Η δεκαετία του '60, όσον αφορά το παιχνίδι, χαρακτηρίζεται από το πλαστικό, την μπαταρία και τη βιομηχανοποίηση γενικότερα. Η αλλαγή υλικού φέρνει επανάσταση στον τρόπο που κατασκευάζονται τα παιχνίδια για πάντα. Στην Ευρώπη το γεγονός που σηματοδοτεί τη σημαντικότατη αυτή αλλαγή ήταν η απαγόρευση του τσίγκου στις αρχές του 1960 ως επικίνδυνου υλικού για να παίζουν τα παιδιά λόγω της χρησιμοποίησης τοξικών για την επεξεργασία του αλλά και λόγω της αιχμηρότητάς του - ένα παιδί μπορούσε εύκολα να κοπεί. Μέχρι πρότινος ο τσίγκος θεωρούνταν ένα από τα πιο φτηνά υλικά κατασκευής παιχνιδιού, αφού μπορούσε κάποιος να το μαζέψει απλά από τα σκουπίδια. Με τον καιρό ακρίβυνε και η παραγωγή του, μιας και ήταν κυρίως δουλειά που γινόταν στο χέρι και χρειαζόταν πολύπλοκη επεξεργασία. Μαζί με τον τσίγκο πεθαίνουν και οι οικοτεχνίες και οι μικρές βιοτεχνίες που χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά αυτό το υλικό σιγά σιγά. Τα τσίγκινα παιχνίδια ήταν κυρίως πολύχρωμα συρόμενα αυτοκίνητα, λεωφορεία ή ζωάκια όπως αλογάκια ή παπάκια. Τη θέση του παίρνει το πλαστικό και το βινύλιο, υλικά που θεωρούνται, εκτός από υγιεινά, πιο ανθεκτικά και με χρώματα που δεν ξεβάφουν ή ξεθωριάζουν με το πλύσιμο.

Το '60 μεσουρανεί επίσης η εποχή της ιαπωνικής αγοράς, που έχει βέβαια ξεκινήσει από το '50, αλλά κορυφώνεται την επόμενη δεκαετία. Οι κατασκευαστές αντιγράφουν ιαπωνικά παιχνίδια και τα καταστήματα κατακλύζονται από ρομπότ και διαστημόπλοια που γράφουν πάνω «Μέιντ ιν Τζαπάν». Το παιχνίδι σταματάει να είναι κουρδιστό και λειτουργεί πλέον με μπαταρία. Διάσημο γκάτζετ της εποχής που πρωτοκυκλοφορεί το '30 αλλά το '60 παίρνει τη διάσημη πλαστική του μορφή είναι το view master, τα γυαλιά που μοιάζουν με κουτί και που μπορείς να βλέπεις από μέσα τους 3-D φιλμ, τα οποία κυκλοφορούν μέχρι και σήμερα.

Μια ακόμη σημαντική καινοτομία στο εξωτερικό λαμβάνει χώρα το 1959 με τη γέννηση της Barbie. Στην Ελλάδα η αντίστοιχη κούκλα Barbie τη δεκαετία του '60 είναι η Λεωνή και οι φίλες της Λώρα και Λύντα του Ιωάννη Κεχαγιά, οι οποίες έχουν πλήρη γκαρνταρόμπα, ενώ η πιο δημοφιλής κούκλα εκείνη την εποχή είναι η γερμανική κούκλα-χελώνα που οι Έλληνες ξεκινούν να την αντιγράφουν σε πλαστικό ή βινύλιο. Όσον αφορά τα επιτραπέζια παιχνίδια, το '60 αποκτούν ακόμη περισσότερο εκπαιδευτικό χαρακτήρα και κυκλοφορούν με θεματική όπως οι «Άθλοι του Ηρακλή» και οι «Ολυμπιακοί Αγώνες».

Οι Έλληνες αντιγράφουν οτιδήποτε βλέπουν σε εκθέσεις στο εξωτερικό και το μεταφέρουν στην ελληνική αγορά. Ήρωες που γίνονται διάσημοι μέσα από κόμικ ή παραμύθια ή από τον κινηματογράφο και γίνονται μαζικά παιχνίδια που κυκλοφορούν στις αγορές του εξωτερικού. Δεν χρειάζεται να βγάλουν άδειες γιατί η εγχώρια αγορά δεν θεωρείται ανταγωνιστική έξω. Ο μόνος που ζητάει να σταματήσει η παραγωγή παιχνιδιού στην Ελλάδα είναι η Disney, με τον Pluto που αντιγράφτηκε από έναν Έλληνα κατασκευαστή. Οι δυο μεγάλες εταιρείες κατασκευής παιχνιδιών της εποχής που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα με επιτυχία είναι η Λύρα και η El Greco, η οποία κάνει εξαγωγές και στο εξωτερικό.

Το παραδοσιακό παιχνίδι, όμως, δεν χάνεται οριστικά εκείνη τη δεκαετία. Οι σβούρες, ο γκρινιάρης, το φιδάκι συνεχίζουν να διασκεδάζουν τα παιδιά. Στην επαρχία, στα χωριά και στα νησιά, τα παιδιά δεν σταματάνε να δημιουργούν παιχνίδια από πηλό όπως οι βώλοι ή όπλα από ξύλο και ξέρουν ακόμη τι είναι η κουτσούνα, η πάνινη κούκλα που φτιάχνουν οι μητέρες πρόχειρα από ένα σεντόνι ή ένα μαντήλι και τη γεμίζουν με βαμβάκι. Τα πράγματα αρχίζουν σταδιακά να αλλάζουν και στην Ελλάδα όταν οι πανηγυράδες γεμίζουν και αυτοί τους πάγκους τους με πλαστικό. Και, όπως στο εξωτερικό, οι διαφημίσεις που ακούγονται στο ραδιόφωνο ή βλέπουν μικροί και μεγάλοι στον κινηματογράφο έχουν πλέον μαζική απήχηση. Η δεκαετία του '60, εξάλλου, όπως όλες, σύμφωνα με τα λόγια της κ. Αργυριάδη, υπεύθυνης στο τμήμα Παιχνιδιού και Παιδικής Ηλικίας του Μουσείου Μπενάκη, «το παιχνίδι αντανακλά τον κόσμο γύρω του. Ό,τι έχει γίνει στον κόσμο γύρω έχει αντιγραφεί στο παιχνίδι. Ό,τι καινούργιο βγαίνει, κατευθείαν θα το δεις σε παιχνίδι».