Ένα ανοιξιάτικο βράδυ Κυριακής στην Αδριανού. Δεν είναι από εκείνες τις πρώτες ζεστές νύχτες που μας βγάζουν όλους έξω. Έχει ψύχρα και παρακολουθώ έκπληκτος το χαρούμενο ανθρώπινο ποτάμι να ανεβοκατεβαίνει τον πεζόδρομο· στις καφετέριες και στα εστιατόρια δεν πέφτει καρφίτσα. Εντάξει, δεν έχουμε Σέντραλ Παρκ, ούτε Χάιντ Πάρκ, αλλά αυτό που συμβαίνει στην Αθήνα δίνει μία καλή ιδέα για το πώς θα μπορούσε να είναι ένα αστικό πάρκο διαφορετικού τύπου στην ανατολική Μεσόγειο.

Η Αδριανού πεζοδρομήθηκε σε χρόνο ρεκόρ, παραμονές της συνόδου κορυφής τον Απρίλιο του 2004· ένας φυσικός παραπόταμος του βασικού κορμού του προγράμματος ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, που αρχίζει με τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, συνεχίζεται στην Αποστόλου Παύλου και καταλήγει στην οδό Πειραιώς μέσα από την Ερμού.

Ο «Μεγάλος Περίπατος», όπως βαφτίστηκε ο πεζοδρομημένος άξονας μήκους σχεδόν τριών χιλιομέτρων από του Μακρυγιάννη μέχρι τον Κεραμεικό, ήταν η πιο σημαντική πολεοδομική επέμβαση που είδε η πόλη εδώ και δεκαετίες. Για πολλούς λόγους: μας έδωσε μία καλή ιδέα για το πώς θα έμοιαζε η ζωή μας αν ήμασταν λίγο πιο γενναίοι (και αποφασίζαμε να ζήσουμε χωρίς αυτοκίνητα στο κέντρο), αναβάθμισε στο τσακ μπαμ την περιοχή με τρόπο που να ταιριάζει στους ισχυρούς συμβολισμούς και στην τουριστική της σημασία, ενίσχυσε την οικονομία του κέντρου, εκτόνωσε ώς ένα βαθμό την ανάγκη για ελεύθερους χώρους και βόλτες.

Σε λίγους μήνες το παζλ θα συμπληρωθεί. Έως το τέλος του χρόνου αναμένονται τα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι μιλάμε για το πρώτο πραγματικά world class μουσείο της Αθήνας. Σήμερα δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε τον αντίκτυπο της λειτουργίας του Μουσείου στη γειτονιά. Ήδη έχουν δρομολογηθεί έργα ανάπλασης στη Μακρυγιάννη και στις προσόψεις των πολυκατοικιών που «βλέπουν» το κτίριο των Μπερνάρ Τσουμί και Δημήτρη Φωτιάδη. Όλα αυτά είναι το λιγότερο. Κατά έναν παράδοξο τρόπο οι όμορες γειτονιές (Μακρυγιάννη και Κουκάκι) παραμένουν βασικά περιοχές κατοικίας. Λέμε παράδοξο γιατί θα περίμενε κανείς πως η τόσο στενή επαφή με την Ακρόπολη και τα άλλα μνημεία θα ευνοούσε περισσότερο υπερτοπικές χρήσεις.

Ευτυχώς για τους κατοίκους των οποίων τα σπίτια τους βρίσκονται κάτω από το (άτυπο) όριο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, υπήρχε πάντα η Πλάκα που απορροφούσε τις πιέσεις της τουριστικής αγοράς. Ευτυχώς; Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Η αποσύνδεση από τη βιομηχανία του τουρισμού και η παρουσία της Πλάκας δεν λειτούργησαν πάντα υπέρ της γειτονιάς. Η διαφορά της ποιότητας ζωής που απολαμβάνει ο κάτοικος της Διονυσίου Αρεοπαγίτου σε σχέση με την αντίστοιχη του κατοίκου της οδούΧατζηχρήστου (πρώτη παράλληλος) είναι συντριπτικά άνιση για μία απόσταση λίγων μέτρων. Κάποιες φορές έχεις την εντύπωση ότι ολόκληρη η περιοχή του Μακρυγιάννη ζει ακόμα στον απόηχο της δεκαετίας του '70, με όλα τα κακά που έφερε η ανάπτυξη του τουρισμού στην Αθήνα (τσολιαδάκια, τουριστικές ταβέρνες, κ.λπ.) και χωρίς ούτε μισό από τα καλά της Πλάκας (ανάδειξη νεοκλασικών, κυκλοφοριακοί περιορισμοί, αισθητική αναβάθμιση).

Γιατί όμως ένα μουσείο να κάνει ό,τι δεν έκανε ολόκληρη Ακρόπολη τόσα χρόνια; Ας πούμε καταρχάς ότι το νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι πιο κοντά στη γειτονιά από τις σημαντικότερες αρχαιότητες της πόλης. Και το σημαντικότερο: τα μουσεία νέας γενιάς διαθέτουν πια τη δύναμη να δημιουργούν ανάπτυξη από το τίποτα. Αστική ανάπτυξη σημαίνει στην καθομιλουμένη ακριβότερη γη, ακριβότερα ενοίκια και τα λοιπά και τα λοιπά. Και στο Κουκάκι τα ενοίκια σήμερα δεν είναι καθόλου φτηνά, ακόμα κι αν πολλές πολυκατοικίες έχουν τα χάλια τους. Πληρώνεις δηλαδή κοπανιστό αέρα, που στην περίπτωσή μας σημαίνει «τρία τετράγωνα από την Διονυσίου Αρεοπαγίτου». Το μόνο σίγουρο είναι ότι η κατοικία θα δεχθεί πιέσεις. Συμβολικά, η ωραία πολυκατοικία στη συμβολή της Αρεοπαγίτου με τη Μακρυγιάννη, ακριβώς απέναντι από το μουσείο, ανασκευάζεται σε κτίριο γραφείων.

Αστική ανάπτυξη είχαμε και στο Θησείο αλλά με διαφορετική αφορμή. Ο μεγάλος πεζόδρομος εκτόξευσε την εμπορική αξία της περιοχής, που στο συγκεκριμένο τμήμα της Αποστόλου Παύλουπιάνει κόκκινο. Το Θησείο πριν την πεζοδρόμηση διατηρούσε ένα ήπια εναλλακτικό προφίλ. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη καφετέρια της πόλης, με την καλύτερη θέα και το πιο ανομοιογενές ομογενοποιημένο κοινό που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, Κάποιοι απολαμβάνουν το τζέρτζελο, άλλοι το αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι.

Όσοι μουρμουρίζουν για τη «μονοκαλλιέργεια» του φραπέ ξεχνούν ότι βρίσκεται στη διάθεσή τους μία πολύ μεγαλύτερη έκταση, καταπράσινη και γαλήνια, από του Φιλοπάππου έως την Πνύκα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο άγνωστο πάρκο της Αθήνας, που προσφέρεται για τους πιο στοχαστικούς περιπάτους που μπορείς να κάνεις, με συγκλονιστική φύση (στα ντουζένια της τώρα) και ακόμα πιο συγκλονιστική θέα προς κάθε κατεύθυνση.

Η γκρίνια καταντάει λίγο γεροντοκορίστικη για έναν ακόμα λόγο: ο «Μεγάλος Περίπατος» έχει προστατευτεί στο μεγαλύτερο μέρος του από εμπορικές χρήσεις. Και το καλύτερο παράδειγμα είναι το τμήμα της Ερμού που περνάει από τον Κεραμεικό και «βγάζει» στο Γκάζι. Δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την προστασία από τα ΙΧ και τα μηχανάκια. Κυρίως τα σαββατοκύριακα, το κομμάτι κάτω από την πλατεία Αγίων Ασωμάτων πλημμυρίζει από αυτοκίνητα - ένας τεράστιος υπαίθριος (και δωρεάν) χώρος στάθμευσης. Από τις 29 Απριλίου δεν θα έχουμε απολύτως καμία δικαιολογία: εκτός του σταθμού του Θησείου, ανοίγει η νέα στάση του μετρό στο Γκάζι. Και μετά, ταξάκι.

Ο γύρος της Ακρόπολης σε μία μέρα

09.00 π.μ. Μπροστά από την προτομή της Μελίνας Μερκούρη

Το άγρυπνο βλέμμα της Μελίνας παρακολουθεί την μποτιλιαρισμένη λεωφόρο Αμαλίας. (Οι σκληροπυρηνικοί πάντα παραπονιούνται ότι η Μελίνα έχει γυρισμένη την πλάτη της στην Ακρόπολη. Αν ήταν από την άλλη, ίσως να παραπονιόντουσαν ότι έχει γυρισμένη την πλάτη της στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.) Οι μόνοι θαμώνες του πεζόδρομου είναι ένα γκρουπ αμερικανών μαθητών με σορτσάκια, που περιστρέφουν νωχελικά τα κεφάλια τους σαν χελώνες που μόλις ξύπνησαν από τη χειμερία νάρκη και βγήκαν στον ήλιο. Περιεργάζονται τους σκονισμένους κούρους και τα χρυσοποίκιλτα μπλουζάκια στα τουριστικά μαγαζιά, τη φουτουριστική ροζ και πράσινη κρεπερί, μέχρι και το προποτζίδικο στη γωνία της Φρυνίχου. «Οh My God!! Look at it» στριγκλίζει μια χοντρουλή μαθήτρια και τους δείχνει την Ακρόπολη, κομμένη στα δυο και φυλακισμένη μέσα στις σκαλωσιές.

10:45 π.μ. Μπροστά από το άγαλμα του Μακρυγιάννη -Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Βύρωνος

Παλιά το άγαλμα του Μακρυγιάννη έμενε πάντα λειψό - του έκλεβαν το σπαθί (σύμφωνα με τους κατοίκους, μια ομάδα αποστράτων έβρισκε πως το συγκεκριμένο σπαθί ήταν ιστορικά ανακριβής αναπαράσταση του σπαθιού του Μακρυγιάννη). Στη μονίμως μποτιλιαρισμένη γωνία Χατζηχρήστου και Διονυσίου Αεροπαγίτου, τα αυτοκίνητα σκαρφαλώνουν αγκομαχώντας στον πεζόδρομο. Λίγο πιο κάτω το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης αστράφτει γυάλινο και πελώριο στον ήλιο· η υπόλοιπη γειτονιά μοιάζει με μινιατούρα μπροστά του.

18:00 μ.μ. Στο παγκάκι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου

Οικογένειες με παιδιά, μαμάδες με καρότσια (παρελαύνουν 12 καρότσια σε 15 λεπτά), καλοντυμένοι παππούδες με τραγιάσκα, γιλέκο και κουστούμι, ερωτευμένα ζευγάρια και κυρίες με τακούνια που σφηνώνουν στο γκρίζο πλακόστρωτο ανηφορίζουν χαμογελώντας, ενώ η σημαία της ισπανικής πρεσβείας κυματίζει στη γωνία Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μητσαίων. Κάτω από μια πασχαλιά, δίπλα από τις αφίσες που διαφημίζουν το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης ένας τύπος παίζει μπουζούκι και τραγουδάει με χαμηλή φωνή.

19:30 Απέναντι από την Αγία Σοφία

Έχοντας προσπεράσει ένα τσούρμο τουριστών από την Τσεχία που κατεβαίνει δειλά δειλά τα μαυρισμένα σκαλάκια του Ηρωδείου, μια παρέα από παιδάκια παίζουν ποδόσφαιρο ουρλιάζοντας, ενώ οι μανάδες τους τα παρατηρούν αποκαμωμένες στο πεζουλάκι της Αγίας Σοφίας. Ένα αγοράκι κυνηγάει μάταια ένα περιστέρι στα χαλίκια έξω από το κτίριο του Μερόπειου Ιδρύματος και φωνάζει επιθετικά σε ένα ζευγάρι αγνώστων «αφήστε με ήσυχο, αφήστε με ήσυχο». Η μητέρα του, καθισμένη δίπλα σε ένα ραβασάκι γραμμένο με μπλάνκο στο πεζούλι (Γιούλα + Σωτήρης = Lοve For Ever! 1o Γυμνάσιο Αγίου Δημητρίου) του λέει «Αντρέα, αν σε ξανακούσω άλλη μια φορά να μιλάς άσχημα σε άνθρωπο, θα σε κλείσω στο δωμάτιό σου. Συνεννοηθήκαμε;».

19:45 μ.μ. Έξω από την είσοδο για του Φιλοπάππου

Ένα νιόπαντρο ζευγάρι βγαίνει από την εκκλησία του Αϊ Δημήτρη του Λουμπαρδιάρη και κατηφορίζει μεγαλοπρεπώς το χρυσίζον πλακόστρωτο, ενώ ο κάμεραμαν τους απαθανατίζει μισοκρυμμένος πίσω από ένα πεύκο. Τους ακολουθούν οι καλεσμένοι και μια περίεργη τετράδα ευτυχισμένων Αμερικανών με χλαμύδες και στεφάνια, που στρίβουν προς το τέρμα των λεωφορείων στη Ροβέρτου Γκάλλι. Στ' αριστερά τους, σ' ένα παγκάκι δεσπόζουν τρεις ηλικιωμένες κυρίες με πράσινα παλτά και εφτά σκυλιά ράτσας - δύο πίτμπουλ, δύο τσιουάουα και τρία πόιντερ.

20:00 Στην αρχή της Αποστόλου Παύλου

Απ' την πλευρά της Πνύκας μπλέκεται η φωνή ενός γκιώνη με τη λειτουργία απ' την Αγία Μαρίνα. Απ' τα αριστερά, κάπου μέσα στις ελιές και τα αρχαία ακούγεται μια φλογέρα. «Αυτές είναι οι πέτρες που φέρανε από τον Νείλο, μπαμπά;» ρωτάει ένα κοριτσάκι τον πατέρα του δείχνοντάς του ένα κομμάτι ψηφιδωτού. Πέντε ζευγάρια καθισμένα στη σειρά κοιτάνε την Ακρόπολη στο σούρουπο. Μπροστά τους περνάει ένα άσπρο τρενάκι με συνοφρυωμένους τουρίστες. «Αnd here is the gateway of Acropolis» τους λέει ο ξεναγός απ' το μικρόφωνό του.

20:35 Στα πρώτα σπίτια της Αποστόλου Παύλου

Μετά την Κρήνη της Πνύκας, ερμητικά κλειστή με κάγκελα και χωμένη μέσα στον γκρίζο βράχο, αρχίζουν τα πρώτα σπίτια. Ξεχωρίζει ένα αναμμένο φως - μια κοπέλα διαβάζει απορροφημένη στο κρεβάτι της, αδιαφορώντας για τους περαστικούς. Λίγο πιο κάτω κάποιος ξαναβάφει με μια βούρτσα ένα κομμάτι που έχει ξεφτίσει πάνω από τη μαρκίζα του θερινού σινεμά «Θησείον», σε απόχρωση ροδακινί. Δίπλα ακριβώς στο σινεμά χάσκει κλειστό το ερειπωμένο βενζινάδικο που έκλεισε όταν η Αποστόλου Παύλου έγινε πεζόδρομος.

22:00 Έξω από τις καφετέριες του Θησείου

Ανάμεσα από τα παρτέρια με τους πανσέδες και τις παπαρούνες, μιλιούνια κόσμου περπατούν ανάμεσα σε καφετέριες και ξενοδοχεία των 70s από τη μία και καρέκλες μπαμπού από την άλλη. Στρίβοντας προς το σταθμό του Θησείου, προσπερνώντας τους υπαίθριους πωλητές και το παρκάκι κάποιος έχει γράψει σ' έναν τοίχο «Το Αιγαίο ανήκει στον Μπομπ Σφουγγαράκη». Ακούγεται ο ήχος του συρμού που μπαίνει στο σταθμό του Θησείου· η Ακρόπολη είναι φωτισμένη κι όμορφη. «Σκέψου το κάπως σαν μαθηματική εξίσωση» λέει κάποιος σε μια κοπέλα δίπλα μου. «Αν αφαιρέσει κανείς την Ακρόπολη από την Αθήνα, η πόλη δεν υπάρχει. Αν αφήσει κανείς την Ακρόπολη και ισοπεδώσει όλα τα υπόλοιπα, η πόλη παραμένει».