Ο Μπένετ Μίλερ, δημιουργός του Καπότε και του Moneyball, ξαναχτυπάει με μια ακόμη μεγάλη ταινία, ίσως την καλύτερη που έχουμε δει μέχρι στιγμής στο Φεστιβάλ Καννών, και η οποία συνδυάζει τις δυο προηγούμενες του- την ψυχοπαθολογία και τον αθλητισμό.

 

"Με το που άκουσα την ιστορία του Τζον Ντυ Ποντ, ήξερα πως θα τη γύριζα ταινία", είπε ο Μίλερ για το Foxcatcher σήμερα το πρωί, και όντως το βραδυφλεγές, δυνατό υλικό του ταιριάζει γάντι. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, χρησιμοποιεί τον κόσμο της ελεύθερης πάλης για να μιλήσει, όχι για τη φήμη όπως στον Καπότε, ή για το underdog στο Moneyball, αλλά για τα χρήματα. Και ποια χρήματα; Τα παλιά, αυτά που προέρχονται από την αμερικανική αριστοκρατία των αρχών του 20ου αιώνα.

 

Από ένα τζάκι όπου η μητέρα και κυρίαρχος της δυναστείας ασχολιόταν με τα άλογα, ο πατέρας ήταν εξαφανισμένος, και ο γιός-κληρονόμος, δηλαδή ο ευνουχισμένος Τζον Ντυ Πόντ, το έπαιζε φιλοτελιστής, ορνιθολόγος, ευεργέτης, παράγοντας με πατριωτικές ανησυχίες, ένα άεργο, προβληματικό, γερασμένο παιδί που δεν σταμάτησε να παίζει με τα όπλα και μάλιστα έφτασε στο σημείο να γυρίσει πίσω οργισμένος μια παραγγελία για κανονικό τανκ, επειδή έλειπε το πολυβόλο!

 

 

 

Για να γεμίσει την ώρα του αλλά και να διοχετεύσει στρεβλά την ανάγκη του να επενδύσει συναισθηματικά σε ανθρώπους, κι όχι στα άλογα της γηραιάς μανούλας, "αγόρασε" έναν ολυμπιονίκη της πάλης, και σταδιακά έφτιαξε μια ομάδα, στηρίζοντας την αμερικανική ομοσπονδία του αθλήματος, με αντάλλαγμα να αποκαλείται κόουτς και να μοστράρεται στον πάγκο των μεγάλων διοργανώσεων, ως άλλος μαικήνας. Με τις δωρεές του θάμπωσε τους υπεύθυνους ενός παραμελημένου, σχεδόν ερασιτεχνικού αθλήματος, και αγκάλιασε τον μοναχικό ολυμπιονίκη Μαρκ Σουλτς, προσκαλώντας κι άλλους καλούς συναθλητές του, και καταφέρνοντας να δελεάσει ακόμη και τον προσγειωμένο οικογενειάρχη και επίσης ολυμπιονίκη το 1984 στο Λος Άντζελες, αδελφό του Μαρκ, τον Ντέϊβιντ Σουλτς, ο οποίος ήταν ο μέντορας και προστάτης του κατά έναν χρόνο μικρότερου αδελφού του. Όλοι αυτοί έμεναν στο τεράστιο κτήμα του Ντυ Πόντ, ώσπου ένας φόνος, αλλά και μια πολύπλοκη δυναμική σχέσεων που προηγήθηκε, διέλυσαν το όνειρο του εκατομμυριούχου.

 


 

Αν και η ταινία στέκει έξοχα σαν δράμα χαρακτήρων, μιλάει βαθιά για μια άρρωστη πλευρά της Αμερικής, και πιο συγκεκριμένα για την νοσηρότητα στην ελεύθερη αγορά και εξαγορά της συνείδησης και της ψυχής των μη προνομιούχων από μια κρυφή εξουσία. Με μεθοδικό, κλινικό, αλλά καθόλου αποστασιοποιημένο τρόπο, ο Μπένετ Μίλερ ξεγυμνώνει τους μεν και τους δε, κάνοντας κριτική χωρίς να κηρύξει ούτε στιγμή. Ο εντελώς μεταμορφωμένος Στιβ Καρέλ, ως Ντυπόντ, είναι από τώρα δεδομένος στην πεντάδα των Όσκαρ του 2015, και τον πλαισιώνουν άξια ο Τσάνινγκ Τέϊτουμ και ο Μαρκ Ράφαλο. Αυτό είναι το άλλο Χόλιγουντ, το καλό, το ενήλικο που περιορίζεται πλέον σε 5-10 στιβαρές ταινίες τον χρόνο, που ωστόσο βγάζουν τα κάστανα από την φωτιά των ολοένα αυξανόμενων blockbusters.

 

Ανταπόκριση από τις Κάννες με την AirFastTickets