Σε προηγούμενη ανάλυση είχαμε δει τι σημαίνει για τη χώρα και την κυβέρνηση το ενδεχόμενο ενός δημοψηφίσματος. Και καταλήγαμε στην εκτίμηση ότι έχει περισσότερους κινδύνους παρά οφέλη, άρα δεν θεωρείται ιδιαίτερα πιθανή επιλογή. Πάμε να δούμε τώρα πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο εκλογών.


Το κρίσιμο σημείο έχει να κάνει με το αν θα υπάρξει συμφωνία με τους εταίρους ή όχι. Αν, δηλαδή, θα πάμε σε εκλογές μετά από μια ρήξη με τους εταίρους, όπου η κυβέρνηση θα απευθυνθεί στους πολίτες για τα περαιτέρω, ή αν θα πάμε με μια συμφωνία στα χαρτιά, την οποία η κυβέρνηση θα ζητήσει από τους πολίτες να εγκρίνουν.

 

Αν υπάρχει πρόβλημα κοινοβουλευτικής σταθερότητας, οι εκλογές θα είναι μονόδρομος, προκειμένου η κυβέρνηση να αποκτήσει νέα νομιμοποίηση στη βάση μιας συγκεκριμένης συμφωνίας και για να ακυρωθούν εν τη γενέσει τους μελλοντικές εσωτερικές αντιδράσεις.


Ας δούμε τα σενάρια ένα-ένα. Αν έχει προηγηθεί ρήξη με τους εταίρους, είναι αφελές να πιστεύει κάποιος ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν σε κλίμα απόλυτης ομαλότητας. Η αβεβαιότητα που θα υπάρξει θα είναι τόσο έντονη, που πιθανότατα οι εκλογές θα διεξαχθούν με κλειστές τράπεζες, χωρίς να αποκλείεται και η αδυναμία καταβολής μισθών και συντάξεων, ενώ η οικονομία θα βγει από την κρίση αυτή εντελώς διαλυμένη.


Θα υπάρξει, επίσης, αδιανόητη πόλωση και η αναμέτρηση θα έχει χαρακτήρα δημοψηφίσματος, όχι μόνο σε σχέση με την οικονομική πολιτική που θα ακολουθηθεί αλλά και ως προς τον γενικότερο γεωστρατηγικό και πολιτικό προσανατολισμό της χώρας μας.


Αυτό πιθανότατα θα οδηγήσει σε δημιουργία ευρύτερων μετώπων συνεργασίας και σε άλλου τύπου εκλογικά διακυβεύματα. Δεν θα είναι μια συμβατική εκλογική αναμέτρηση. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καθόλου βέβαιη, δεδομένου ότι η πλειοψηφία της κοινής γνώμης (στην παρούσα φάση τουλάχιστον) δεν είναι υπέρ της ρήξης.


Ακόμα, όμως, και αν μέσα σε ένα κλίμα έντασης και αντιευρωπαϊκής έξαρσης ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις εκλογές, στη συνέχεια θα κληθεί να διαχειριστεί το χάος που θα προκύψει από τη ρήξη, με την οικονομία σε ακόμα χειρότερη κατάσταση απ' ό,τι σήμερα. Το δε επιχείρημα «ναι, αλλά θα έχει νωπή λαϊκή εντολή» ισχύει μεν, αλλά έχει μειωμένη διάρκεια ισχύος. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα η κυβέρνηση θα μπορεί να το επικαλείται, αλλά μετά από μερικές εβδομάδες ή μήνες, όταν θα αρχίσουν να φαίνονται τα αποτελέσματα της ρήξης και της πλήρους απομόνωσης, η κατάσταση θα γίνει μη διαχειρίσιμη σε όλα τα επίπεδα.


Συμπέρασμα: Αν πάμε σε εκλογές μετά από ρήξη, η κυβέρνηση έχει αυξημένες πιθανότητες να τις χάσει, ειδικά αν βρει απέναντί της ένα πολιτικό κι εκλογικό μέτωπο, ή αν αυτές μετατραπούν σε δημοψήφισμα για τον προσανατολισμό της χώρας. Σε τελική ανάλυση, αν θελήσουν τη ρήξη, γιατί να ρισκάρουν την εκλογική ήττα; Θα οχυρωθούν πίσω από την προεκλογική τους ρητορική και θα ρίξουν το βάρος στους εταίρους. Γι' αυτό και το σενάριο αυτό δεν είναι ιδιαιτέρως πιθανό.

 

Θα έχουμε εκλογές;
Φωτο: Alexandros Michailidis/ SOOC

 

Πάμε να δούμε το δεύτερο σενάριο. Η κυβέρνηση, εύκολα ή δύσκολα, πετυχαίνει μια συμφωνία με τους εταίρους. Στην περίπτωση αυτή η συμφωνία θα έρθει προς έγκριση στην ελληνική Βουλή. Επειδή η συμφωνία θα έχει και δύσκολα μέτρα, πιθανότατα θα υπάρχουν και αντιδράσεις. Η λογική εξέλιξη είναι ο Αλέξης Τσίπρας να συγκαλέσει την Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ και να τη θέσει ενώπιον των ευθυνών της. Θα πει «διαπραγματευτήκαμε σκληρά, αυτό πετύχαμε, είναι το καλύτερο δυνατό, θέλω να μου πείτε εδώ και τώρα ποιοι στηρίζουν την κυβέρνηση και ποιοι όχι». Αν οι αντιδράσεις είναι μηδενικές ή ελάχιστες, η κυβέρνηση δεν έχει σοβαρό λόγο να προκαλέσει εκλογές. Αν όμως οι αμφισβητίες είναι πολλοί, σε σημείο που να καθιστούν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ευάλωτη, είναι πολύ πιθανό ο κ. Τσίπρας να προκαλέσει εκλογές (οι οποίες θα διεξαχθούν με λίστα), πετώντας έξω από τα ψηφοδέλτια του κόμματος τους αντιρρησίες βουλευτές του.


Έχοντας μια συμφωνία στα χέρια του, ο κ. Τσίπρας ακυρώνει τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης ότι «οδηγεί τη χώρα στα βράχια» και παράλληλα καθησυχάζει τους εταίρους μας και όλους όσοι ανησυχούν με το ενδεχόμενο μιας ρήξης. Θα πάει, λοιπόν, σε εκλογές με πολύ αυξημένες πιθανότητες επικράτησης, οι οποίες παράλληλα θα σηματοδοτήσουν τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια πιο μετριοπαθή-σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση και θα τον απαλλάξουν από τα πιο «εξτρεμιστικά» στοιχεία του.

 

Υπάρχουν δύο στοιχεία που δείχνουν ότι ο βασικός στόχος του είναι να αποφύγει την εσωτερική ρήξη και κατ' επέκταση τη δημιουργία ενός μόνιμου ισχυρού πόλου στα αριστερά του από στελέχη που θα αποσχιστούν από τον ΣΥΡΙΖΑ.


Με βάση την παραπάνω ανάλυση, θα έλεγε κανείς ότι η εξέλιξη αυτή φαντάζει η πιο πιθανή –για κάποιους ίσως και η πιο δελεαστική– για τον κ. Τσίπρα. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να είναι η βασική επιλογή του πρωθυπουργού. Υπάρχουν δύο στοιχεία που δείχνουν ότι ο βασικός στόχος του είναι να αποφύγει την εσωτερική ρήξη και κατ' επέκταση τη δημιουργία ενός μόνιμου ισχυρού πόλου στα αριστερά του από στελέχη που θα αποσχιστούν από τον ΣΥΡΙΖΑ.


Πρώτον, η καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις, σε βάρος της οικονομίας και κόντρα σε κάθε λογική. Η αίσθηση που δίδεται (βάσει και πληροφοριών που υπάρχουν) είναι ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κλείσει τις δύο εκκρεμότητες (το προηγούμενο πρόγραμμα και νέα συμφωνία) με μια συμφωνία-πακέτο, ώστε να αποφύγει τις δύο ψηφοφορίες στη Βουλή, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση η δεύτερη συμφωνία θα είχε μεγαλύτερες δυσκολίες υπερψήφισης. (Αυτό, βεβαίως, δεν είναι κάτι που εξαρτάται από την κυβέρνηση, πρέπει να συμφωνήσουν και οι εταίροι μας.)


Δεύτερον, η πρόταξη, σε αυτήν τη φάση, νομοθετημάτων με ισχυρό «αριστερό πρόσημο», όπως οι αλλαγές στην παιδεία, στο σωφρονιστικό σύστημα, σε θέματα μετανάστευσης κ.λπ. Με τις επιλογές αυτές ο πρωθυπουργός επιχειρεί να καθησυχάσει και παράλληλα να «καλοπιάσει» το πιο ριζοσπαστικό τμήμα του κόμματός του, το οποίο στη συνέχεια θα θέσει προ των ευθυνών του, λέγοντάς του: «Θα ρισκάρετε την πτώση μιας αριστερής κυβέρνησης και την ακύρωση μιας αριστερής ατζέντας επειδή δεν πήραμε όλα όσα θα θέλαμε σε μια σκληρή διαπραγμάτευση;».


Συνοψίζοντας: Το σενάριο των εκλογών συνδέεται ευθέως με την επίτευξη ή όχι συμφωνίας με τους εταίρους. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, οι πιθανότητες εκλογών είναι λίγες, δεδομένου ότι δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, ενώ αντιθέτως εμπεριέχουν εκλογικούς κινδύνους για την κυβέρνηση. Αν υπάρξει συμφωνία, οι πιθανότητες εκλογών είναι αρκετές, αλλά θα εξαρτηθούν κυρίως από τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αν είναι μικρές, οι εκλογές δεν θα είναι η πρώτη επιλογή. Αν υπάρχει πρόβλημα κοινοβουλευτικής σταθερότητας, οι εκλογές θα είναι μονόδρομος, προκειμένου η κυβέρνηση να αποκτήσει νέα νομιμοποίηση στη βάση μιας συγκεκριμένης συμφωνίας και για να ακυρωθούν εν τη γενέσει τους μελλοντικές εσωτερικές αντιδράσεις.