H σχέση του κορυφαίου Γαλλοελβετού χορογράφου Μορίς Μπεζάρ με τους  ελληνικούς μύθους, η φιλία και η συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη, η αγάπη του για το ελληνικό τοπίο και οι συχνές επισκέψεις του στη χώρα μας είχαν φορτίσει την είδηση του θανάτου του -σε ηλικία 80 ετών- στις 22 Νοεμβρίου του 2007. Ο Μπεζάρ έφυγε από τη ζωή με την ανάμνηση μιας Ελλάδας μάλλον ιδανικής, παίρνοντας μαζί του και το άρωμα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας μιας ολόκληρης εποχής. 

Αυτό το καλοκαίρι στις 16 και 17 Ιουνίου στο Ηρώδειο, το Φεστιβάλ τιμά τη μνήμη αυτού του ένθερμου φιλέλληνα, εμπνευσμένου χορευτή και χορογράφου μ' ένα αφιέρωμα σε  εμβληματικές χορογραφίες του σε σημαντικά έργα όπως είναι η Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Ιγκόρ Στραβίνσκι και το Μπολερό του Μορίς Ραβέλ. Οι χορογραφίες του θα αναβιώσουν με το Μπαλέτο του Τόκιο και σολίστ την αγαπημένη του χορεύτρια Σιλβί Γκιλέμ και τους Λοράν Ιλέρ και Μανουέλ Λεγκρί, etoiles της όπερας του Παρισιού.

Ο Μπεζάρ δεν έκρυψε ποτέ τον έρωτά του για τη χώρα μας: «Την Ελλάδα την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα με αυτό το πάθος που μας κάνει να ερωτευόμαστε χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί, γνωρίζοντας μόνο ότι ο έρωτας είναι μια τεράστια, βίαιη δύναμη» έλεγε σε συνέντευξή του στη Ν. Χατζηαντωνίου, τον Ιούνιο του 2002 στην «Ελευθεροτυπία». «Την πρώτη φορά που πήγα στη Μύκονο καταλύαμε στα σπίτια των ντόπιων, υπήρχαν μόνο δυο εστιατόρια και καθόλου τουρίστες. Και στην Πάτμο υπήρχε μόνο το νησί και ο πολιτισμός του».    

Η απώλειά του δεν ήταν σημαντική μόνο για τους Ευρωπαίους αλλά για ολόκληρο τον κόσμο. Ο Μορίς Μπεζάρ διέσχισε τον 20ό αιώνα με την ορμή ενός φωτισμένου καλλιτέχνη που δούλεψε σκληρά για να ανανεώσει την τέχνη του χορού αναμειγνύοντας την τεχνική του κλασικού μπαλέτου με στοιχεία από την όπερα, το βαριετέ, το μιούζικαλ, τις πολεμικές τέχνες, το ανατολικό θέατρο και ιδιαιτέρως το θέατρο Καμπούκι. Αξιοποιώντας επίσης μοναδικά την ενέργεια του αφρικανικού πολιτισμού και το μυστικισμό των σημαντικότερων παραδόσεων της Ανατολής για να αναφέρουμε τις βαθιές επιρροές της τέχνης του από τους Σούφι και τους Βουδιστές.

Σε μια λαμπερή πορεία πενήντα και πλέον χρόνων δημιούργησε περισσότερες από 250 παραστάσεις. Είχε την τύχη να τις παρουσιάσει  στα μεγαλύτερα θέατρα και Φεστιβάλ του κόσμου: από τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ελβετία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα μέχρι την Αμερική, τη Βραζιλία και την Αφρική.

Όραμά του ήταν να προσδώσει στο χορό του 20ού αιώνα την αμεσότητα του κινηματογράφου, ενώ δεν έπαψε ποτέ να αντλεί έμπνευση από τους χορευτές του, τους οποίους θεωρούσε και συνδημιουργούς των έργων του. Διάλεγε πάντοτε τους καλύτερους σολίστες, οι οποίοι συνεργαζόταν με μεγάλη ευχαρίστηση μαζί του. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους: Germinal Casado, PaoloBortuluzzi, Jorge Donne, Vladimir Vasiliev, Rudolf Nureyev, MikhailBaryshnikov, Maϊα Plissetskaϊα, Judith Jameson, Sylvie Gillem.

Ο Μορίς Μπεζάρ γεννήθηκε την πρωτοχρονιά του 1927 στη Μασσαλία. Πατέρας του ήταν ο Γάλλος φιλόσοφος σενεγαλικής καταγωγής  Γκαστόν Μπερζέ. Η  μητέρα του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν επτά χρονών. Ίσως για αυτό η απώλεια και η αναζήτηση της μητέρας επανέρχονταν ως βασικά θέματα σε αρκετές παραστάσεις του. Ο Μπεζάρ σπούδασε αρχικά φιλοσοφία ενώ η ενασχόλησή του με το χορό ξεκίνησε παράδοξα, με την προτροπή του οικογενειακου γιατρού. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο ενθουσιασμός του για το χορό δεν ήταν πρόσκαιρος και έτσι αποφάσισε να παραδοθεί ολοκληρωτικά στη γοητευτική του δίνη.

Το 1958 δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα, το Μπαλέ Τεάτρ, επιδιώκοντας να συνδυάσει το χορό με το θέατρο, ενώ ανάμεσα στις σχολές χορού που ίδρυσε ανά τον κόσμο ξεχωρίζουν η Σχολή Mudra στις Βρυξέλλες, το Σχολείο-Ατελιέ Ρούντρα στη Λωζάνη, που επικεντρώνονται στη διδασκαλία της συνύπαρξης διαφορετικών δραστηριοτήτων (κλασικό και μοντέρνο τραγούδι, θεατρικό παιχνίδι, πολεμικές τέχνες) με βάση το χορό. 

Ο μικρόσωμος Μορίς Μπεζάρ υπήρξε ευγενικός και υπομονετικός άνθρωπος, πεισματάρης και οξύθυμος κάποιες φορές. Πέρα από τη σπουδαία προσφορά του στην τέχνη, θα τον θυμόμαστε νοσταλγικά,  ντυμένο σχεδόν πάντοτε στα μαύρα, με το γαλάζιο του βλέμμα και το χαρακτηριστικό υπογένειο.