Αντί για τον Μωάμεθ στο βουνό, το βουνό στο Μωάμεθ... Για την ακρίβεια, πώς θα ήταν, αντί να πηγαίνει το κοινό στο θέατρο, να πηγαίνει το θέατρο στο κοινό; Αυτή την εξαιρετική ιδέα της Όλιας Λαζαρίδου επιχειρεί να υλοποιήσει η κινητή παράσταση «Θέατρο σε Τροχόσπιτο», με το έργο της Pierrete Dupoyet Τζελσομίνα, που θα ξεκινήσει τη διαδρομή της από το χώρο της Πειραιώς 260 στις 8 και 13 Ιουνίου και θα συνεχίσει στην Κορεάτικη Αγορά (18/06), το Πεδίον του Άρεως (25/06), το Αττικό Άλσος (27/06) και το Πάρκο Κολωνού (03/07). Η σκηνοθεσία του έργου -το οποίο είναι βασισμένο στην περίφημη ταινία La Strada του Φελίνι- ανήκει στον Βασίλη Μαυρογεωργίου, η κατασκευή του τροχόσπιτου, τα σκηνικά και τα κουστούμια είναι του Σωκράτη Σωκράτους, η μουσική του Κ. Βήτα, οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, ενώ στην παράσταση συμμετέχει κι ο ηθοποιός Γιώργος Τσούλαρης.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο δελτίο Τύπου του Φεστιβάλ, «το τροχόσπιτο, γύρω και μέσα στο οποίο παίζεται το έργο, είναι κάτι περισσότερο από σκηνικό, είναι το καβούκι, το κέλυφος αυτής της περιπλανώμενης ψυχής που περνάει τράνζιτο μέσα στη ζωή [...] και γνωρίζει τους ανθρώπους, την αγάπη, το καλό και το κακό [...]».

Συναντήσαμε την Όλια Λαζαρίδου, πρωταγωνίστρια και «ψυχή» της παράστασης, και της ζητήσαμε να μας περιγράψει τις περιπέτειες αυτής της όμορφης ιδέας:

«Είχα διαβάσει κάποτε ότι η Τζεραλντίν Τσάπλιν με τον άντρα της είχαν νοικιάσει ένα βαν - στο οποίο ζούσαν κιόλας - κι έκαναν περιοδεία παίζοντας νούμερα του τσίρκου. Και είχα σκεφτεί τότε: Τι ωραία ιδέα! Τι ωραία ζωή! Αντί να έρχονται οι άνθρωποι σε σένα να πηγαίνεις και τους βρίσκεις εσύ σε διάφορα μέρη...

Το πρότεινα λοιπόν φέτος στον Λούκο, η ιδέα τού άρεσε και μάλιστα συμφωνήσαμε οι υπόλοιπες, εκτός της πρώτης, παραστάσεις να είναι δωρεάν, σαν μια προσφορά του Φεστιβάλ και του Δήμου Αθηναίων...»

Και ο ελληνικός τίτλος -Σπυριδούλα on the road- πώς προέκυψε; Έχει σχέση με την παλιά εκείνη ιστορία της βασανισμένης οικιακής βοηθού με το ίδιο όνομα;

«Ναι, βέβαια. Μου 'χε μείνει από παλιά και το χρησιμοποιούσα δίκην παρομοίωσης σε διάφορες περιπτώσεις - «τώρα κάνω σαν τη Σπυριδούλα», ας πούμε. Η Σπυριδούλα είναι η Τζελσομίνα και ο Μήτσος είναι ο Ζάμπανο. Η «ελληνοποίηση» ήταν ιδέα του Βασίλη: Έλληνες εμείς, που θα κάνουμε αναφορά σε ένα έργο «ιταλικό» που το έχει γράψει μια Γαλλίδα; Αφαιρούσε κάτι από τη ζωντάνια της παράστασης αυτό. Κι αυτή η ζωντάνια είναι όλο το νόημα της παράστασης: ένα πρόσωπο που ό,τι συναντά (και συναντά τα πάντα που υπάρχουν στη ζωή - την ένταξη στην κοινωνία αλλά και την πίσω όψη της κοινωνίας, τη φόδρα κι όλα αυτά που κρύβει· επίσης τη σχέση μας με το σεξ, με τις αισθήσεις, με το όνειρο, με τη βία, με το Θεό) το αφηγείται σαν να το βλέπει για πρώτη φορά. Είναι σαν θηλυκό καρτούν ενός προσώπου που είναι το απόλυτο θύμα, αλλά μόνο φαινομενικά. Ήθελα να μην είναι εστιασμένη η παράσταση στο performance, αλλά να ζωντανεύει την ιστορία χωρίς να μας κάνει φορτική τη δική του παρουσία, να διηγείται τις εμπειρίες της με ανάλαφρο τρόπο, σαν να τα λέει σ' ένα παιδάκι, όχι δραματικά, «υπερθεατρικά». Αυτός ήταν ο στόχος. Ένα γήινο πλάσμα με ιδιωματική προφορά στο λόγο, σα μουσική, σ' ένα φωτισμένο τροχόσπιτο που μοιάζει με εξωγήινο ολόγραμμα - συνδυασμός που, αν πετύχει, νομίζω θα είναι κάτι μοναδικό...»

Υπάρχει προοπτική να παραμείνει το «τροχόσπιτο» ως θεατρική σκηνή και στο μέλλον; Ωραίο θα ήταν να πήγαινε και σε εξοχικές, «ερημικές» τοποθεσίες...

«Αυτό είχα σκεφτεί κι εγώ ιδανικά - να πηγαίνει στο βουνό, στα νησιά, σ' ένα δάσος, να πηγαίνει εκεί που δεν μπορεί να πάει το θέατρο. Αλλά αυτό απαιτεί ειδικού τύπου οργάνωση. Θα δούμε... Φαντάσου το όμως σαν σκηνή για τη Δωδεκάτη Νύχτα του Σαίξπηρ. Θα ήταν τέλειο...

Με εξαίρεση το σκηνοθέτη, οι υπόλοιποι συντελεστές είναι «παλιοί γνώριμοι». Αυτό βοηθάει πολύ φαντάζομαι...

«Τον Βασίλη τον σκέφτηκα διαισθητικά κατά έναν τρόπο. Επειδή είναι μικρός ακόμα έχει κάτι απενοχοποιημένο σε σχέση με το θέατρο, έχει αυτή την ευφορία που θα την έλεγα «αντιθεατρική», με την καλή έννοια φυσικά. Οι υπόλοιποι είναι άνθρωποι που συναντιόμαστε συχνά μέσα στα χρόνια. Να ξαναβρίσκεσαι με οικείους ανθρώπους είναι πολύ ωραίο πράγμα - σαν να πιάνεις μια συζήτηση από κει που την είχες αφήσει την τελευταία φορά. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ωραίο απ' όλα...»