Αγαπητέ Στάθη,

 

Η συνέντευξη μας φαίνεται ότι  εξακολουθεί να συζητιέται. Ευχάριστο αυτό.     

           

Ανάμεσα στα μηνύματα που έλαβα – και είναι πολλά- μου ήρθε κάποιο που επισημαίνει μια όντως σημαντική παράληψη εκ μέρους μου : Εκεί που με ρωτάς « Ποιό αξιακό χαρακτηριστικό  της τέχνης σου, πιστεύεις  ότι δεν διέκρινε κανείς;» Ξεκινώ την απάντηση μου λέγοντας « Δεν έχουν επισημάνει την ταύτιση του στίχου μου με τον ήχο του.»     

       

Αυτό δεν είναι καθόλου έτσι!  Άσε που είναι και μεγάλη αγνωμοσύνη εκ μέρους μου.

         

Ο Γιάννης Καλιόρης τον Μάρτη του ΄65 – δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο- γράφει στην «Επιθεώρηση Τέχνης» για τους στίχους και την μουσική μου: Το καθένα απ΄τα δύο αυτά στοιχεία, μπορεί και λειτουργεί μόνον μέσα από την ενότητα του με το άλλο. Η σύλληψη  (του καθενός από αυτά) εκπορεύτηκε εξαρχής και ταυτοχρόνως από κοινή συγκινησιακή αφετηρία.                                                                                                                                           

Επίσης ο Ευγένιος Αρανίτσης τον Μάιο του ’89, σε εκτενέστατο άρθρο του στην «Ελευθεροτυπία» και με αφορμή τις επεισοδιακές παραστάσεις στο ΖΟΟΜ με το «Κούρεμα»,  γράφει –  μη δίνοντας ιδιαίτερη σημασία  στις εναντίον μου  άναρθρες  κραυγές- ότι:  Είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να διαχωρίσει την μουσική του Σαββόπουλου από τους στίχους ή την φωνή του… Τον χρειαζόμαστε σήμερα περισσότερο παρά ποτέ,                                                                                                                                             

Μα πώς τα ξέχασα αυτά; Πάει ξεκούτιανα!    

                                                                   

Τι θα σκέφτηκαν οι άνθρωποι αν διάβασαν την συνέντευξη, δεν τολμώ να φανταστώ, δεδομένου ότι ο μεν Ευγένιος Αρανίτσης τόλμησε με εκείνο το άρθρο  του να με υποστηρίξει δημόσια- με τρόπο ουσιαστικό και συγκινητικό- σε μια στιγμή που όλοι με είχαν φτυσμένο (Μάιος ‘ 89), ο δε Γιάννης Καλιόρης, 56 χρόνια πριν που δεν με ήξερε κανείς,  πήρε την ευθύνη και την πρωτοβουλία να μιλήσει για τα πρώτα-πρώτα αδόκιμα τραγούδια μου και να τα συστήσει στους αναγνώστες του ιστορικού περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» (Μάρτιος ΄65).                                                                                         

 

Φυσικά, αυτό που λέω παρακάτω στην ίδια ερώτηση, ότι « οι στίχοι μου από μόνοι τους μπορεί να έχουν ένα α΄ ενδιαφέρον αλλά αν σου τους τραγουδήσω δεν ακούς ένα τραγούδι, ακούς ένα ποίημα» αυτό μόνο ο Δημήτρης Καράμπελας το ισχυρίστηκε, προς μεγάλη μου ικανοποίηση,  στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε  το 2003. Τον έχω πιο πρόσφατο τον Δημήτρη γι΄αυτό φαίνεται δεν τον ξεχνώ.                                                              

 

Τι να πω; Χίλια συγγνώμη Ευγένιε, χίλια συγνώμη Γιάννη μου, να πάρει η ευχή ου γαρ έρχεται μόνον. Έχετε πάντα την αγάπη και την βαθειά μου εκτίμηση.

 

Δικός σας.

Διονύσης Σαββόπουλος

 

 Υ.Γ: Ευχαριστώ επίσης το… μαμούνι που  ξετρύπωσε  το ατόπημα μου αλλιώς θα είχα μείνει στο χάσιμο και στην αχαριστία μου.