Ακόμα και η επιχειρηματολογία τους για την, κατά πως λένε, διαφορετικότητά τους ίδια είναι. Μερικές φορές, σαστίζοντας τόσο πολύ, το παραδέχονται κιόλας. «Εμείς διαχειριστήκαμε καλύτερα τους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ακούσαμε πολλές φορές να ισχυρίζεται κάποιο στέλεχος της μιας ή της άλλης παράταξης, αναγνωρίζοντας ότι τα «πλαίσιά μας» ως χώρας είναι σαφώς καθορισμένα και θεωρώντας δεδομένο, ως εκ τούτου, ότι σημαντικές πολιτικές διαφοροποιήσεις δεν μπορεί να υπάρξουν.

Αν ήταν τουλάχιστον τα δύο μεγάλα κόμματα δύο «μεγάλα», όπως επίσης λέμε, κρασιά ονομαστής προέλευσης, έστω και με διαφορετικά «μπουκέτα», θα λέγαμε χαλάλι τα λάθη της τυφλής δοκιμής που τα 'βγαλε και τα δύο «ίσα κι όμοια».

Στα μάτια, ή έστω στη... γεύση, πολλών ανθρώπων, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ μεγάλα κόμματα μπορεί να είναι, μεγάλα κρασιά όχι. Το ίδιο «μπουκέτο» διαθέτουν, και οι όποιες μικρές διαφορές τους (αφήστε που ο Λαλιώτης τις κάνει να φαίνονται μεγάλες...) δεν είναι θέμα εντοπισμού από έναν καλό σομελιέ, αλλά απλώς ανάγκη του πολιτικού μάρκετινγκ να διαφοροποιεί τα προϊόντα του.

Η ομογενοποίηση των δύο μεγάλων κομμάτωνδεν οφείλεται στη λεγόμενη ισοπέδωση ή έστω και fine-tuning των ιδεολογιών, ούτε στην αθρόα σύγκλιση των κομμάτων και πολλών «φορέων» και οπαδών τους προς καθετί που ορίζεται και καθορίζεται από τον... προσδιορισμό «μέσος»: όρος, χώρος, άνθρωπος. Πώς μπορεί, λοιπόν, δύο κόμματα που στρατηγικός τους στόχος είναι το «μεσαίο», ταυτοχρόνως, και με τόση έμφαση τώρα, να διεκδικούν το διαφορετικό και ό,τι άλλο βρίσκεται «εκτός συνισταμένης»;

Η ομογενοποίηση, λέγαμε, οφείλεται αφενός μεν στο αποδεκτό «στρίμωγμα πολιτικής» που καθορίζεται και απορρέει από τις Βρυξέλλες (ό,τι και να κάνουν, φερ' ειπείν, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αλλά και άλλα κόμματα επίσης, κλειστά επαγγέλματα δεν μπορούν να συνεχίσουν να προστατεύουν - π.χ. συμβολαιογράφους, ταξιτζήδες κ.λπ.), αφετέρου δε από τη σαφή έλλειψη χαρισματικού πολιτικού, ο οποίος, ακόμα και μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, θα καταφέρει να βάλει μια δική του, ξεχωριστή σφραγίδα.

Οι πρόσφατες «πολιτικές αντιπαραθέσεις» (στο ντιμπέιτ, στα «παράθυρα», στη ΔΕΘ, στις συγκεντρώσεις) μας αποκάλυψαν τα πρόσωπα δύο πολιτικών, του Κώστα Καραμανλή και του Γιώργου Παπανδρέου, που είναι αναπόφευκτα δημιουργήματα του άμεσου περιβάλλοντός τους και πολύ λιγότερο «αποτέλεσμα» μιας πνευματικής και εμπειρικής τριβής στην πολιτική. Η πολιτική τους σκέψη, με όλες τις φαινομενικές διαφορές που «βλέπουμε», είναι ιδίας εμβέλειας. Στο «μεσαίο χώρο»και αυτή.

Η βασική τους διαφορά είναι ότι ο μεν Καραμανλής μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον οικογενειακό όπου συνεχώς του υπενθύμιζαν πόσο καλός και γεννημένος για ηγέτης είναι, ο δε Παπανδρέου σε ένα χώρο οικογενειακό όπου περισσότερο του υπενθύμιζαν τα λάθη και τις μη ικανότητές του. Το αποτέλεσμα αυτών των «δύο ανατροφών» είναι ξεκάθαρο και ορατό σήμερα, μολονότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, σε αντίθεση με τον μάλλον κουρασμένο αντίπαλό του, μοιάζει να έχει κάνει πολλά και θετικά βήματα ενδυνάμωσης της αυτοπεποίθησής του.

Μια«ελαφρά διαφοροποίηση» των δύο -και μιλάμε για αυτούς, ως πρόσωπα, επειδή ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είναι κατεξοχήν αρχηγικά κόμματα, και αυτή είναι άλλη μία δυνατή ομοιότητά τους- είναι ότι ο Καραμανλής μοιάζει να «περνάει» καλά στον κόσμο ως εσωτερικός κυβερνήτης (έχει μια πειθώ όταν απευθύνεται, αυτός, ένας συντηρητικός πολιτικός, σε αγρότες και εργάτες ακόμα), ενώ ο Παπανδρέου είναι πιο πολύ του ... εξωτερικού. Άλλωστε, και ο ίδιος φροντίζει αυτή την εικόνα της «μετεξέλιξης του ΥΠΕΞ Γιωργάκη», που ομολογουμένως δεν τα πήγε άσχημα, να την καλλιεργεί και να την προτάσσει συστηματικά.

Στην εξωτερική πολιτική, η ομογενοποίηση μοιάζει να είναι σχεδόν απόλυτη - απλώς ο Γ. Παπανδρέου φαίνεται πως έχει το statesmanship για να εμφανίζεται προς τα έξω με πιο ευρωπαϊκό και διεθνοποιημένο πρόσωπο. Για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας προς την Ε.Ε., πορεία που επηρεάζει άμεσα και τις μεταξύ μας σχέσεις (Αιγαίο, Θράκη, Κύπρος), δεν υπάρχει ούτε «μα» ούτε «μου» από κανέναν. Η απόφαση μοιάζει να είναι ειλημμένη: σε όλα λέμε «ναι», ακολουθώντας το «γενικό ρεύμα» της Ευρώπης, εννοώντας με αυτό, το «μεσαίο ρεύμα». Ούτε Μπλερ, και τώρα Μπράουν, που αναφανδόν θέλουν «εδώ και τώρα» είσοδο της Τουρκίας, ούτε καν όμως Σαρκοζί ή καιΑυστρία και «ολίγον Μέρκελ», που ανοιχτά πλέον αναζητούν άλλη φόρμουλα.

Ακόμα και σ' αυτή την «άλλη φόρμουλα», η δική μας στάση, όπως τουλάχιστον «εκφράζεται» διά της σιωπής των δύο μεγάλων κομμάτων και όχι διά της θέσεώς τους, είναι και πάλι... στο μέσον. «Αφήστε και θα δούμε».

Η διαφοροποίησή τους στο Σχέδιο Ανάν (όπου το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη ήταν ανοιχτά υπέρ του «ναι», και η ΝΔ του Καραμανλή με κρύα καρδιά υπέρ του «όχι») έχει πλέον ολότελα συγχωνευτεί σε κοινή στάση, δηλαδή σε τίποτα, εξαιτίας της έτσι κι αλλιώς υποτονικής διαχείρισης του «όχι» από τον Τάσσο Παπαδόπουλο, που μοιάζει να βολεύτηκε θαυμάσια πίσω από αυτό, όντας κιόλας στην Ευρώπη.

Παλιότερα ίσχυε το δόγμα «η Λευκωσίααποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται» - τρίχες, δηλαδή, αλλά ας δεχτούμε πως ήταν έτσι.

Τώρα, στο πλαίσιο και της «ελλαδικής ομογενοποίησης», το δόγμα έχει μεταλλαχθεί σε «η Λευκωσία δεν αποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται».

Τον ερχόμενο μήνα θα συζητηθεί η αίτηση ένταξης της ΠΓΔ της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Από τα (έστω και αυτά που... υπάρχουν) προγράμματα των δύο κομμάτων, η εξωτερική πολιτική είναι εντελώς απούσα. Ούτε λέξη. Αλλά από τις άνυδρες απαντήσεις των δύο ηγετών τους σε λιγοστές ερωτήσεις που τους ετέθησαν απλώς επαναλήφθηκε το ρεφρέν ότι η Ελλάδα δεν θα δεχθεί να κάνει η χώρα αυτή οποιοδήποτε επίσημο βήμα έχοντας στο όνομά της τον όρο «Μακεδονία».

Σημειώνω εδώ, προς άρση παρεξήγησης, πως ορισμένες φορές η ταύτιση απόψεων σε μεγάλα εθνικά θέματα είναι ασφαλώς θετικό στοιχείο, καθόλου κατακριτέο. Αρκεί, όμως, η ταύτιση των απόψεων αυτών να προκύπτει από διατύπωση σαφών θέσεων και όχι από τη σιωπή, με την οποία έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να διαφωνήσεις!

Δεν ζούμε, όμως, σε εποχές παλιές, όπου και η συζήτηση ακόμα των καίριων εξωτερικών μας θεμάτων θεωρείτο περίπου ως προδοσία των εθνικών μας θέσεων και προθέσεων σε εχθρούς. Σήμερα, η εξωτερική πολιτική κάθε κράτους-μέλους της Ε.Ε. είναι ανοιχτό βιβλίο (όχι ευτυχώς Ιστορίας ΣΤ' δημοτικού, για να το κάνει θέμα ο κάθε Καρατζαφέρης) και συζητείται και εκτός πλαισίου «συνόρων».

Η θέση της κυβέρνησης σε μερικά στάδια της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας να διαφοροποιείται από τη στάση που θα τηρεί η Λευκωσία κρίνεται ως υγιές αποτέλεσμα μιας πολιτικής όχι προκαθορισμένης από την Ε.Ε., όπως σε άλλες περιπτώσεις, αλλά αναπόφευκτης από την ανάγκη, πράγματι, να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε μέρος ενός ευρύτερου χώρου, μιας μεγαλύτερης οικογένειας.

Στηνεσωτερική πολιτική, που «καίει» τους πιο πολλούς Έλληνες, φαίνεται πιο καθαρά όσο περνούν τα χρόνια η αναγκαστική εναρμόνιση με τις περίφημες «κοινοτικές οδηγίες» - εναρμόνιση που εντέχνως σπρώχνουν στο περιθώριο της πολιτικής τους αντιπαράθεσης οι δύο μεγάλοι, ακριβώς και μόνο λόγω της ανάγκης τους να μη φανεί ότι μπορούν και να μην είναι ίδιοι!

Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας πάντα και συνεχώς θα σκοντάφτει στους κοινοτικούς κανονισμούς, που όσο περνά ο καιρός δεν θα παρακάμπτονται τόσο εύκολα από την πατροπαράδοτη «ελληνική κουτοπονηριά».

Ενδιαφέρον έχει να σημειώσουμε εδώ μια κλασική, αγχωμένη αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης σε ευρωπαϊκό κανονισμό που τελικώς, θέλει δεν θέλει, θα αποδεχτεί.

ΟιΟικολόγοι Πράσινοι της Ελλάδας, σε συνεργασία με ευρωβουλευτές του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος, κατάφεραν να περάσουν μια τροπολογία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που καλεί την ελληνική Βουλή να μην εγκρίνει τροποποίηση του Συντάγματος που θα επέτρεπε τον αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων για οικιστική-τουριστική ανάπτυξη. Σε μια πρωτοφανή αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Ρουσόπουλος δήλωσε σχετικά, μεταξύ άλλων: «Γνωρίζετε πολύ καλά πως υπάρχει η αυτονομία των κρατών-μελών σε ό,τι αφορά στο Σύνταγμα, τον καταστατικό χάρτη τους. Δεν είναι νοητό κάποιος -και γι' αυτό άλλωστε και η μεγάλη ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος δεν υιοθέτησε την πρόταση των Πρασίνων, ήταν πρόταση των Πρασίνων αυτή που είπατε- να παρέμβει στο ελληνικό Σύνταγμα και τη διαδικασία αναθεώρησης».

Όμως, όπως επισήμαναν και σε ανακοίνωσή τους οι Οικολόγοι Πράσινοι, η κυβέρνηση και ο κ. Ρουσόπουλος είχαν υπακούσει χωρίς την παραμικρή δήλωση δυσφορίας στην παρέμβαση της Ε.Ε. για τις συνταγματικές διατάξεις περί βασικού μετόχου, όπου διακυβεύονταν απλά οικονομικά συμφέροντα. Μιλάμε, δηλαδή, απλώς για λεονταρισμούς. Όπου και όσο μας παίρνει.

Λέγαμε, όμως, για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου και γίνεται «η μεγάλη σφαγή» τού «ακόμα κάνουμε ό,τι θέλουμε», αλλά σύντομα το πάρτι τελειώνει. Ήδη, η υπόλοιπη Ευρώπη έχει ανοίξει διάπλατα, π.χ., τα χαρτιά της για το Ασφαλιστικό - εμείς, τα κρατάμε επτασφράγιστα. Καραμανλής και Παπανδρέου καθησυχάζουν, εγκληματικά, τον ελληνικό λαό ότι «τίποτα δεν θ' αλλάξει» όσον αφορά τη σύνταξή του και τα ταμεία του. Μάλιστα, υπόσχονται και ενίσχυση του συστήματος που, κατά κοινή παραδοχή, είναι ήδη γονατισμένο και «δεν πάει άλλο». Και όταν ερωτώνται πού θα βρουν τους πόρους για να συντηρήσουν αυτό το «γέρικο αμάξι», ομοφώνως απαντούν: «λεφτά βρίσκονται».

Πώς; Πάλι με ένα στόμα η απάντηση: «Από τη φόρο- και εισφοροδιαφυγή».

Λιγοστεύουν, όμως, τα περιθώρια για... εξυπνάδες, όπως φερ' ειπείν η κυβερνητική απόφαση για να σπρωχτεί η ΔΕΗ (ευρύτερος δημόσιος τομέας) να κοστολογείται ο λιγνίτης μόνο ως προς την εξόρυξη - γι' αυτό και έχουμε ακόμα φτηνό ρεύμα. Γιατί βάζει ακόμα, ως μη δικαιούται, το κράτος πλάτη σε κάτι που η Ε.Ε. σαφώς ορίζει ότια-πα-γο-ρεύ-ε-ται!

Τέτοιες και πολλές άλλες «δύσκολες αλήθειες» τα δύο μεγάλα κόμματα, αν και τις γνωρίζουν, δεν τις έχουν φανερώσει στο λαό, γιατί πρώτα αυτά φροντίζουν ακόμα να τις... διαψεύσουν. Εδώ αγγίζουμε, λοιπόν, την ουσία της ομοιότητας των δύο. Που δεν είναι άλλη από την πάγια και επί πολλά έτη αδυναμία τους να εκσυγχρονιστούν ουσιαστικά, να ξεπεράσουν δικές τους αλλά και λαϊκές μικρότητες και αγκυλώσεις, να μιλήσουν ειλικρινά και να δράσουν με αποφασιστικότητα, γνώση και οργάνωση.

Όλα αυτά, ή μάλλον η έλλειψη όλων αυτών, φάνηκαν πεντακάθαρα μέσα από το φρικτό σύννεφο καπνού που αναδύθηκε από τις φετινές πυρκαγιές της Ελλάδας.

Εκεί, στα μέτωπα της φωτιάς, τα πιο πολλά πρόσωπα, απότοκα των δύο μεγάλων κομμάτων, δεν είχαν τι άλλο να προσφέρουν στους εμβρόντητους «απέξω» εκτός από τη διαβεβαίωση που προκύπτει μέσα από την παλιά, συνηθισμένη τους συνθηματολογία. Του «νέου πατριωτισμού» για τον έναν. Της «ανασυγκρότησης της Ελλάδας», με αρχή από «τη Νέα Ολυμπία» (Παναγία μου, πόσο τρομακτικό!), για τον άλλον.

Από τα καμένα του τόπου μας περνάει μια νοητή, μεγάλη γραμμή που τον σκίζει στα δυο, σχεδόν...ισότιμα. Είναι η «νοοτροπία» μας, απ' άκρη σ' άκρη.

«Νοοτροπία» όχι μόνο αποτέλεσμα της τουρκικής σκλαβιάς 400 ετών (πέρασαν κι άλλοι λαοί υποδουλωμένοι περισσότερα χρόνια, αλλά δεν κατάντησαν να παρουσιάζουν πάντοτε τα όποια κουσούρια τους ως παραστρατημένα προτερήματα...), αλλά και αποτέλεσμά τής από τη μεταπολίτευση και μετά διοίκησης της χώρας από δύο κόμματα που ποτέ δεν θέλησαν να κοιτάξουν και να δουν πόσο απελπιστικά μοιάζουν.