— Τι χρειάζεται ώστε να αλλάξει η πατριαρχική δομή της κοινωνίας;

Η πατριαρχική δομή δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, μια απρόσιτη δύναμη που εξουσιοδοτεί τους εκπροσώπους της, από την οικογένεια μέχρι την κυβέρνηση, να εξασφαλίσουν την επιβολή της. Η εξουσία της, αντί να εξυπηρετεί τις ανάγκες και τις επιθυμίες του ατόμου και του συνόλου, τις αλλοτριώνει. Τα αγόρια ανατρέφονται από πατεράδες και μανάδες ώστε να γίνουν ισχυροί, επιθετικοί, λογικοί και «κουβαλητές» των οικογενειών τους. Θα πρέπει να κρύβουν συναισθήματα, αδυναμίες και καθετί που παραπέμπει στη θηλυκή τους πλευρά. Η πατριαρχική δομή εξουσιάζει το μυαλό, το σώμα, το φύλο, τη σεξουαλικότητα, το πώς σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και τους άλλους. Εξουσιάζει, επίσης, το πώς οριοθετούμε το αληθινό από το ψευδές, το λογικό από το παράλογο, το αποδεκτό από το απαράδεκτο κ.λπ. Αυτές οι οριοθετήσεις δεν είναι σταθερές και καθορίζονται από τον συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτισμικών δυνάμεων. Σήμερα οι άνδρες παραμένουν κυρίαρχοι στην κοινωνία, αλλά είναι ανέτοιμοι να αποδεχτούν την ισότητά τους με τις γυναίκες και τα άτομα με διαφορετική έμφυλη ταυτότητα και σεξουαλικό προσανατολισμό, που αγωνίζονται να χειραφετηθούν κοινωνικά, οικονομικά και σεξουαλικά. Για να γίνει οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή, τα υλικά που θα πρέπει να δουλευτούν είναι οι άνθρωποι, η νοοτροπία τους σε ατομικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Ιδιαίτερα ο άντρας χρειάζεται να κάνει μια επανάσταση, να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα, σε μια νέα προοπτική όπου θα επικρατούν ο σεβασμός, η αποδοχή του άλλου και όχι η μισαλλοδοξία, τα φτηνά ιδεολογήματα. 

 

— Ποιες είναι οι αιτίες που ένας άνθρωπος γίνεται βιαστής ή παιδεραστής;

Μιλάτε για δύο μορφές βίας που ξεσηκώνουν γενική κατακραυγή, επειδή ο εγκληματίας δεν επιτίθεται μόνο σε ένα άτομο αλλά ταυτόχρονα και στην κοινωνία, με την οποία διαρρηγνύει τις σχέσεις του. Ο πολιτισμός θεσπίστηκε για να δαμαστούν τα επιθετικά και σεξουαλικά ένστικτα του ανθρώπου, ώστε να ζήσει ασφαλής σε οργανωμένες κοινωνίες. Όμως, ορισμένα άτομα δεν μπορούν να ελέγξουν τα ένστικτά τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε στο ότι η οικογένειά τους δεν μπόρεσε να τα εκπαιδεύσει να ελέγχουν και να εξημερώνουν τα αντικοινωνικά τους ένστικτα είτε στο ότι τραυματίστηκαν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Το παιδί αδυνατεί να μεταβολίσει τη βίαιη συμπεριφορά του ενήλικα που το δέρνει ή το αποπλανεί, το εκμεταλλεύεται σεξουαλικά. Υποκύπτει στον διώκτη και τελικά ενδέχεται να ταυτιστεί με αυτόν. Κάποιοι σαδιστές παιδόφιλοι ανέφεραν ότι είχαν υποστεί τραυματισμό (και σεξουαλικό) στην παιδική τους ηλικία από κοντινούς τους ενήλικες. Επίσης, κάποιος μαθαίνει να γίνεται βίαιος, παρατηρώντας τη βία των άλλων, ιδιαίτερα εάν αυτή η βία εκτιμάται και επιβραβεύεται. Εάν ένας άντρας μεγάλωσε με έναν καταχρηστικό πατέρα, ο ψυχισμός του διαμορφώνεται έτσι ώστε συχνά η προσφυγή στη βία αποτελεί μέρος της προσωπικότητάς του. Θα προσφεύγει στη βία για να εκτονώνει τα ένστικτά του ή για να νιώθει ότι παίρνει αξία στα μάτια του περιβάλλοντός του. Ένας βίαιος π.χ. ναρκισσιστής, όταν επιτίθεται, προκαλεί στον άλλον αυτό που φοβάται περισσότερο. Με την επίθεσή του επιχειρεί να επουλώσει μια δική του κρυφή πληγή, να πάρει εκδίκηση για ένα ταπεινωτικό παρελθόν. Οποιαδήποτε αποτυχία μπορεί να βιωθεί από ένα τέτοιο άτομο ως προσωπικός τραυματισμός, γεγονός που το οδηγεί στη βία η οποία προορίζεται να βλάψει τον άλλον, όπως είχαν βλάψει κι εκείνο ως παιδί.

 

Ένα παιδί αδυνατεί να μεταβολίσει τη βίαιη συμπεριφορά ενός ενήλικα που το δέρνει ή το αποπλανεί, το εκμεταλλεύεται σεξουαλικά. Υποκύπτει στον διώκτη και τελικά ενδέχεται να ταυτιστεί με αυτόν. Κάποιοι σαδιστές παιδόφιλοι ανέφεραν ότι είχαν υποστεί τραυματισμό (και σεξουαλικό) στην παιδική τους ηλικία από κοντινούς τους ενήλικες.

 

— Όταν έχεις κακοποιηθεί σε μικρή ηλικία, όπως πολλά από τα θύματα που είδαμε αυτές τις μέρες, πόσο δύσκολο είναι να σβήσεις αυτή την τραυματική κατάσταση;

Όλες οι τραυματικές καταστάσεις έχουν δύο διαστάσεις. Η μια πλευρά αφορά τις επώδυνες εντυπώσεις που παραμένουν ζωντανές και δεν αφήνουν το θύμα να ξεχάσει. Ξαναζεί την τραυματική σκηνή σε εφιάλτες τη νύχτα ή την ημέρα, με εικόνες τρομακτικές, που εισβάλλουν στον ψυχισμό του. Οι τραυματικές εικόνες επαναλαμβάνονται για χρόνια, μαζί με άγχος, τρόμο και θλίψη, αυτοκαταστροφικότητα, πάγωμα της σκέψης, παραίτηση. Το θύμα καταφεύγει σε ναρκωτικά, φάρμακα και αλκοόλ για να μαλακώσει ο πόνος. Κάθε μέρα, απαράλλακτη με την προηγούμενη, μοιάζει με κάτεργο. Από την άλλη πλευρά, το Εγώ αναπτύσσει μια αντίρροπη δύναμη στις οδυνηρές επιπτώσεις του τραύματος. Ριζικές άμυνες επιχειρούν να εξαφανίσουν οτιδήποτε πόνεσε το θύμα, να σβήσουν από τον ψυχισμό οτιδήποτε επώδυνο χαράχτηκε πάνω του, να εμποδίσουν οτιδήποτε θα μπορούσε να αναζωπυρώσει το τραύμα. Οι άμυνες, μαζί με το τραύμα, επιχειρούν να εξαφανίσουν και το κομμάτι του εαυτού που λαβώθηκε. Το Εγώ προτιμάει να ακρωτηριάσει ένα τμήμα του παρά να ξαναζήσει τη στιγμή που δολοφονήθηκε η ψυχή του. Ακόμα και στην ψυχοθεραπεία, όταν η σκέψη τείνει να κατευθυνθεί προς το τραύμα, ο ασθενής απότομα σταματάει να σκέφτεται και αρχίζει να μιλάει για κάτι άλλο. Ακόμα και τη θεραπεία του μπορεί να σταματήσει για να αποφύγει να ξαναζήσει το τραύμα του. 

 

Σάββας Σαββόπουλος
Σάββας Σαββόπουλος

— Πώς επιδρά η εξουσία όταν την κατέχουν άνθρωποι που εκ του αποτελέσματος βλέπουμε ότι είναι ναρκισσιστικά άτομα;

Θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε πρώτα γιατί ναρκισσιστικά άτομα αποζητούν την εξουσία. Ίσως δεν είναι τυχαίο. Ο ψυχισμός του ναρκισσιστή που πληγώθηκε όταν ήταν παιδί στερείται ενός σταθερού εσωτερικού πλαισίου και μιας ηθικής συνείδησης. Κατακλύζεται από αισθήματα κενού και χαμηλή αυτοεκτίμηση, καταστάσεις που τον οδηγούν σε μια χαοτική και παρορμητική συμπεριφορά. Ο ναρκισσιστής γαντζώνεται στην καθημερινή του ανάγκη για επιβεβαίωση. Η σχέση με το παρελθόν είναι αποκλεισμένη, γιατί αποφεύγει να προσεγγίσει τους διαδοχικούς τραυματισμούς που τον αποπροσανατόλισαν. Κατά κάποιον τρόπο «καταστρέφει» τον ψυχικό χρόνο για να μην αναγνωρίσει τις περασμένες πληγές και τους τρέχοντες κινδύνους. Φοβάται ότι οι άλλοι θα τον αποκηρύξουν, θα τον εγκαταλείψουν. Έτσι, ο ναρκισσιστής είναι υποχρεωμένος να ζει στο σήμερα και προσκολλάται στην εξωτερική πραγματικότητα. Τον συντηρεί μόνο η φανταστική παντοδυναμία του, η μεγαλομανιακή τελειότητα που αποδίδει στον εαυτό του για να αποκρύψει τις ελλείψεις και τα τραύματα του. Θα αναζητήσει τον θαυμασμό στο βλέμμα των άλλων, κάποιες φορές την υποταγή τους. 

 

Σε μια ιδιαίτερη μορφή παθολογικού ναρκισσισμού, το άτομο αποφεύγει με κάθε τρόπο τη ματαίωση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ο «κακοήθης ναρκισσισμός». Ένα τέτοιο πρόσωπο παραμορφώνει και διαψεύδει την πραγματικότητα, γιατί αδυνατεί να την αποδεχτεί όπως είναι. Σε αυτήν τη μορφή ναρκισσισμού, η καταστροφικότητα παίζει κυρίαρχο ρόλο και συνεπώς η μεγαλομανία διαμορφώνεται από τις καταστροφικές πτυχές ενός φανταστικού, εξιδανικευμένου εαυτού. Τέτοια άτομα έχουν ανάγκη από την εξουσία σε κάθε επίπεδο και θεσμό, ώστε να μπορέσουν να στηρίξουν τις μεγαλομανιακές επιδιώξεις τους. Επίσης, έχουν ανάγκη να βρουν τρόπους να ικανοποιήσουν τις οποίες ενστικτώδεις ανάγκες τους (απληστία, επιθετικότητα, σεξουαλικότητα, καλλιέργεια μιας μεγαλειώδους εικόνας εαυτού), χρησιμοποιώντας τους άλλους ως μαριονέτες.

 

Τεύχος 674
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

— Ποιοι είναι οι λόγοι που μια γυναίκα δεν καταγγέλλει τη βία που δέχεται;

Είναι αρκετοί. Δεν εμπιστεύονται αυτό που τους συνέβη σε κανέναν, ούτε στους πιο κοντινούς τους ανθρώπους. Ο πιο συχνός λόγος είναι η ντροπή και η ενοχή. Σε περιπτώσεις βιασμού συχνά έχει ακουστεί «πήγαινε γυρεύοντας», «μα, ήταν τόσο προκλητικά ντυμένη» κ.λπ. Τα θύματα, σε μια τέτοια δηλητηριώδη ατμόσφαιρα, ενδέχεται να νιώσουν όχι μόνο αποσταθεροποιημένα αλλά και αποδιοργανωμένα μετά το πάγωμα του βιασμού. Αναρωτιούνται μήπως έφταιξαν σε κάτι, αν μπορούσαν να το αποφύγουν. Αυτές οι ενοχές κάνουν τα θύματα να σιωπήσουν για όσα υπέστησαν.

 

Άλλος λόγος αυτής της σιωπής είναι ο στιγματισμός. Σε ορισμένες περιοχές ένα πρόσωπο που έχει βιαστεί μπορεί να θεωρηθεί βρόμικο και ακάθαρτο, το οποίο γεμίζει ντροπή την οικογένεια και την κοινότητά του. Ένας πατριαρχικός σκοταδισμός βυθίζει στην απελπισία τα θύματα βίας, ο οποίος, αντί να αναλάβει την ευθύνη για μια ιδεολογία που συγχέει αρρενωπότητα με τη βία, στιγματίζει αυτήν που τη δέχεται. Δηλαδή, αντί να στιγματίζεται ο φονιάς, ο βιαστής, στιγματίζεται το θύμα.

 

Παράλληλα, άλλος ένας λόγος είναι ο φόβος του θύματος ότι εάν καταγγείλει αυτόν που άσκησε βία, αυτός ή η ομάδα που τον καλύπτει θα του επιτεθούν και πάλι και θα του κάνουν μεγαλύτερο κακό. Επίσης, φοβάται το πώς θα αντιμετωπιστεί από τις Αρχές αν καταγγείλει τη βία. Φοβούνται γενικότερα μήπως αυτός στον οποίον θα εμπιστευτούν την τραυματική τους εμπειρία δεν θα τις καταλάβει ή θα υποτιμήσει το τραυματικό γεγονός. «Μα, τι έκανες στον σύζυγό σου και αντέδρασε έτσι βίαια;» ή «αυτό δεν το περίμενα, αυτό δεν μπορεί να το έκανε ο πατέρας σου». Ο φόβος μεγαλώνει όταν τα θύματα αγνοούν τις δυνατότητες προστασίας που τους παρέχει το νομικό σύστημα της χώρας και τα δίκτυα αλληλεγγύης. 

 

Τέλος, άλλος ένας λόγος που αποτρέπει την καταγγελία είναι ο στενός δεσμός που ενώνει το θύμα με τον αυτουργό του εγκλήματος, ιδιαίτερα όταν είναι ένα κοντινό πρόσωπο. Σε αρκετές περιπτώσεις αιμομιξίας το θύμα δεν επιθυμεί ο αυτουργός να φυλακιστεί, απλώς να σταματήσει η κακοποίηση. Μάλιστα, εάν η αποπλάνηση συμβεί πολύ νωρίς στη ζωή, το θύμα αισθάνεται συχνά συνένοχο. Μια ασθενής μου, την οποία αποπλανούσε ο θείος της από τα πέντε μέχρι τα δεκαοχτώ της χρόνια, μου ζήτησε βοήθεια όταν προσβλήθηκε από καρκίνο. Όλη της τη ζωή η αιμομικτική σχέση βιωνόταν σαν ένα θανάσιμο αμάρτημα, για το οποίο έπρεπε να πληρώσει. Έπρεπε να νοσήσει βαριά για να μιλήσει για το τραύμα της. Το να βάλει λέξεις στα γεγονότα που έζησε είναι κάπως σαν να τα ξαναζεί σε έναν πρώτο χρόνο, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να βγει από τα «μάγια» του τραύματος, για να αρχίσει μια διαδικασία ανακατασκευής. 

 

— Σε διάφορους θεσμούς, π.χ. στην εκπαίδευση, στην Εκκλησία, στην άσκηση της ιατρικής τέχνης κ.λπ., έχουν καταγραφεί περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης. Στις ψυχαναλυτικές εταιρείες έχουν συμβεί τέτοια περιστατικά;

Οι άνδρες ψυχαναλυτές έχουν καταχραστεί τη θέση τους για να αναπτύξουν σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες ασθενείς τους. Στις ψυχαναλυτικές ενώσεις δραστηριοποιούνται άνθρωποι, μέλη της κοινωνίας. Μια ψυχαναλυτική ένωση δεν είναι καλύτερη ούτε χειρότερη από μια ένωση ρακοσυλλεκτών, έναν δικηγορικό σύλλογο ή μια ένωση κληρικών. Όντως ψυχαναλυτές έχουν εκδιωχθεί από τις εταιρείες τους, γιατί δημιούργησαν ανάρμοστες σχέσεις με αναλυόμενες. Οι ασθενείς κατά τη θεραπεία παλινδρομούν και ασυνείδητα αναβιώνουν με τον θεραπευτή τους συναισθήματα και καταστάσεις που ένιωσαν για τους γονείς τους. Ακόμα και εάν μια ασθενής «ερωτευτεί» τον ψυχαναλυτή της, αυτή η «επιθυμία» συγκαλύπτει την οιδιπόδεια παιδική επιθυμία για αγάπη από τον γονιό της. Ο θεραπευτής θα πρέπει να ακούσει το αίτημα της ασθενούς-κοριτσιού και ενήλικα για στοργή, αποδοχή, για επανόρθωση του πληγωμένου ψυχισμού, της θηλυκότητάς της και όχι να την αποπλανήσει με κακοήθεια. Η αποπλάνηση της ασθενούς από τον θεράποντα είναι ουσιαστικά μια αιμομικτική πράξη, ένας ολέθριος βιασμός της «κόρης» από τον «πατέρα», που θα φυλακίσει ισόβια τη σεξουαλικότητά της σε έναν τόπο ντροπής, ενοχής, αναξιότητας και αδυναμίας να αγαπά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ψυχαναλυτής, ο ιερέας, ο δάσκαλος, αποκαλύπτεται πως είναι λύκος με μορφή προβάτου.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.