Ο Κωνσταντής Φραγκόπουλος είναι ένας ταλαντούχος 27χρονος, που κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα: να γίνει κινηματογραφιστής. «Από πολύ μικρός ήταν το μόνο που ήθελα να κάνω» μου λέει ανακατεύοντας τον καπουτσίνο του. «Ευτυχώς που οι γονείς μου συμμερίστηκαν αυτό το "ψώνιο" μου και στα 15 μου μού πήραν μια κάμερα. Από εκείνη τη στιγμή ήμουν σίγουρος ότι θα ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Έκανα διάφορα φιλμάκια με φίλους και μόλις τέλειωσα το σχολείο έφυγα για να σπουδάσω στην Αγγλία».

Ο Κωνσταντής πήρε το πρώτο του πτυχίο στοLondon College Of Printing, «τέσσερα πολύ δημιουργικά χρόνια», όπως τα χαρακτηρίζει, και μετά επέστρεψε στην Αθήνα για να δουλέψει. «Ήμουν πολύ νέος για να ξεκινήσω το μεταπτυχιακό» προσθέτει «χρειαζόμουν την εμπειρία. Δούλεψα με την Κατερίνα Ευαγγελάκου στο θέατρο και στις Ώρες Κοινής Ησυχίαςσαν βοηθός. Παράλληλα, ξεκίνησα το μεταπτυχιακό στην Καλών Τεχνών».

Μιλάει για την ταινία που ετοιμάζει στην Ελλάδα με την ομάδα του απ' τη σχολή με ενθουσιασμό: «Η ιδέα είναι απλή, μια μεταφορά της ιστορίας της Κιβωτού. Ένα νεαρό λιοντάρι ανεβαίνει κατά λάθος στην Κιβωτό και προσπαθεί να ανατρέψει τον κακό. Ένα άλλο λιοντάρι. Γίνεται μια συμμαχία σαρκοφάγων και φυτοφάγων, ένα ολόκληρο μπέρδεμα... Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία 3D animation».

Η μικρού μήκους ταινία του Κίνηση Ομαλήτού έδωσε την ευκαιρία να μπει σε μια από τις καλύτερες σχολές του κόσμου. «Θα μπορούσες να πεις ότι είναι μια δραματική κομεντί που διαδραματίζεται σε ένα σχολικό λεωφορείο» μου λέει. Περιγράφει τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην οδηγό, που υποδύεται η Άννα Μάσχα, και τον συνοδηγό, τον οποίο παίζει ο Γιάννης Στάνκογλου. Είναι η τελευταία μέρα πριν τις διακοπές για τα Χριστούγεννα και ο Γιάννης είναι ντυμένος Αϊ-Βασίλης. Εκείνη εκδηλωτική και εξωστρεφής, εκείνος κλειστός σαν στρείδι. Μέσα στο λεωφορείο θα ξεκινήσει η σχέση τους. Αυτή ήταν η πρώτη του ταινία, χρηματοδοτούμενη από την ΕΡΤ, που τράβηξε την προσοχή τουΣτίβεν Φρίαρς, διευθυντή της σχολής, ο οποίος τη λάτρεψε. Στο Φεστιβάλ Δράμας πήρε μόνο ένα βραβείο ήχου. «Η αντίδραση του Φρίαρς είχε πολύ πλάκα όταν το έμαθε» λέει γελώντας. «Έστειλε ένα γράμμα στο Κέντρο Κινηματογράφου και ένα στην ΕΡΤ, ζητώντας να με βοηθήσουν να φτιάξω την επόμενη ταινία μου, γιατί μόνο έτσι θα μάθω. Αυτή ήταν μια επιβράβευση για μένα. Η ταινία προβλήθηκε σε ένα φεστιβάλ στο Κολοράντο πριν από λίγο καιρό και πήρε καλά σχόλια, ένα καναδέζικο κανάλι ενδιαφέρθηκε να την προβάλει και να αγοράσει τα δικαιώματα διανομής σε Καναδά και Βόρεια Αμερική. Τώρα χαίρομαι που την έκανα». Η υπόθεση της ταινίας βασίστηκε σε δύο διηγήματα του Carver. «Μου έχει κάνει εντύπωση ο τρόπος που γράφουν οι Άγγλοι τα βιβλία» σχολιάζει. «Τα περισσότερα είναι εντελώς κινηματογραφικά, το σκεπτικό τους είναι να γίνουν κάποια στιγμή ταινία. Δημιουργούν εικόνες, ενώ σπάνια βρίσκεις ελληνικό βιβλίο που θα μπορούσε με την πρώτη να γίνει κινηματογραφικό σενάριο. Πολλές φορές πηγαίνω στα βιβλιοπωλεία να πάρω καμιά ιδέα, αλλά δύσκολα βρίσκω ελληνικό βιβλίο που να περιγράφει εικόνες».

Τον ρωτάω αν θεωρεί τον εαυτό του τυχερό. «Ναι, τον θεωρώ τυχερό, όσον αφορά τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει και όσα έχω κάνει μέχρι τώρα. Όσα έχω κάνει, βεβαίως, δεν ήρθαν από το πουθενά, εργάστηκα σκληρά γι' αυτά».

Αυτή τη στιγμή δουλεύει ένα κείμενο τουΊνγκλετον, ένα φιλμ νουάρ με ένα περίεργο ερωτικό τρίγωνο. «Θα ήθελα να κάνω μια ταινία σαν του Σκορσέζε», λέει, «να δοκιμάσω κάτι πιο "οπερατικό", σαν το Goodfellas και το Casino, με μια πιο πολύπλοκη, γραμμική γλώσσα. Πάλι μικρού μήκους, σαν πτυχιακή στη σχολή. Ελπίζω να πάει καλά και να καταφέρω να κάνω τη μεγάλου μήκους που ονειρεύομαι».

«Είναι δύσκολο πράγμα οι ταινίες μικρού μήκους. Η μαγκιά είναι να μπορέσεις να δώσεις μια πλήρη ιστορία στο χρόνο που έχεις για να ολοκληρωθεί. Στην Ελλάδα έχουμε ένα θέμα με τις μικρού μήκους∙ αρέσουν σε μας τους σκηνοθέτες, είναι πιο βολικές. Κάνεις μία, δύο, σου λένε οι φίλοι σου "τι ωραία" και βολεύεσαι. Συνήθως όταν κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία τρως τα μούτρα σου. Για διάφορους λόγους. Έχω μια ακραία άποψη για το θέμα των ταινιών στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι πρέπει να χρηματοδοτούνται δύο μεγάλου μήκους ταινίες και το πολύ οχτώ μικρού. Σκέψου να έχεις δυο εκατομμύρια ευρώ για να κάνεις μια ταινία, θα κάνεις άλλου είδους σινεμά. Τα λεφτά της χρηματοδότησης που δίνει το Κέντρο στο εξωτερικό δεν φτάνουν ούτε για τον προϋπολογισμό του μακιγιάζ!».

«Μου αρέσει να τριγυρνάω στο κέντρο της πόλης» μου λέει φεύγοντας. «Μένω στο διαμέρισμα που μου χάρισε η γιαγιά μου στο Κολωνάκι. Δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά έχω σπίτι στο κέντρο. Συνήθως εκεί τριγυρνάω, μεταξύ Ευαγγελισμού και Εξαρχείων»...

M. Hulot