Το Μέγαρο Πάλλη στην πλατεία Συντάγματος χτίστηκε το 1911 από τον αρχιτέκτονα Αναστάσιο Μεταξά και στέγασε στις αρχές του 20ού αι. διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, από υπουργεία (Συγκοινωνίας και Δημοσίων Έργων) μέχρι τεχνικές σχολές, φροντιστήρια και μια τράπεζα. Επίσης, στο ισόγειο λειτούργησαν κατά καιρούς καταστήματα και ένα καφενείο. Από τον εξώστη του, μάλιστα, το 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου μίλησε στον ελληνικό λαό που πανηγύριζε για την απελευθέρωση της Αθήνας από τη γερμανική κατοχή.

Σήμερα το κτίριο επανέρχεται δριμύτερο. Χάρη στην επένδυση του Πάνου Γερμανού και την εντυπωσιακή δουλειά της αρχιτεκτονικής εταιρείας ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΕΠΕ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ - ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, φιλοδοξεί να επανενταχθεί στη ζωή της Αθήνας με νέα χρήση πλέον, ως «πολυκατάστημα ψυχαγωγίας» με βιβλία, cd, dvd, προϊόντα τεχνολογίας και κάθε λογής gadget.

Το επισκεφθήκαμε πριν ανοίξει, με το εργοτάξιο να δουλεύει ακόμα πυρετωδώς - βάζοντας ουσιαστικά τις τελευταίες πινελιές, πριν τα ράφια υποδεχτούν τα εμπορεύματα. Εκεί ο αρχιτέκτονας Παναγιώτης Γραμματόπουλος μας εξήγησε πώς ο ίδιος και οι συνεργάτες του Χρήστος Πανουσάκης και Βάσω Καμπακιώτη ξανάδωσαν σ’ ένα σχεδόν ρημαγμένο ιστορικό κτίριο την αίγλη και την αρχοντιά που είχε στερηθεί τόσα χρόνια. «Θεωρείται κτίριο αντιπροσωπευτικό ενός εκλεκτικιστικού στυλ που καθιερώθηκε την εποχή εκείνη στην Αθήνα και σαφώς αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα αυτού του στυλ στο κέντρο της. Επιπλέον είναι ίσως και από τα πιο σημαντικά από πλευράς μεγέθους, με συνολικό εμβαδό περίπου 4.500 τ.μ. Ο Μεταξάς είχε κατορθώσει να χρησιμοποιήσει τα πιο καθιερωμένα στοιχεία της εποχής εκείνης: έναν γλυπτικό διάκοσμο εξωτερικά, ο οποίος αν και πλουσιότατος δεν είναι κακόγουστος, υπερφορτωμένος, εσωτερικά δε, ενώ τα περισσότερα κτίρια δεν είχαν αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία, βλέπουμε ότι ενσωματώθηκαν ολόσωμες μαρμάρινες κολόνες, μαρμάρινες οροφές με πολύ πλούσιο διάκοσμο και επεξεργασμένα δάπεδα».

Καθώς το κτίριο είναι διατηρητέο ως προς τις εξωτερικές του όψεις και τα αξιόλογα εσωτερικά στοιχεία του, η μελέτη για την αποκατάστασή του έπρεπε να είναι ενδελεχής και υπό τη συνεχή επίβλεψη και έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού. Κράτησε δύο χρόνια συνολικά και άλλα δύο η εφαρμογή, για την οποία οι αρχιτέκτονες ακολούθησαν μια σειρά επεμβάσεων που χωρίζονται σε τρία στάδια: «Η πρώτη επέμβαση είναι θα λέγαμε η όσο πιο πιστή γίνεται αποκατάσταση του παλαιού διατηρητέου κτιρίου» εξηγεί ο κ. Γραμματόπουλος. «Μιλάμε για μια οικοδομική και μορφολογική αποκατάσταση ενός κτιρίου, το οποίο κατά τις τελευταίες δεκαετίες είχε υποστεί τεράστιες φθορές - ειδικά στο εσωτερικό, ήταν αγνώριστο. Η δεύτερη είχε να κάνει με την προσαρμογή ενός κτιρίου που είχε χτιστεί εκατό χρόνια πριν περίπου σε μια νέα χρήση: έπρεπε να μπει νέος ηλεκτρο-μηχανολογικός εξοπλισμός, να φτιαχτεί πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες, να γίνει πρόβλεψη για πυρασφάλεια, αντισεισμικότητα και για διάφορα άλλα στοιχεία απαραίτητα για τη σωστή λειτουργία ενός σύγχρονου πλέον κτιρίου. Το δεύτερο σκέλος αυτής της διπλής επέμβασης είναι ότι ο αρχιτέκτονας ο οποίος έρχεται σήμερα να επέμβει σε ένα τέτοιο ιστορικό κτίριο έχει πάντα τον πειρασμό να βάλει τη σφραγίδα της εποχής του. Υπάρχουν σε αρκετά σημεία σύγχρονα υλικά, όπως το κρύσταλλο ή ο ανοξείδωτος χάλυβας. Στο ίδιο πλαίσιο έγινε και η μετατροπή του παλιού «φωταγωγού» 8x8 μέτρων σε έναν αξιόλογο εσωτερικό χώρο που θα αποτελέσει την καρδιά του κτιρίου και θα λειτουργήσει ως ένας νέος πόλος αισθητικής και αντιληπτικής έλξης».

Όσο για το εξωτερικό του κτιρίου, «η επέμβαση έγινε με τις πιο σύγχρονες τεχνικές που υπάρχουν στην Ελλάδα από πλευράς κατασκευής και με την πιο προσεκτική αποτύπωση και κατόπιν αποκατάσταση της μορφής. Ειδικά για τους δύο πρώτους ορόφους, που είχαν υποστεί τεράστιες αλλοιώσεις στην πρόσοψη, μπορέσαμε μέσα από φωτογραφίες, ίχνη και διατηρούμενα μικρά σημεία να αποκαταστήσουμε την αυθεντική μορφή τους».

Αλεξάνδρα Χαϊνη