Ο βασικός λόγος που προσκλήθηκα στο φεστιβάλ του Τορόντο είναι το αφιέρωμα στο ελληνικό σινεμά, και πιό συγκεκριμένα η επιλογή της Αθήνας ως τιμώμενη πόλη στο πρόγραμμα City to City, που εγκαινιάστηκε πριν από μερικά χρόνια.

 

''Ο κάθε χτύπος της Αθήνας είναι πιο συναρπαστικός από οποιοδήποτε σενάριο''
Still από το φιλμ Wasted Youth

 

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Κάμερον Μπέϊλι, μαζί με τον δικό μας Δημήτρη Εϊπίδη, διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, γνώστη των "καναδικών" πραγμάτων, και επί σειρά ετών ανάμεσα στους σταθερούς και πιο αγαπητούς προγραμματιστές ταινιών στο Τορόντο (η θητεία του στο Μόντρεαλ είναι επίσης γνωστή) έβαλαν κάτω την ιδέα και την πραγματοποίησαν, καταρτίζοντας μια δεκάδα από ελληνικές ταινίες, κάποιες από αυτές σε πρώτη προβολή, και κάποιες άλλες που έχουμε ήδη δει στη χώρα μας, όπως το J.A.C.E του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, η Κόρη του Θάνου Αναστόπουλου, το Wasted Youth των Παπαδημητρόπουλου-Φόγκελ και ο Άδικος Κόσμος του Φίλιππου Τσίτου.


Το Miss Violence του Αβρανά, ο Σεπτέμβρης της Πέννυς Παναγιωτοπούλου, η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Ελίνας Ψύκου και το Στο Λύκο των Αράν Χιούζ και Χριστίνα Κουτσοσπύρου είχαν ήδη προβληθεί και σε πολλές περιπτώσεις διακριθεί σε άλλα φεστιβάλ, κάνοντας εδώ την πρεμιέρα τους στη Βόρεια Αμερική.

 

Το Να Κάθεσαι και να Κοιτάς του Γιώργου Σερβετά και το Wild Duck έκαναν παγκόσμια πρεμιέρα πριν από λίγες ημέρες στο Τορόντο, σε προβολές που παρακολούθησαν αγοραστές, δημοσιογράφοι και κοινό.

 

Λίγο πριν ξεκινήσει η συνέντευξη Τύπου, πιάσαμε κουβέντα με τον Κύριο Εϊπίδη. Μου έλεγε πόσο έχει αλλάξει η φυσιογνωμία του φεστιβάλ από τον πρώτο καιρό που ξεκίνησε- το θυμάται μωρό ακόμη, έναν μικρό θεσμό με καλλιτεχνικό προφίλ, στον οποίο είχε πολλά να προσφέρει. Πλέον το Τορόντο έχει αγκαλιάσει το Χόλιγουντ χωρίς ενδοιασμούς.

 

Στην επίσημη προβολή του August, ο επικοινωνιακός, αποτελεσματικός και χαριτωμένος αιώνιος διευθυντής του Φεστιβάλ (19 χρόνια στο τιμόνι) ανέβηκε στο βήμα για να κάνει την εισαγωγή και αφού καλωσόρισε τον κόσμο, ευχαρίστησε τους μεγάλους χορηγούς. Η προτεραιότητα αφορούσε το μοτέρ, σε ένα φεστιβάλ που τζιράρει πολλά χρήματα, απασχολεί πολύ κόσμο, και βγάζει κέρδη από την αγορά. Το Τορόντο έχει σοβαρούς σπόνσορες, όχι όπως η Βενετία για παράδειγμα, όπου οι εταιρείες που βάζουν το όνομα τους δίπλα στα banners ουσιαστικά παρέχουν υπηρεσίες ή μικρά ποσά, που σίγουρα δεν καλύπτουν τα βασικά έξοδα (η υπόλοιπη επιχορήγηση είναι εντελώς κρατική).

 

Και ο εναγκαλισμός του φεστιβάλ με το έξυπνο Χόλιγουντ, σε αντιδιαστολή με το ανεξάρτητο που ταξιδεύει στο Σάντανς και τα θορυβώδη blockbusters, αποδίδει καρπούς στα Όσκαρ, με τα λαγωνικά να περιμένουν την ευκαιρία για τις καλές κριτικές και περαιτέρω κριτικές από τους διεθνείς αγοραστές, και όλοι να ονειρεύονται την ανακάλυψη ενός ακόμη Slumdog Millionaire, την επιτομή του μικρού διαμαντιού που έκανε πρεμιέρα εδώ και ξετίναξε τα ταμεία και τα βραβεία.

 

Έχοντας μετακομίσει από την γειτονιά του Yorkville στην ανεπτυγμένη, πολύβουη περιοχή που ονομάζεται κυριολεκτικά Entertainment District, το φεστιβάλ έχει πάψει να ονομάζεται Festival des Festivals (αν και ακόμη προβάλλει ταινίες από τα άλλα μεγάλα φεστιβάλ που προηγήθηκαν στο ωρολογιακό έτος, προφανώς για εμπορικούς λόγους, αλλά και για ποικιλία), και φημίζεται για τη μον μη ανταγωνιστικό του χαρακτήρα, αρνούμενο να δώσει βραβεία με με επιτροπές και έπαθλα. Ο Δημήτρης Εϊπίδης πιστεύει πως θα ήθελαν να επιδιώξουν κάτι παραπάνω από τα βραβεία κοινού, σαν δείγμα αναβάθμισης και prestige. Όσι κι αν το περιοδικό Time υποστηρίζει πως το Τορόντο είναι το φεστιβάλ με τη μεγαλύτερη επίδραση απ' όλα, Οι Κάννες παραμένουν στην κορυφή, το ανέγγιχτο Βατικανό του σινεμά που ανακατεύει μαεστρικά το εμπόριο με την Τέχνη με μεγαλύτερο εύρος και βάθος.

 

Συνεχίζοντας τη συζήτηση για την ελληνική φετεινή επιλογή, ο Εϊπίδης μου είπε πως η Αθήνα στάθηκε η πρόφαση για την επιλογή των ταινιών, αφού μερικές από αυτές δεν έχουν άμεση σχέση με την πόλη, ή, όπως στην περίπτωση του Miss Violence, μπορεί να γυρίστηκαν σε ένα τυπικό αθηναϊκό διαμέρισμα, αλλά η Αθήνα είναι άσχετη με τα τεκταινόμενα. Το ελληνικό σινεμά ήταν στο επίκεντρο, και ακούστηκαν ενδιαφέρουσες επισημάνσεις από τους Έλληνες σκηνοθέτες που ήταν παρόντες- έλειπαν η Πέννυ Παναγιωτοπούλου, που έφυγε την προηγουμένη από το Τορόντο, και ο Φίλιππος Τσίτος.

 

Για την Αθήνα, ο Παπαδημητρόπουλος είπε πως είναι ενεργός πρωταγωνιστής στην ταινία του, ο Καραμαγγιώλης πως είναι μια πόλη που κρύβει πολλές ιστορίες, ο Σακαρίδης πως κάθε χτύπος της είναι πιο συναρπαστικός από οποιοδήποτε σενάριο, και ο Θάνος Αναστόπουλος πως εμπνέει και προκαλεί ερωτήσεις, απλώς περπατώντας την. Ο Βόγκελ χαρακτήρισε την Αθήνα θάλμο ανάφλεξης, έναν τόπο όπου κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον διπλανό του.

 

Ο συντονιστής Κάμερον Μπέϊλι έδωσε την πάσα για το λεγόμενο νέο ελληνικό κύμα του σινεμά και σχεδόν όλοι οι σκηνοθέτες δεν συμφώνησαν με τη γενίκευση. Ο Αλέξανδρος Αβρανάς είπε πως δεν υφίσταται κάτι τέτοιο και πως το μόνο πράγμα που μοιράζονται οι Έλληνες κινηματογραφιστές είναι πως δεν περνάνε καλά στην Ελλάδα. "Προσπαθούμε να αντιστρέψουμε αυτό το κακό κλίμα. Για να το πετύχουμε οφείλουμε να ανοίξουμε ένα διάλογο με το κοινό για τις αρνητικές καταστάσεις που βιώνουμε", συμπλήρωσε. Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος επισήμανε πως το νέο σινεμά της Ρουμανίας διέπεται από εμφανέστερα κοινά χαρακτηριστικά σε σχέση με εκείνα των πρόσφατων ελληνικών ταινιών. "Οι Έλληνες διαφέρουν", εξήγησε, βρίσκοντας ωστόσο την κριτική στην αγία ελληνική οικογένεια έναν θεματολογικό παρονομαστή.

 

Αναλύοντας τις ρίζες του νέου λόγου στο ελληνικό σινεμά, ο Αναστόπουλος έδωσε μια εξήγηση που ακούστηκε πρωτότυπη: "Η λεγόμενη νέα γενιά ξεκίνησε να παράγει τις ταινίες της κάπου στο 2000, ψάχνοντας τη νέα ελληνική ταυτότητα. Όταν τα χρήματα σώθηκαν, η αισθητική των ταινιών έγινε πιο ριζοσπαστική". Εννοεί πως η έλλειψη χρηματικών πόρων ώθησε τους σκηνοθέτες στην άρση του εφησυχασμού μιας κανονικής, στημένης παραγωγής, και τα λιγοστά μέσα τους οδήγησαν σε μια αντίδραση που φαίνεται στο στιλ και την προσέγγιση. Κάτι που ενίσχυσε την αλληλεγγύη μεταξύ τους. "Το νέο ελληνικό σινεμά είναι μια συλλογική δουλειά. Βρισκόμαστε όλοι μας σε ένα συνεχή διάλογο και λέμε κι ένα ευχαριστώ ο ένας στον άλλο στους τίτλους των ταινιών μας για τη συνεργασία", παραδέχτηκε ο Παπαδημητρόπουλος.

 

Κι ενώ ο Σερβετάς μίλησε για σύγχυση και απογοήτευση που αντανακλάται στο ελληνικό σινεμά, πράγμα φυσιολογικό, εγώ κρατώ την ειλικρίνεια που πρότεινε ο Αβρανάς, μια ειλικρίνεια στην επικοινωνία των σκηνοθετών με τους θεατές, που προϋποθέτει έλλειψη αυτισμού και και αλαζονείας.