιορισμό των αερίων του θερμοκηπίου. Δεν είναι έπειτα μόνο η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή. Το κλίμα της Γης μεταβάλλεται διαρκώς αφότου δημιουργήθηκε ο πλανήτης, απλώς παλιότερα οι μεταβολές αυτές γίνονταν αισθητές σε μεγάλες χρονικές κλίμακες, σε χιλιετίες ενώ τώρα συμβαίνουν σε αναλογικά πολύ μικρότερες.


— Ποιοι φυσικοί παράγοντες μπορούν να μεταβάλλουν το κλίμα, πέρα από την ανθρώπινη δραστηριότητα;

Η αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, η οποία δεν είναι μόνο ανθρωπογενούς προέλευσης, η ηλιακή δραστηριότητα, οι εκρήξεις των ηφαιστείων επίσης. Τέτοιες εκρήξεις προκαλούν πολύ μεγάλη έκλυση αιωρούμενων σωματιδίων που εμποδίζουν τις ηλιακές ακτίνες να φτάσουν στην επιφάνεια, ρίχνοντας έτσι τη θερμοκρασία. Υπήρξαν περίοδοι όπως αυτή πριν από 2-3 αιώνες που για κάποιο λόγο σημειώθηκαν συνεχόμενες εκρήξεις μεγάλων ηφαιστείων. Αποτέλεσμα η έλευση μιας μικρής παγετώδους εποχής, με αρκετά χαμηλότερες μέσες θερμοκρασίες από τις κανονικές. Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι όλοι αυτοί οι φυσικοί παράγοντες παραμείνουν αμετάβλητοι μέχρι το τέλος του αιώνα, η μεγάλη άνοδος της θερμοκρασίας θα είναι αναπόφευκτη, όπως επίσης η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων.


— «Πάνε πακέτο» δηλαδή αυτά τα δύο;

Ακριβώς. Υπάρχει ξέρετε μια παρανόηση, σου λέει ο άλλος για ποια υπερθέρμανση μιλάμε όταν είδαμε προ μερικών ετών χιόνια στην Αίγυπτο (σ.σ. είχε να χιονίσει εκεί 112 χρόνια!), όταν πέρσι «μπήκαν στην κατάψυξη» οι μισές ΗΠΑ ή όταν ο μισός Ιούλιος φέτος στην Ελλάδα ήταν «φθινοπωρινός». Όταν μιλάμε για άνοδο της θερμοκρασίας εννοούμε τη μέση τάση, στο ενδιάμεσο όμως ο καιρός προβλέπεται πιο ευμετάβλητος. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα γίνουν συχνότερα γιατί αυτή η θερμοκρασιακή αύξηση δεν συμβαίνει ομοιόμορφα. Η ξηρά, η θάλασσα, ο ισημερινός, οι δύο πόλοι ζεσταίνονται με διαφορετικό ρυθμό κι αυτό επηρεάζει το εύρος και την κατανομή των θερμοκρασιακών πιέσεων. Οι διαφορές αυτές είναι που δημιουργούν τα έντονα φαινόμενα. Υπάρχουν έπειτα οι λεγόμενοι μηχανισμοί ανάδρασης που ενισχύουν την αβεβαιότητα των μοντέλων πρόβλεψης, ενισχύοντας ή αποδυναμώνοντας το αίτιο που τους προκάλεσε.


— Ένα τέτοιο παράδειγμα;

Θα σας πω. Θερμαίνεται ο πλανήτης και μαζί του οι θάλασσες και οι ωκεανοί με αποτέλεσμα να αυξάνεται η εξάτμιση, άρα και η νέφωση. Περισσότερη νέφωση όμως σημαίνει λιγότερη ακτινοβολία, άρα και μείωση θερμοκρασίας στην επιφάνεια. Ούτε όμως και τα νέφη είναι όλα ίδια, είναι επιπλέον ο μεγαλύτερος παράγοντας αβεβαιότητας στα κλιματικά μοντέλα.

 

Εκείνο που σίγουρα οφείλει να γίνει συνείδηση είναι ότι η κλιματική αλλαγή αυξάνει όχι μόνο τους κινδύνους φυσικών καταστροφών αλλά και τη συχνότητα εμφάνισής τους. Φέτος είχαμε τη Χαλκιδική, πέρσι το Μάτι και την Κινέτα, το '17 τη Μάνδρα...
Εκείνο που σίγουρα οφείλει να γίνει συνείδηση είναι ότι η κλιματική αλλαγή αυξάνει όχι μόνο τους κινδύνους φυσικών καταστροφών αλλά και τη συχνότητα εμφάνισής τους. Φέτος είχαμε τη Χαλκιδική, πέρσι το Μάτι και την Κινέτα, το '17 τη Μάνδρα...


— Δηλαδή;

Υπάρχουν τα χαμηλά και «παχιά» νέφη, υπάρχουν κι εκείνα που βρίσκονται ψηλά στον ουρανό και είναι αραιά σαν κουρτίνες. Η συσσώρευση των πρώτων προκαλεί ψύξη για τους λόγους που προαναφέραμε. Τα δεύτερα, οι θύσανοι, κάνουν ακριβώς το αντίθετο, λειτουργούν σαν αέρια θερμοκηπίου. Αν υπερισχύσουν αυτά θα προκαλέσουν περαιτέρω θερμοκρασιακή αύξηση λειτουργώντας σαν ένα δεύτερο αέριο θερμοκηπίου. Τα πράγματα είναι, βλέπετε, πιο πολύπλοκα από ό,τι φαίνεται. Μετά τα πρόσφατα ακραία καιρικά φαινόμενα στη Χαλκιδική είχαμε αρκετά τηλέφωνα στο Εθνικό Αστεροσκοπείο που μας ρωτούσαν αν συνδέονταν με την κλιματική αλλαγή. Όχι, δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο, έχει ξανασυμβεί και στο απώτερο παρελθόν τέτοια κακοκαιρία στην περιοχή – η ειδοποιός διαφορά είναι ότι μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής αυξάνονται οι πιθανότητες να συμβαίνουν πιο τακτικά.


— Πώς θα μπορούσαμε άραγε να μετριάζαμε τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στο λεκανοπέδιο αλλά και γενικότερα;

Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος είναι να περιοριστεί το φαινόμενο της θερμικής νησίδας που σημαίνει λιγότερο τσιμέντο και σαφώς περισσότερο πράσινο σε ένα πρώτο επίπεδο, μικρότερο αρνητικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα του καθενός από μας σε ένα δεύτερο. Περιορίζοντας δηλαδή όσο γίνεται τη χρήση ιδιωτικού ΙΧ, τη λειτουργία των κλιματιστικών και λοιπών επιβαρυντικών πρακτικών και παραγόντων. Το ίδιο ισχύει βέβαια για παραγωγικές μονάδες και άλλες δραστηριότητες που προκαλούν αυξημένη έκλυση αερίων του θερμοκηπίου.


— Έχει επομένως σημασία τι είδους ανάπτυξη θέλουμε και πώς τη θέλουμε.

Σαφώς. Όλο αυτό όμως είναι καταρχήν θέμα παιδείας, προτεραιοτήτων αλλά και αναγκών του καθενός, δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω. Εκείνο που σίγουρα οφείλει να γίνει συνείδηση είναι ότι η κλιματική αλλαγή αυξάνει όχι μόνο τους κινδύνους φυσικών καταστροφών αλλά και τη συχνότητα εμφάνισής τους. Φέτος είχαμε τη Χαλκιδική, πέρσι το Μάτι και την Κινέτα, το '17 τη Μάνδρα... Οι εξελίξεις μας βρήκαν απροετοίμαστους και ανεκπαίδευτους τόσο ατομικά όσο και ως Πολιτεία γιατί είχαμε κιόλας την πεποίθηση ότι ζούμε σε μια χώρα με «εγγυημένα» ήπιο και καλό κλίμα, όμως αυτό δεν θα είναι πια ο κανόνας. Καιρός να αλλάξουμε φιλοσοφία, να γίνουμε πιο υποψιασμένοι, να μην εφησυχάζουμε. Η τεχνολογία πάντως είναι σύμμαχός μας γιατί τα προγνωστικά μοντέλα είναι πλέον ακριβέστερα, η τηλεπισκόπηση και η δορυφορική παρακολούθηση γρηγορότερη. Εκείνο που χρειάζεται είναι ετοιμότητα, καλύτερη οργάνωση και συντονισμός.

__________

Η δρ. Δήμητρα Φουντά είναι ερευνήτρια του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και υπεύθυνη ιστορικής βάσης κλιματικών δεδομένων του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΙΕΠΒΑ)